Κλινική σημασία
Ο προσδιορισμός της αμυλάσης γίνεται για τη διάγνωση και παρακολούθηση της παγκρεατίτιδας ή άλλων παθήσεων του παγκρέατος. Συνιστάται όταν ο ασθενής εμφανίζει συμπτώματα παγκρεατικής διαταραχής, όπως έντονο κοιλιακό άλγος, πυρετό, απώλεια όρεξης ή ναυτία. Το δείγμα λαμβάνεται συνήθως από φλέβα του χεριού, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να συλλεχθεί και δείγμα ούρων 24ώρου.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η εξέταση αυτή μετρά την ποσότητα της αμυλάσης στο αίμα ή στα ούρα. Η αμυλάση είναι ένα από τα ένζυμα που παράγονται στο πάγκρεας και είναι απαραίτητη για την πέψη των υδατανθράκων. Εκκρίνεται στο δωδεκαδάκτυλο μέσω του παγκρεατικού πόρου. Επίσης, παράγεται από τους σιελογόνους αδένες. Φυσιολογικά, η αμυλάση βρίσκεται σε μικρές ποσότητες στο αίμα και στα ούρα. Όταν το πάγκρεας υποστεί βλάβη (π.χ. σε παγκρεατίτιδα) ή ο παγκρεατικός πόρος αποφραχθεί (π.χ. από χολόλιθο ή όγκο), αυξημένες ποσότητες αμυλάσης απελευθερώνονται στην κυκλοφορία του αίματος, οδηγώντας σε αυξημένες συγκεντρώσεις στο αίμα και στα ούρα. Το δείγμα λαμβάνεται από φλέβα του χεριού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να ζητηθεί συλλογή ούρων 24ώρου. Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία πριν την εξέταση.
Η εξέταση
Η μέτρηση της αμυλάσης στο αίμα χρησιμοποιείται για τη διάγνωση οξείας ή χρόνιας παγκρεατίτιδας και άλλων παθήσεων που επηρεάζουν το πάγκρεας. Μπορεί επίσης να ζητηθεί μέτρηση αμυλάσης ούρων ή κάθαρση κρεατινίνης μαζί με αμυλάση ούρων για την αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας, καθώς η μειωμένη νεφρική λειτουργία μπορεί να επηρεάσει την κάθαρση της αμυλάσης. Οι εξετάσεις αμυλάσης χρησιμοποιούνται επίσης για την παρακολούθηση της θεραπείας ορισμένων καρκίνων του παγκρέατος και μετά από αφαίρεση χολόλιθων που προκάλεσαν προβλήματα. Η εξέταση ζητείται όταν ο ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα παγκρεατικής διαταραχής, όπως έντονο κοιλιακό άλγος, πυρετό, απώλεια όρεξης ή ναυτία. Μπορεί επίσης να ζητηθεί για την παρακολούθηση της πορείας της νόσου ή την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας. Στην οξεία παγκρεατίτιδα, η αμυλάση στο αίμα αυξάνεται σημαντικά (συχνά 4-6 φορές πάνω από το ανώτερο φυσιολογικό όριο) εντός 12 ωρών από τη βλάβη και παραμένει υψηλή μέχρι την αποκατάσταση, οπότε τα επίπεδα επανέρχονται στο φυσιολογικό εντός λίγων ημερών. Σε χρόνια παγκρεατίτιδα, τα επίπεδα αμυλάσης μπορεί να είναι αρχικά μέτρια αυξημένα, αλλά συχνά μειώνονται με την πάροδο του χρόνου λόγω της προοδευτικής βλάβης. Αυξημένα επίπεδα αμυλάσης μπορεί επίσης να παρατηρηθούν σε απόφραξη του παγκρεατικού πόρου, καρκίνο παγκρέατος και χολολιθίαση, καθώς και σε άλλες καταστάσεις όπως καρκίνο ωοθηκών, καρκίνο πνεύμονα, έκτοπη κύηση, παρωτίτιδα, εντερική απόφραξη ή διάτρηση έλκους, αν και δεν χρησιμοποιούνται συνήθως για τη διάγνωση αυτών των παθήσεων. Μειωμένα επίπεδα αμυλάσης στο αίμα και στα ούρα μπορεί να υποδηλώνουν μόνιμη βλάβη στα παγκρεατικά κύτταρα που παράγουν αμυλάση. Αυξημένα επίπεδα αμυλάσης στο αίμα με φυσιολογικά ή χαμηλά επίπεδα στα ούρα μπορεί να υποδηλώνουν μειωμένη νεφρική λειτουργία ή την παρουσία μακροαμυλάσης, ενός καλοήθους συμπλέγματος αμυλάσης και άλλων πρωτεϊνών που συσσωρεύεται στο αίμα. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα εύρη αναφοράς της αμυλάσης διαφέρουν μεταξύ των εργαστηρίων λόγω των διαφορετικών μεθόδων ανάλυσης, επομένως δεν υπάρχει μια καθολικά αποδεκτή φυσιολογική ή υψηλή τιμή. Στην οξεία παγκρεατίτιδα, τα επίπεδα αμυλάσης αυξάνονται παράλληλα με τη λιπάση, αν και η λιπάση αυξάνεται πιο αργά και παραμένει υψηλή για μεγαλύτερο διάστημα. Η χρόνια παγκρεατίτιδα συχνά συνδέεται με τον αλκοολισμό, αλλά μπορεί επίσης να προκληθεί από τραυματισμό, απόφραξη του παγκρεατικού πόρου ή γενετικές ανωμαλίες όπως η κυστική ίνωση. Τα επίπεδα αμυλάσης μπορεί να είναι μέτρια αυξημένα σε χρόνια παγκρεατίτιδα, αλλά συχνά μειώνονται με την εξέλιξη της βλάβης στο πάγκρεας.