Κλινική σημασία
Η εξέταση της αντιμυλλέριου ορμόνης (AMH) χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση διαταραχών των γονάδων σε άνδρες και γυναίκες. Στις γυναίκες, αποτελεί σημαντικό δείκτη για την εκτίμηση του αναπαραγωγικού δυναμικού, της ωοθηκικής εφεδρείας και την πρόβλεψη της έναρξης της εμμηνόπαυσης. Επίσης, εφαρμόζεται στην παρακολούθηση του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS) και ορισμένων όγκων των ωοθηκών.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η αντιμυλλέριος ορμόνη (AMH), γνωστή και ως ανασταλτική ουσία του Müller (MIS), είναι μια γλυκοπρωτεΐνη της υπεροικογένειας του TGF. Παράγεται από τα κύτταρα Sertoli στους όρχεις των ανδρών και από τα κοκκιώδη κύτταρα των ωοθηκών στις γυναίκες. Η εξέταση μετρά τα επίπεδα της AMH, συνήθως στον ορό.
Η εξέταση
Η έκφραση της AMH παρουσιάζει φυλετικό διμορφισμό, αποτελώντας σημαντικό δείκτη για διαταραχές των γονάδων.
-
Στους άνδρες:
- Προγεννητικά: Απαραίτητη για την υποστροφή των πόρων του Müller.
- Επίπεδα: Υψηλότερα πριν την εφηβεία, μειώνονται στην ενήλικη ζωή.
- Κλινική χρησιμότητα: Αξιολόγηση διαταραχών φυλετικής ανάπτυξης και λειτουργίας γονάδων.
-
Στις γυναίκες:
- Επίπεδα: Μη ανιχνεύσιμα προεφηβικά, αυξάνονται στην αναπαραγωγική περίοδο, μειώνονται με την εμμηνόπαυση.
- Κλινική χρησιμότητα:
- Αξιολόγηση αναπαραγωγικού δυναμικού: Συσχετίζεται με τον αριθμό των ωοθυλακίων, αντικατοπτρίζοντας καλύτερα την κατάσταση των ωοθυλακίων από άλλους δείκτες (ινχιμπίνη Β, E2, FSH, LH) την 3η ημέρα του κύκλου.
- Εκτίμηση ωοθηκικής γήρανσης/εφεδρείας: Χαμηλά βασικά επίπεδα υποδηλώνουν μειωμένη ωοθηκική εφεδρεία και χαμηλή ανταπόκριση σε εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF).
- Πρόβλεψη έναρξης εμμηνόπαυσης: Μπορεί να προβλέψει την έναρξη της μετάβασης στην εμμηνόπαυση.
- Αξιολόγηση συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS): Αυξημένα επίπεδα AMH χρησιμοποιούνται ως δείκτης παρακολούθησης.
- Παρακολούθηση όγκων ωοθηκών: Αυξημένες συγκεντρώσεις AMH παρατηρούνται σε ορισμένους όγκους των κοκκιωδών κυττάρων των ωοθηκών (περίπου 10% των ωοθηκικών όγκων).