Περιγραφή
Η μέτρηση της α-υπομονάδας χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της λειτουργίας της πρόσθιας υπόφυσης, ειδικά σε περιπτώσεις υποψίας αδενώματος. Επίσης, είναι χρήσιμη στη διερεύνηση διαταραχών του θυρεοειδούς, όπως ο υποθυρεοειδισμός και ο υπερθυρεοειδισμός με μη φυσιολογική έκκριση TSH, καθώς και για τη διάκριση μεταξύ αντίστασης της υπόφυσης στις θυρεοειδικές ορμόνες και θυρεοτροπικών αδενωμάτων. Επιπλέον, συμβάλλει στην παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία των θυρεοτροπικών αδενωμάτων. Η εξέταση αυτή είναι απαραίτητη για τη διερεύνηση των γοναδοτροπικών αδενωμάτων της υπόφυσης, συμπεριλαμβανομένων των μη λειτουργικών, καθώς η έκκριση της α-υπομονάδας δεν συνδέεται με συγκεκριμένα ενδοκρινικά συμπτώματα, δεδομένου ότι δεν διαθέτει χαρακτηριστική βιολογική δράση.
Οι γλυκοπρωτεϊνικές ορμόνες της υπόφυσης (LH, FSH, TSH) και η ανθρώπινη χοριακή γοναδοτροπίνη (hCG) αποτελούνται από δύο μη ομοιοπολικά συνδεδεμένες υπομονάδες: την α- και τη β-υπομονάδα. Ενώ η β-υπομονάδα είναι ειδική για κάθε ορμόνη, η α-υπομονάδα είναι κοινή και στις τέσσερις. Οι ελεύθερες υπομονάδες δεν είναι βιολογικά ενεργές. Η βιολογική δράση εκδηλώνεται μόνο όταν οι α- και β-υπομονάδες είναι συνδεδεμένες. Η α-υπομονάδα, πανομοιότυπη για τις τρεις ορμόνες της υπόφυσης και την hCG, αποτελείται από 92 αμινοξέα και κωδικοποιείται από ένα μόνο γονίδιο. Εκκρίνεται παλμικά από τα κύτταρα της πρόσθιας υπόφυσης. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, ο ρυθμός έκκρισής της ακολουθεί τις διακυμάνσεις της LH, υποδεικνύοντας ρόλο της LHRH στη ρύθμισή της. Φυσιολογικές μεταβολές και φαρμακολογική διέγερση ή αναστολή των ορμονών της υπόφυσης συνοδεύονται από αντίστοιχες αλλαγές στην α-υπομονάδα. Μια εξαίρεση αποτελεί η μακροχρόνια θεραπεία με αγωνιστές της LHRH, όπου οι συγκεντρώσεις της α-υπομονάδας παραμένουν υψηλές, ενώ αυτές της LH και FSH είναι πολύ χαμηλές. Η α-υπομονάδα δεν φαίνεται να έχει βιολογική δραστηριότητα.
Αυξημένα επίπεδα μπορεί να παρατηρηθούν σε: γοναδοτροπικό αδένωμα, προλακτινικό αδένωμα, μη λειτουργικό αδένωμα, πρωτοπαθές θυρεοτροπικό αδένωμα, χοριοκαρκίνωμα, άλλες κακοήθειες (π.χ. καρκίνος παγκρέατος, ήπατος, γαστρεντερικού), καθώς και σε καλοήθεις καταστάσεις όπως πρωτοπαθής υποθυρεοειδισμός, πρωτοπαθής υπογοναδισμός, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου και χορήγηση GnRH ή αναλόγων.
Πώς γίνεται
Η μέτρηση της α-υπομονάδας των ορμονών της υπόφυσης πραγματοποιείται μέσω αιμοληψίας.