Κλινική σημασία
Η μέτρηση της αλδοστερόνης στα ούρα χρησιμοποιείται για τη διερεύνηση ασθενών με αρτηριακή υπέρταση. Είναι επίσης χρήσιμη για τη διάγνωση πρωτοπαθούς και δευτεροπαθούς αλδοστερονισμού.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η εξέταση μετρά την αλδοστερόνη στα ούρα, ένα αλατοκορτικοειδές που παράγεται στον φλοιό των επινεφριδίων. Η έκκρισή της ρυθμίζεται κυρίως από το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης. Δρα στα άπω νεφρικά σωληνάρια, προάγοντας την επαναρρόφηση νατρίου και χλωρίου, ενώ αυξάνει την απέκκριση καλίου και ιόντων υδρογόνου. Τα επίπεδα αλδοστερόνης στα ούρα παρουσιάζουν αντίστροφη σχέση με την απέκκριση νατρίου.
Η εξέταση
Κλινική Ερμηνεία
- Διαγνωστική Αξία: Χρήσιμη για τη διάγνωση πρωτοπαθούς αλδοστερονισμού (δυσλειτουργία φλοιού επινεφριδίων) και δευτεροπαθούς αλδοστερονισμού (υπερδιέγερση από αγγειοτασίνη ή ACTH).
- Ο πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός μπορεί να ευθύνεται για έως και το 15% των περιπτώσεων υπέρτασης, ιδιαίτερα σε άτομα μέσης ηλικίας.
- Σε υγιή άτομα, η επαρκής κατακράτηση νατρίου οδηγεί σε μείωση της αλδοστερόνης στα ούρα.
Παράγοντες που επηρεάζουν τα επίπεδα
- Αυξημένα επίπεδα παρατηρούνται σε:
- Υπερπλασία φλοιού επινεφριδίων, αδένωμα παραγωγής αλδοστερόνης (σύνδρομο Conn).
- Κίρρωση ήπατος με ασκίτη, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, αιμορραγία.
- Υπερκαλιαιμία, υπονατριαιμία, υποογκαιμία, δίαιτα χαμηλή σε νάτριο.
- Κακοήθης υπέρταση, νέφρωση, νεφρωσικό σύνδρομο, εγκυμοσύνη, στρες.
- Λήψη φαρμάκων: κορτικοτροπίνη, διαζοξίδη, διουρητικά, υδροχλωρική υδραλαζίνη, νιτροπρωσσικό νάτριο, από του στόματος αντισυλληπτικά, κάλιο.
- Μειωμένα επίπεδα παρατηρούνται σε:
- Νόσο του Addison, δίαιτα υψηλή σε νάτριο, υπερνατριαιμία, υποκαλιαιμία.
- Σύνδρομο απώλειας άλατος, σηψαιμία, τοξιναιμία της κύησης.
- Λήψη φαρμάκων: κορτιζόνη, μεθυλντόπα, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), προπρανολόλη, στεροειδή.