Κλινική σημασία
Η εξέταση ανιχνεύει αντι-ιστονικά αντισώματα, κρίσιμα για τη διάγνωση του φαρμακοεπαγόμενου λύκου. Ενδείκνυται σε ασθενείς με συμπτώματα παρόμοια με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (ΣΕΛ) και ιστορικό λήψης συγκεκριμένων φαρμάκων.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η εξέταση μετρά αυτοαντισώματα που στρέφονται έναντι των ιστονών. Οι ιστόνες είναι βασικά πρωτεϊνικά συστατικά της χρωματίνης, διακρινόμενες σε πέντε κατηγορίες (H1, H2, H2b, H3, H4) με μοριακά βάρη 11-23 kD. Τα αυτοαντισώματα μπορεί να αντιδράσουν με οποιαδήποτε από αυτές τις κατηγορίες.
Η εξέταση
Η εμφάνιση αντι-ιστονικών αντισωμάτων συσχετίζεται με τη χρήση φαρμάκων που μπορεί να προκαλέσουν συμπτώματα παρόμοια με ΣΕΛ, όπως:
- Πρωκαϊναμίδη
- Υδραλαζίνη
- Κινιδίνη
- Μεθυλντόπα
- Πενικιλλαμίνη
- Ισονιαζίδη
Διαφορική διάγνωση:
- Φαρμακοεπαγόμενος λύκος: Θετικά αντι-ιστονικά αντισώματα, συνήθως αρνητικά αντισώματα έναντι δίκλωνου DNA (dsDNA).
- Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος (ΣΕΛ): Θετικά αντι-ιστονικά και αντι-dsDNA αντισώματα.