Περιγραφή
Η μέτρηση της αλδοστερόνης είναι κρίσιμη για τη διερεύνηση ασθενών με αρτηριακή υπέρταση, καθώς και για τη διάγνωση πρωτοπαθούς και δευτεροπαθούς αλδοστερονισμού. Η αλδοστερόνη, ένα αλατοκορτικοειδές που παράγεται στον φλοιό των επινεφριδίων, ρυθμίζεται κυρίως από το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης. Η μείωση του εξωκυττάριου υγρού οδηγεί σε μειωμένη νεφρική αιμάτωση, η οποία διεγείρει την έκκριση ρενίνης από τους νεφρούς. Η ρενίνη μετατρέπει το αγγειοτενσινογόνο σε αγγειοτενσίνη Ι, η οποία, μέσω του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE), μετατρέπεται σε αγγειοτενσίνη ΙΙ. Η αγγειοτενσίνη ΙΙ διεγείρει τον φλοιό των επινεφριδίων, αυξάνοντας την παραγωγή αλδοστερόνης. Η αλδοστερόνη δρα στα νεφρικά σωληνάρια, προάγοντας την επαναρρόφηση νατρίου και χλωρίου, ενώ αυξάνει την απέκκριση καλίου και ιόντων υδρογόνου. Αυτή η δράση οδηγεί σε κατακράτηση νερού και αύξηση του εξωκυττάριου υγρού, συμβάλλοντας στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης. Η μέτρηση της αλδοστερόνης μπορεί να γίνει τόσο στο πλάσμα όσο και στα ούρα, παρέχοντας πληροφορίες για τη διάκριση μεταξύ πρωτοπαθούς αλδοστερονισμού (λόγω βλάβης των επινεφριδίων) και δευτεροπαθούς αλδοστερονισμού (λόγω υπερδιέγερσης από αγγειοτενσίνη ή ACTH). Ο πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός μπορεί να ευθύνεται για έως και 15% των περιπτώσεων υπέρτασης, ιδιαίτερα σε μεσήλικες. Η λήψη δείγματος για τη μέτρηση της αλδοστερόνης πραγματοποιείται το πρωί, είτε σε όρθια θέση (μετά από 2 ώρες ορθοστασίας) είτε σε ύπτια θέση (μετά από 1 ώρα κατάκλισης). Αυξημένα επίπεδα αλδοστερόνης παρατηρούνται σε υπερπλασία επινεφριδίων, αδένωμα που παράγει αλδοστερόνη, κίρρωση ήπατος με ασκίτη, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, αιμορραγία, υπερκαλιαιμία, υπονατριαιμία, υποογκαιμία, δίαιτα χαμηλή σε νάτριο, κακοήθη υπέρταση, νέφρωση, νεφρωσικό σύνδρομο, εγκυμοσύνη, σύνδρομο Conn και στρες. Επίσης, ορισμένα φάρμακα όπως κορτικοτροπίνη, διαζοξίδη, διουρητικά, υδραλαζίνη, νιτροπρωσσικό νάτριο, από του στόματος αντισυλληπτικά και κάλιο μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα. Μειωμένα επίπεδα αλδοστερόνης παρατηρούνται στη νόσο του Addison, σε δίαιτα υψηλή σε νάτριο, υπερνατριαιμία, υποκαλιαιμία, σύνδρομο απώλειας άλατος, σηψαιμία και τοξιναιμία της κύησης. Φάρμακα όπως κορτιζόνη, μεθυλντόπα, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, προπρανολόλη και στεροειδή μπορούν να μειώσουν τα επίπεδα.
Κλινική σημασία
Η εξέταση αυτή διενεργείται για τον προσδιορισμό παθολογικών επιπέδων αλδοστερόνης και ρενίνης, με σκοπό τη διάγνωση ενδοκρινολογικών διαταραχών, όπως ο πρωτογενής αλδοστερονισμός (σύνδρομο Conn). Συνιστάται όταν εμφανίζονται συμπτώματα που σχετίζονται με αυξημένη παραγωγή αλδοστερόνης, όπως υψηλή αρτηριακή πίεση, μυϊκή αδυναμία και χαμηλό κάλιο, ή με μειωμένη παραγωγή, όπως χαμηλή αρτηριακή πίεση, υψηλό κάλιο και χαμηλό νάτριο. Για την εξέταση απαιτείται δείγμα αίματος από φλέβα του χεριού ή 24ωρη συλλογή ούρων. Σε ειδικές περιπτώσεις, μπορεί να ληφθεί αίμα απευθείας από τις νεφρικές ή επινεφριδιακές φλέβες.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η αλδοστερόνη είναι μια ορμόνη ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της ισορροπίας νατρίου και καλίου στο αίμα, καθώς και για τον έλεγχο του όγκου και της πίεσης του αίματος. Η ρενίνη, ένα ένζυμο, ρυθμίζει την παραγωγή της αλδοστερόνης. Οι σχετικές εξετάσεις μετρούν τα επίπεδα αλδοστερόνης και ρενίνης στο αίμα, καθώς και την αλδοστερόνη στα ούρα. Η αλδοστερόνη παράγεται από τον φλοιό των επινεφριδίων και διεγείρει την κατακράτηση νατρίου και την απέκκριση καλίου από τους νεφρούς. Η ρενίνη, που παράγεται από τους νεφρούς, ενεργοποιεί τους υποδοχείς της αγγειοτενσίνης, η οποία με τη σειρά της διεγείρει τα επινεφρίδια να παράγουν αλδοστερόνη. Οι νεφροί απελευθερώνουν ρενίνη όταν μειώνεται η αρτηριακή πίεση ή η συγκέντρωση χλωριούχου νατρίου στα νεφρικά σωληνάρια. Η ρενίνη διασπά το αγγειοτενσινογόνο σε αγγειοτενσίνη Ι, η οποία μετατρέπεται σε αγγειοτενσίνη ΙΙ. Η αγγειοτενσίνη ΙΙ προκαλεί αγγειοσυστολή και διεγείρει την παραγωγή αλδοστερόνης, αυξάνοντας έτσι την αρτηριακή πίεση και διατηρώντας τα επίπεδα νατρίου και καλίου σε φυσιολογικά όρια. Πολλές παθήσεις μπορούν να οδηγήσουν σε υπερπαραγωγή (υπεραλδοστερονισμός) ή έλλειψη (υποαλδοστερονισμός) αλδοστερόνης. Λόγω της στενής τους σχέσης, η ρενίνη και η αλδοστερόνη συχνά εξετάζονται μαζί για να προσδιοριστεί η αιτία των μη φυσιολογικών επιπέδων αλδοστερόνης. Το δείγμα αίματος λαμβάνεται από φλέβα του χεριού. Ορισμένοι ιατροί προτιμούν 24ωρη συλλογή ούρων, καθώς τα επίπεδα αλδοστερόνης στο αίμα παρουσιάζουν διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας και επηρεάζονται από τη στάση του σώματος. Σε ειδικές περιπτώσεις, μπορεί να γίνει καθετηριασμός για τη λήψη αίματος απευθείας από τις νεφρικές ή επινεφριδιακές φλέβες, μια διαδικασία που διενεργείται σε νοσοκομειακό περιβάλλον με τη βοήθεια ακτινολόγου.
Η εξέταση
Οι εξετάσεις αλδοστερόνης και ρενίνης χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της επινεφριδιακής λειτουργίας ως προς την παραγωγή αλδοστερόνης και για τη διαφορική διάγνωση των αιτιών περίσσειας ή έλλειψής της. Η αλδοστερόνη μπορεί να μετρηθεί στο αίμα ή σε 24ωρη συλλογή ούρων, ενώ η ρενίνη μετράται συνήθως στο αίμα. Οι εξετάσεις αυτές είναι ιδιαίτερα χρήσιμες για τον πρωτογενή υπεραλδοστερονισμό (σύνδρομο Conn), ο οποίος προκαλεί υπέρταση. Εάν η αρχική εξέταση είναι θετική, μπορεί να ακολουθήσουν δοκιμασίες διέγερσης και καταστολής της αλδοστερόνης. Τα επίπεδα αλδοστερόνης και ρενίνης παρουσιάζουν ημερήσιες διακυμάνσεις, με υψηλότερες τιμές το πρωί, και επηρεάζονται από τη στάση του σώματος, το στρες και τη φαρμακευτική αγωγή. Οι εξετάσεις αίματος για αλδοστερόνη και ρενίνη συνταγογραφούνται συνήθως μαζί σε ασθενείς με υπέρταση και χαμηλά επίπεδα καλίου. Επίσης, ενδείκνυνται όταν η υπέρταση δεν ελέγχεται με φαρμακευτική αγωγή ή εμφανίζεται σε νεαρή ηλικία, ακόμη και με φυσιολογικό κάλιο, καθώς ο πρωτογενής αλδοστερονισμός αποτελεί μια δυνητικά ιάσιμη αιτία υπέρτασης. Σε περιπτώσεις υποψίας επινεφριδιακής ανεπάρκειας, τα επίπεδα αλδοστερόνης ζητούνται μαζί με άλλες εξετάσεις. Ο πρωτογενής υπεραλδοστερονισμός (σύνδρομο Conn) οφείλεται σε υπερπαραγωγή αλδοστερόνης από τα επινεφρίδια, συνήθως λόγω καλοήθους όγκου. Τα υψηλά επίπεδα αλδοστερόνης οδηγούν σε αυξημένη επαναρρόφηση νατρίου και απώλεια καλίου, προκαλώντας ανισορροπία ηλεκτρολυτών, υπέρταση, κεφαλαλγία και μυϊκή αδυναμία. Η υποκαλιαιμία σε υπερτασικούς ασθενείς αποτελεί ισχυρή ένδειξη αλδοστερονισμού. Για τη διάκριση μονόπλευρης ή αμφοτερόπλευρης προσβολής των επινεφριδίων, μπορεί να γίνει αιμοληψία από τις επινεφριδιακές φλέβες. Ο δευτερογενής υπεραλδοστερονισμός, συχνότερος από τον πρωτογενή, προκαλείται από καταστάσεις που μειώνουν τη νεφρική αιμάτωση, την αρτηριακή πίεση ή τα επίπεδα νατρίου, όπως συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, κίρρωση ήπατος, νεφρική νόσο, προεκλαμψία και αφυδάτωση. Η στένωση της νεφρικής αρτηρίας είναι μια σημαντική αιτία δευτερογενούς αλδοστερονισμού, οδηγώντας σε υπέρταση λόγω υψηλών επιπέδων ρενίνης και αλδοστερόνης. Η θεραπεία περιλαμβάνει χειρουργική επέμβαση ή αγγειοπλαστική. Η μέτρηση της ρενίνης από τις νεφρικές φλέβες μπορεί να εντοπίσει τη στένωση. Ο υποαλδοστερονισμός (χαμηλή αλδοστερόνη) συνήθως οφείλεται σε επινεφριδιακή ανεπάρκεια, προκαλώντας αφυδάτωση, χαμηλή αρτηριακή πίεση, χαμηλό νάτριο και υψηλό κάλιο. Σε βρέφη, η συγγενής υπερπλασία των επινεφριδίων μπορεί να μειώσει την παραγωγή αλδοστερόνης. Η διατροφή (ιδίως η ποσότητα αλατιού) και φάρμακα όπως ΜΣΑΦ, διουρητικά, β-αναστολείς, αναστολείς ΜΕΑ και από του στόματος αντισυλληπτικά μπορούν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα. Το στρες, η άσκηση και η εγκυμοσύνη επίσης επιδρούν. Ο καφές, το τσάι και τα αναψυκτικά τύπου κόλα μπορούν να επηρεάσουν τη 24ωρη συλλογή ούρων. Ο ιατρός θα δώσει οδηγίες για τυχόν αλλαγές στη διατροφή, τη φαρμακευτική αγωγή ή την άσκηση πριν την εξέταση. Η γλυκόριζα, λόγω των αλδοστερονοειδών ιδιοτήτων της, πρέπει να αποφεύγεται για τουλάχιστον δύο εβδομάδες πριν την εξέταση, καθώς μπορεί να μειώσει τα επίπεδα αλδοστερόνης. Αυτό αφορά μόνο προϊόντα που περιέχουν πραγματική γλυκόριζα. Τα επίπεδα αλδοστερόνης είναι χαμηλά σε σοβαρές ασθένειες, επομένως η εξέταση δεν πρέπει να διενεργείται σε βαρέως πάσχοντες ασθενείς.
Πώς γίνεται
Η μέτρηση της αλδοστερόνης (σε όρθια ή ύπτια θέση) πραγματοποιείται μέσω αιμοληψίας. Η διαδικασία μπορεί να διενεργηθεί σε διαγνωστικά κέντρα.
Προετοιμασία
Για τη μέτρηση της αλδοστερόνης και της ρενίνης στο αίμα, ο θεράπων ιατρός μπορεί να ζητήσει από τον ασθενή να παραμείνει σε συγκεκριμένη στάση (όρθια ή ύπτια) για 15-30 λεπτά πριν την αιμοληψία. Επίσης, ενδέχεται να δοθούν οδηγίες για την αποφυγή συγκεκριμένων τροφών, ποτών ή φαρμάκων πριν την εξέταση. Είναι σημαντικό να ακολουθούνται πιστά οι οδηγίες του ιατρού.
Συχνές ερωτήσεις
- Εάν η στάση του σώματός μου επηρεάζει τις τιμές των αποτελεσμάτων, πώς μπορεί να ελεγχθεί; Μπορεί να σας ζητηθεί να έρθετε αρκετά πιο πριν από τον χρόνο της εξέτασης, έτσι ώστε να μπορέσετε να μείνετε σε ύπτια ή όρθια θέση για αρκετό διάστημα ώστε να ελεγχθεί η επίδραση της θέσης του σώματος στα αποτελέσματα της εξέτασης. 2. Τι είναι η αναλογία αλδοστερόνης/ρενίνης (ARR;) Η αναλογία αλδοστερόνης/ρενίνης (ARR) είναι μία εξέταση για τη διάγνωση του πρωτογενή αλδοστερονισμού σε άτομα υψηλού κινδύνου. Για τον προσδιορισμό αυτού του λόγου θα μετρηθούν τα επίπεδα της αλδοστερόνης και της ρενίνης στο αίμα και θα υπολογιστούν, διαιρώντας το αποτέλεσμα της αλδοστερόνης με το αποτέλεσμα της ρενίνης. Η αναλογία αλδοστερόνης/ρενίνης θεωρείται η πιο αξιόπιστη εξέταση για τον πρωτογενή αλδοστερονισμό, αν και δεν είναι εύκολο να ερμηνευτεί. Οτιδήποτε που θα μπορούσε να επηρεάσει την εξέταση, όπως τα φάρμακα, η στάση του σώματος, η πρόσληψη νατρίου και του καλίου στο πλάσμα, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη πριν από την εξέταση για την αποφυγή ψευδών θετικών ή ψευδών αρνητικών αποτελεσμάτων. Άλλες εξετάσεις, όπως η δοκιμασία καταστολής, χρησιμοποιούνται για την επιβεβαίωση της διάγνωσης μετά την εξέταση.
- Ποια είναι η διέγερση της αλδοστερόνης και οι δοκιμασίες καταστολής; Οι δοκιμασίες καταστολής χρησιμοποιούνται για να επιβεβαιωθεί η διάγνωση του πρωτογενή αλδοστερονισμού. Στους υγιείς ανθρώπους η αλδοστερόνη καταστέλλεται όταν τους χορηγείται ένα συνθετικό σκεύασμα κορτικοστεροειδών που ονομάζεται φλουδροκορτιζόνη. Η δοκιμασία καταστολής φλουδροκορτιζόνης απαιτεί νοσηλεία και 4-5 ημέρες για να ολοκληρωθεί και για αυτό τον λόγο γίνεται σπάνια. Αντί αυτής μπορεί να γίνει η δοκιμασία φόρτωσης, όπου η αλδοστερόνη μετράται μετά την προσθήκη άλατος (saline) στο αίμα ή στη διατροφή. Η δοκιμασία καταστολής με δεξαμεθαζόνη χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις όπου ο κληρονομικός πρωτογενής αλδοστερονισμός θεωρείται ύποπτος. Η δοκιμασία διέγερσης της αλδοστερόνης, που ονομάζεται επίσης ενεργοποίηση της ACTH, με εξετάσεις αλδοστερόνης και κορτιζόλης καθορίζει αν κάποιος έχει τη νόσο του Addison, μειωμένη λειτουργία της υπόφυσης ή όγκο στην υπόφυση. Φυσιολογικά η κορτιζόλη αυξάνεται μετά από διέγερση με ACTH. Ρωτήστε έναν εργαστηριακό επιστήμονα Αυτή η φόρμα σας βοηθά να ρωτήσετε ότι επιθυμείτε σχετικά με τις εξετάσεις σας. Οι ερωτήσεις σας θα απαντηθούν από έναν εργαστηριακό επιστήμονα στα πλαίσια μίας εθελοντικής υπηρεσίας που παρέχεται από έναν από τους συνεργάτες της American Society for Clinical Laboratory Science. Αν οι ερωτήσεις σας δεν έχουν σχέση με τις εργαστηριακές εξετάσεις σας, παρακαλούμε τότε να τις υποβάλλεται με άμεση επικοινωνία μαζί μας. Σας ευχαριστούμε.