Κλινική σημασία
Η ανίχνευση αντισωμάτων έναντι της θυρεοσφαιρίνης (αντι-TG) αποτελεί βασικό διαγνωστικό εργαλείο για την επιβεβαίωση αυτοάνοσων παθήσεων του θυρεοειδούς. Χρησιμοποιείται στη διάγνωση της θυρεοειδίτιδας Hashimoto, της νόσου Graves, του νεογνικού υποθυρεοειδισμού και της επιλόχειας θυρεοειδίτιδας. Συχνά συνδυάζεται με τη μέτρηση αντιμικροσωμιακών αντισωμάτων (αντι-TPO). Η παρουσία αντι-TG σε έγκυες γυναίκες μπορεί να υποδηλώνει αυξημένο κίνδυνο θυρεοειδικών διαταραχών στο έμβρυο ή το νεογνό.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η εξέταση ανιχνεύει αντισώματα (αντι-TG) έναντι της θυρεοσφαιρίνης. Η θυρεοσφαιρίνη είναι μια γλυκοπρωτεΐνη που παράγεται στον θυρεοειδή, απαραίτητη για τη σύνθεση των θυρεοειδικών ορμονών Τ3 και Τ4. Τα αντισώματα παράγονται όταν η θυρεοσφαιρίνη διαφύγει στην κυκλοφορία, προκαλώντας φλεγμονή και καταστροφή του θυρεοειδικού ιστού.
Η εξέταση
Ανευρίσκονται στην πλειονότητα των ασθενών με θυρεοειδίτιδα Hashimoto. Μπορεί να παρατηρηθούν σε αυτοάνοσες παθήσεις: Αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 Βαριά μυασθένεια Κακοήθης αναιμία Ρευματοειδής αρθρίτιδα Σύνδρομο Sjogren Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος Μπορεί να παρατηρηθούν σε άλλες θυρεοειδικές και μη παθήσεις: Κοκκιωματώδης θυρεοειδίτιδα Υπερθυρεοειδισμός Νεανική λεμφοκυτταρική θυρεοειδίτιδα Μυξοίδημα Οζώδης βρογχοκήλη Πρωτοπαθής υποθυρεοειδισμός Καρκίνος θυρεοειδούς Θυρεοτοξίκωση Ορισμένα φάρμακα, όπως τα από του στόματος αντισυλληπτικά, μπορούν να επηρεάσουν τα επίπεδα των αντι-TG.