Κλινική σημασία
Αυτή η εξέταση διενεργείται για την αξιολόγηση και διάγνωση αυτοάνοσων νοσημάτων, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και η πολυμυοσίτιδα. Συνιστάται όταν ο ιατρός υποπτεύεται την ύπαρξη αυτοάνοσης διαταραχής, βάσει των κλινικών συμπτωμάτων του ασθενούς. Απαιτείται δείγμα αίματος από φλέβα του χεριού.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η δοκιμασία ΑΝΑ ανιχνεύει την παρουσία αντιπυρηνικών αντισωμάτων στο αίμα. Τα ΑΝΑ είναι αυτοαντισώματα που παράγονται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα αδυνατεί να διακρίνει μεταξύ των δικών του κυττάρων και των ξένων εισβολέων, επιτιθέμενο στα κύτταρα του ίδιου του οργανισμού. Αυτό οδηγεί σε φλεγμονή ιστών και οργάνων, πόνο στις αρθρώσεις και τους μύες, καθώς και κόπωση. Η παρουσία ΑΝΑ υποδηλώνει αυτοάνοση διεργασία και συνδέεται με διάφορες αυτοάνοσες παθήσεις, κυρίως με τον συστηματικό ερυθηματώδη λύκο. Το δείγμα συλλέγεται με αιμοληψία από φλέβα του χεριού. Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία για την εξέταση, αλλά είναι σημαντικό να ενημερώσετε τον ιατρό σας για τυχόν φάρμακα που λαμβάνετε, καθώς μπορεί να επηρεάσουν τα αποτελέσματα.
Η εξέταση
Η εξέταση ΑΝΑ χρησιμοποιείται για τον έλεγχο αυτοάνοσων νοσημάτων και αποτελεί βασικό διαγνωστικό εργαλείο για τον συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (ΣΕΛ). Συχνά συνδυάζεται με άλλες εξετάσεις αυτοαντισωμάτων ή δείκτες φλεγμονής, όπως η ταχύτητα καθίζησης ερυθρών (ΤΚΕ) και η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP), για την πληρέστερη αξιολόγηση. Ζητείται όταν ο ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα συμβατά με ΣΕΛ ή άλλη αυτοάνοση διαταραχή, όπως χαμηλό πυρετό, αρθραλγίες, κόπωση ή ανεξήγητα εξανθήματα. Επίσης, μπορεί να ζητηθεί σε ασθενείς με ήδη διαγνωσμένη αυτοάνοση νόσο, εάν υπάρχει υποψία ανάπτυξης επιπρόσθετης. Τα αποτελέσματα των ΑΝΑ αναφέρονται ως τίτλος, με χαμηλούς τίτλους να θεωρούνται αρνητικοί και αυξημένους (π.χ., 1:320) να υποδηλώνουν θετικότητα. Με τον έμμεσο ανοσοφθορισμό, παρατηρούνται διάφορα πρότυπα φθορισμού (π.χ., ομοιογενές, στικτό, πυρηνικό, περιφερικό), τα οποία συσχετίζονται με συγκεκριμένες αυτοάνοσες παθήσεις. Ένα θετικό αποτέλεσμα ΑΝΑ υποδηλώνει την πιθανότητα αυτοάνοσης νόσου, αλλά απαιτούνται περαιτέρω ειδικές εξετάσεις για την οριστική διάγνωση. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι θετικά ΑΝΑ μπορεί να παρατηρηθούν και σε υγιή άτομα, ιδίως με την αύξηση της ηλικίας, ή πριν την εμφάνιση συμπτωμάτων. Περίπου το 95% των ασθενών με ΣΕΛ έχουν θετικά ΑΝΑ. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εξέταση για αντισώματα έναντι διπλής έλικας DNA (anti-dsDNA) και anti-SM μπορεί να επιβεβαιώσει τη διάγνωση του ΣΕΛ. Θετικά ΑΝΑ μπορεί επίσης να υποδηλώνουν φαρμακευτικό λύκο, ο οποίος σχετίζεται με αντισώματα έναντι ιστονών. Άλλες καταστάσεις με θετικά ΑΝΑ περιλαμβάνουν το σύνδρομο Sjögren (40-70% των ασθενών), το σκληρόδερμα (60-90% των ασθενών), τη νόσο Raynaud, τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, τη δερματομυοσίτιδα και τη μικτή νόσο του συνδετικού ιστού. Η διάγνωση βασίζεται στον συνδυασμό των εργαστηριακών αποτελεσμάτων, των κλινικών συμπτωμάτων και του ιστορικού του ασθενούς. Ένα αρνητικό αποτέλεσμα ΑΝΑ καθιστά απίθανη τη διάγνωση ΣΕΛ και συνήθως δεν απαιτείται άμεση επανάληψη της εξέτασης, αν και μπορεί να επανεξεταστεί στο μέλλον λόγω της επεισοδιακής φύσης των αυτοάνοσων νοσημάτων. Ορισμένα φάρμακα, λοιμώξεις και άλλες καταστάσεις μπορούν να προκαλέσουν ψευδώς θετικά ΑΝΑ. Περίπου 3-5% των Καυκάσιων και 10-37% των ατόμων άνω των 65 ετών μπορεί να έχουν θετικά ΑΝΑ χωρίς κλινική σημασία. Ο φαρμακευτικός λύκος, που προκαλείται από φάρμακα όπως η υδραλαζίνη, ισονιαζίδη, προκαιναμίδη και ορισμένα αντιεπιληπτικά, συνήθως υποχωρεί με τη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής.
Προετοιμασία
Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία πριν την εξέταση. Ωστόσο, είναι σημαντικό να ενημερώσετε τον θεράποντα ιατρό σας για τυχόν φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνετε, καθώς ορισμένα φάρμακα ενδέχεται να επηρεάσουν τα αποτελέσματα.