Clinio Logo
Clinio
Βιταμίνες/Ιχνοστοιχεία

Βιταμίνη B

b_vitamin

Γνωστή και ως: Σύμπλεγμα βιταμινών Β

event_repeat Επανάληψη ΕΟΠΥΥ: 1 φορά ανά 20 ημέρες

Γενικός κανόνας για τον ίδιο ΑΜΚΑ (εκτός ειδικών εξαιρέσεων).

Όριο για τον ίδιο ΑΜΚΑ · πλήρεις κανόνες & τιμές ΕΟΠΥΥ

Ερμηνεία αποτελέσματος

trending_up Αυξημένα επίπεδα

Υψηλά επίπεδα βιταμίνης Β μπορεί να σχετίζονται με υπερβιταμίνωση.

trending_down Χαμηλά / φυσιολογικά επίπεδα

Χαμηλές τιμές υποδηλώνουν ανεπάρκεια βιταμίνης Β.

  • Ανεπαρκής πρόσληψη
  • Αδυναμία απορρόφησης
  • Αδυναμία αξιοποίησης
  • Κατανάλωση ουσιών που αναστέλλουν τη δράση τους
  • Ανεπάρκεια άλλων βιταμινών ή μετάλλων που επηρεάζουν τη χρήση τους
  • Αυξημένες ανάγκες
  • Υποσιτισμός
  • Χρόνιος αλκοολισμός
  • Δυσαπορρόφηση
  • Γαστρεντερικές διαταραχές (π.χ. μετά από γαστρική παράκαμψη, κοιλιοκάκη)
  • Ηλικία
  • Χρόνιες παθήσεις όπως ο καρκίνος
  • Αντικαρκινικές θεραπείες
  • Κακή διατροφή
  • Παρατεταμένη διάρροια
  • Κύηση (σε ανεπαρκή διατροφή)
  • Συγγενείς μεταβολικές διαταραχές (σε βρέφη)
warningΠαγίδες ερμηνείας (ψευδώς μη φυσιολογικά)
  • Η υπερβιταμίνωση είναι σπάνια και συνήθως οφείλεται σε υπερβολική λήψη συμπληρωμάτων.
  • Υψηλές συγκεντρώσεις ορισμένων βιταμινών Β μπορεί να επηρεάσουν το ήπαρ ή το νευρικό σύστημα.

Κλινική σημασία

Η εξέταση αυτή διενεργείται για την ανίχνευση και τον προσδιορισμό της σοβαρότητας ελλείψεων βιταμινών του συμπλέγματος Β. Ενδείκνυται σε ασθενείς με συμπτώματα που υποδηλώνουν ανεπάρκεια βιταμινών Β, σε άτομα με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης τέτοιας ανεπάρκειας ή σε περιπτώσεις συνδρόμων δυσαπορρόφησης. Για την ανάλυση απαιτείται δείγμα αίματος από φλέβα του βραχίονα, ενώ εναλλακτικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί τυχαίο ή 24ωρο δείγμα ούρων. Για την εξέταση αίματος απαιτείται νηστεία.

Τι ελέγχει η εξέταση

Οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β αποτελούν απαραίτητα μικροθρεπτικά συστατικά, ζωτικής σημασίας για τον μεταβολισμό, την παραγωγή ενέργειας και τη διατήρηση της υγείας των κυττάρων, του δέρματος, των οστών, των μυών, των οργάνων και του νευρικού συστήματος. Οι εξετάσεις αυτές μετρούν τα επίπεδα των βιταμινών Β στο αίμα ή στα ούρα, παρέχοντας μια εκτίμηση της διατροφικής κατάστασης του ατόμου. Οι βιταμίνες Β προσλαμβάνονται μέσω της τροφής. Ο οργανισμός χρησιμοποιεί τις απαραίτητες ποσότητες και αποβάλλει τις περίσσιες μέσω των ούρων. Λόγω της υδατοδιαλυτής τους φύσης, αποθηκεύονται σε μικρές ποσότητες, καθιστώντας αναγκαία την τακτική πρόσληψη από πηγές τροφίμων ή συμπληρώματα. Στις ανεπτυγμένες χώρες, οι σοβαρές ελλείψεις βιταμινών Β είναι σπάνιες, αλλά παραμένουν συχνές σε περιοχές με διατροφικές ελλείψεις. Ελλείψεις βιταμινών Β μπορεί να προκύψουν από ανεπαρκή πρόσληψη, αδυναμία απορρόφησης ή αξιοποίησης, κατανάλωση ουσιών που αναστέλλουν τη δράση τους, ανεπάρκεια άλλων βιταμινών ή μετάλλων που επηρεάζουν τη χρήση τους, ή αυξημένες ανάγκες. Στις ΗΠΑ, οι ελλείψεις παρατηρούνται κυρίως σε υποσιτισμένα άτομα, χρόνιους αλκοολικούς, ασθενείς με δυσαπορρόφηση ή γαστρεντερικές διαταραχές (π.χ. μετά από γαστρική παράκαμψη, κοιλιοκάκη), καθώς και σε ηλικιωμένους. Επίσης, μπορεί να εμφανιστούν σε χρόνιες παθήσεις όπως ο καρκίνος, κατά τη διάρκεια αντικαρκινικών θεραπειών, σε περιπτώσεις κακής διατροφής και παρατεταμένης διάρροιας. Οι έγκυες γυναίκες με ανεπαρκή διατροφή και τα βρέφη τους διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο. Σπάνια, βρέφη μπορεί να παρουσιάσουν συγγενείς μεταβολικές διαταραχές που εμποδίζουν τη χρήση βιταμινών Β. Τα συμπτώματα ανεπάρκειας βιταμινών Β ποικίλλουν, ειδικά σε ήπιες ή μέτριες περιπτώσεις, και συχνά περιλαμβάνουν εξάνθημα, δερματίτιδα, φλεγμονή της γλώσσας, παραισθησίες (μούδιασμα, μυρμήγκιασμα, κάψιμο) στα άκρα, αναιμία, κόπωση και διανοητικές διαταραχές. Η υπερβιταμίνωση είναι σπάνια και συνήθως οφείλεται σε υπερβολική λήψη συμπληρωμάτων, με υψηλές συγκεντρώσεις ορισμένων βιταμινών Β να επηρεάζουν το ήπαρ ή το νευρικό σύστημα. Η συλλογή του δείγματος αίματος γίνεται με φλεβοκέντηση. Εναλλακτικά, μπορεί να συλλεχθεί τυχαίο ή 24ωρο δείγμα ούρων. Για την εξέταση αίματος απαιτείται νηστεία.

Η εξέταση

Οι εξετάσεις για τις βιταμίνες του συμπλέγματος Β διενεργούνται σε άτομα με χαρακτηριστικά συμπτώματα, με σκοπό την ανίχνευση και τον προσδιορισμό της σοβαρότητας τυχόν ανεπαρκειών. Επίσης, πραγματοποιούνται σε ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανεπάρκειας λόγω υποκείμενης νόσου, όπως άτομα με περιορισμένη ή ανεπαρκή διατροφή, ενδείξεις δυσαπορρόφησης, ασθενείς που λαμβάνουν παρεντερική διατροφή, ή μετά από γαστρική παράκαμψη. Περιλαμβάνονται επίσης χρόνιοι αλκοολικοί και ασθενείς με παθήσεις που σχετίζονται με δυσαπορρόφηση, όπως η κοιλιοκάκη. Η εξέταση ζητείται κυρίως όταν ο ασθενής εμφανίζει συμπτώματα που υποδηλώνουν ανεπάρκεια βιταμινών Β. Τα σημεία και συμπτώματα εξαρτώνται από τη συγκεκριμένη βιταμίνη που βρίσκεται σε έλλειψη και μπορεί να περιλαμβάνουν: εξάνθημα, δερματίτιδα, φλεγμονή της γλώσσας, πληγές στα χείλη ή στο στόμα, ρωγμές στις γωνίες του στόματος, μούδιασμα, μυρμήγκιασμα ή κάψιμο στα χέρια ή τα πόδια (περιφερική νευροπάθεια), αναιμία, κόπωση, αϋπνία, ευερεθιστότητα, απώλεια μνήμης και κατάθλιψη. Οι εξετάσεις για τη βιταμίνη Β πραγματοποιούνται επίσης σε άτομα με αυξημένο κίνδυνο ανεπάρκειας, όπως υποσιτισμένα άτομα, χρόνιοι αλκοολικοί ή ασθενείς με παθήσεις όπως η κοιλιοκάκη που σχετίζονται με δυσαπορρόφηση. Η υπερβιταμίνωση με βιταμίνες Β είναι σπάνια, επομένως ο έλεγχος για αυτήν δεν είναι συχνός. Υψηλές συγκεντρώσεις ορισμένων βιταμινών Β μπορεί να επηρεάσουν το ήπαρ ή το νευρικό σύστημα. Χαμηλές τιμές στα αποτελέσματα υποδηλώνουν ανεπάρκεια βιταμίνης Β, χωρίς όμως να διευκρινίζουν αν οφείλεται σε ανεπαρκή πρόσληψη, αδυναμία απορρόφησης ή αξιοποίησης. Συχνά, η ανεπάρκεια αφορά πολλαπλές βιταμίνες. Φυσιολογικά αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι τα συμπτώματα του ασθενούς πιθανώς οφείλονται σε άλλη αιτία. Υψηλά επίπεδα βιταμίνης Β μπορεί να σχετίζονται με υπερβιταμίνωση, η οποία είναι σπάνια και συνήθως προκαλείται από υπερβολική λήψη συμπληρωμάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η διάγνωση και θεραπεία ανεπάρκειας βιταμίνης Β μπορεί να γίνει με βάση τα κλινικά ευρήματα και την ανταπόκριση στη θεραπεία, χωρίς την ανάγκη εργαστηριακής εξέτασης. Για παράδειγμα, σε υποψία ανεπάρκειας βιταμίνης Β1, ο γιατρός μπορεί να χορηγήσει συμπληρώματα και να παρακολουθήσει την υποχώρηση των συμπτωμάτων.