Περιγραφή
Το Άλφα Τεστ, γνωστό και ως Τριπλό Τεστ ή προγεννητικός έλεγχος 2ου τριμήνου, διενεργείται σε εγκύους μεταξύ της 15ης και 19ης εβδομάδας κύησης. Σκοπός του είναι η εκτίμηση του κινδύνου για την παρουσία σοβαρών χρωμοσωμικών ανωμαλιών, όπως η τρισωμία 21 (σύνδρομο Down) και η τρισωμία 18, καθώς και ανωμαλιών του νευρικού σωλήνα (π.χ. μυελομηνιγγοκήλη, δισχιδής ράχη). Η πιθανότητα εμφάνισης αυτών των ανωμαλιών αυξάνεται με την ηλικία της μητέρας. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι πρόκειται για εξέταση διαλογής (screening test) και όχι διαγνωστική. Σε περίπτωση θετικών αποτελεσμάτων, συνιστώνται περαιτέρω διαγνωστικές εξετάσεις, όπως η λήψη χοριακών λαχνών ή η αμνιοπαρακέντηση. Γυναίκες άνω των 35 ετών συχνά επιλέγουν απευθείας αυτές τις επεμβατικές διαγνωστικές μεθόδους. Το τριπλό τεστ μετρά τρεις βιοχημικούς δείκτες στον ορό της μητέρας: την β-χοριακή γοναδοτροπίνη (β-hCG), την α-φετοπρωτεΐνη (αFP) και την μη συζευγμένη οιστριόλη (uE3). Η αFP παράγεται από τον λεκιθικό σάκο και το εμβρυϊκό ήπαρ, ενώ η uE3 και η β-hCG παράγονται από τον πλακούντα. Η ανιχνευτική ικανότητα του τριπλού τεστ για την τρισωμία 21 κυμαίνεται από 50% έως 80%, σημαντικά υψηλότερη από την απλή μέτρηση της αFP (30%). Σήμερα, προτιμάται συχνά το τετραπλό τεστ, το οποίο συνδυάζεται με την υπερηχογραφική μέτρηση της αυχενικής διαφάνειας (FTN). Αυτές οι εξετάσεις πραγματοποιούνται με μεγαλύτερη ακρίβεια μεταξύ της 14ης και 22ης εβδομάδας κύησης, με ιδανικό διάστημα την 16η-18η εβδομάδα. Η ακριβής υπερηχογραφική εκτίμηση της ηλικίας κύησης βελτιώνει την ευαισθησία και ειδικότητα όλων των προγεννητικών ελέγχων. Σε περιπτώσεις τρισωμίας 21, τα επίπεδα της αFP και της uE3 στον ορό της μητέρας κατά το δεύτερο τρίμηνο είναι περίπου 25% χαμηλότερα από τα φυσιολογικά, ενώ τα επίπεδα της hCG είναι περίπου διπλάσια. Τα αποτελέσματα εκφράζονται ως πολλαπλάσια του μέσου όρου (MoM). Τιμές αFP και uE3 κάτω του 1 MoM και τιμές hCG άνω του 1 MoM υποδηλώνουν αυξημένο κίνδυνο για τρισωμία 21. Οι τιμές MoM, η εμβρυϊκή ηλικία και το βάρος της μητέρας χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του εξατομικευμένου κινδύνου για εμβρυϊκές χρωμοσωμικές ανωμαλίες.
Πώς γίνεται
Η εξέταση πραγματοποιείται με τη λήψη δείγματος φλεβικού αίματος.