Περιγραφή
Η μέτρηση της αντι-Χα δραστικότητας της ηπαρίνης αποτελεί ένα διαγνωστικό εργαλείο για την παρακολούθηση των επιπέδων ηπαρίνης στο πλάσμα ασθενών που λαμβάνουν θεραπεία με μη κλασματοποιημένη ηπαρίνη (UFH) ή ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους (LMWH). Αυτά τα αντιπηκτικά χρησιμοποιούνται ευρέως για την πρόληψη ή τη θεραπεία θρομβωτικών επεισοδίων. Η υπερδοσολογία μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας, ενώ η υποδοσολογία μειώνει την αποτελεσματικότητα της αντιπηκτικής αγωγής. Η δράση τους βασίζεται στην ενίσχυση της αντιθρομβίνης, η οποία απενεργοποιεί τις πρωτεάσες σερίνης XIIa, XIa, IXa, Xa και τη θρομβίνη. Η παρακολούθηση είναι απαραίτητη λόγω της σημαντικής διακύμανσης στην ανταπόκριση των ασθενών. Παραδοσιακά, η παρακολούθηση γινόταν με τον χρόνο ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης (APTT). Ωστόσο, πολλοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν την αξιοπιστία του APTT, όπως η βιοδιαθεσιμότητα της ηπαρίνης (π.χ. ηλικία, παχυσαρκία, ηπατική/νεφρική νόσος, αντίσταση στην ηπαρίνη), η επίδραση του APTT στην ηπαρίνη (π.χ. αυξημένος παράγοντας VIII ή ινωδογόνο, μειωμένη αντιθρομβίνη) ή καταστάσεις που προκαλούν παρατεταμένο APTT χωρίς ηπαρίνη (π.χ. αντιπηκτικό του λύκου). Σε αυτές τις περιπτώσεις, η μέτρηση της αντι-Χα δραστικότητας είναι πιο αξιόπιστη. Επιπλέον, το APTT δεν είναι κατάλληλο για την παρακολούθηση της LMWH, καθώς δεν επηρεάζεται σημαντικά από αυτήν.
Πώς γίνεται
Η εξέταση απαιτεί τη λήψη δείγματος αίματος. Δεν απαιτείται νηστεία. Η αιμοληψία πρέπει να πραγματοποιείται 4 έως 6 ώρες μετά τη χορήγηση της ηπαρίνης.