Κλινική σημασία
Η εξέταση πραγματοποιείται για την επιβεβαίωση και παρακολούθηση της εγκυμοσύνης, καθώς και για τη διάγνωση και παρακολούθηση της τροφοβλαστικής νόσου της κύησης ή όγκων των γεννητικών κυττάρων. Συνιστάται 10 ημέρες μετά την τελευταία έμμηνο ρύση (ή νωρίτερα με ορισμένες μεθόδους, μία εβδομάδα μετά τη σύλληψη) ή όταν υπάρχει κλινική υποψία έκτοπης κύησης, τροφοβλαστικής νόσου ή όγκων των γεννητικών κυττάρων. Απαιτείται δείγμα πρώτων πρωινών ούρων ή αίματος από φλέβα. Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία, αλλά η υπερβολική κατανάλωση υγρών πριν τη συλλογή ούρων μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς αρνητικό αποτέλεσμα.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η ανθρώπινη χοριονική γοναδοτροπίνη (hCG) είναι μια ορμόνη που παράγεται από τον πλακούντα κατά την εγκυμοσύνη. Η ανίχνευσή της στο αίμα ή στα ούρα επιβεβαιώνει την κύηση. Είναι ανιχνεύσιμη περίπου 10 ημέρες μετά την τελευταία έμμηνο ρύση, όταν το γονιμοποιημένο ωάριο εμφυτεύεται στη μήτρα, ενώ ορισμένες μέθοδοι την ανιχνεύουν ήδη μία εβδομάδα μετά τη σύλληψη. Στις αρχές της κύησης, η hCG είναι απαραίτητη για τη διατήρηση του ωχρού σωματίου. Τα επίπεδά της αυξάνονται σταθερά κατά το πρώτο τρίμηνο, κορυφώνονται περίπου τη 10η εβδομάδα μετά την τελευταία έμμηνο ρύση και στη συνέχεια μειώνονται σταδιακά. Μετά τον τοκετό, η hCG δεν είναι πλέον ανιχνεύσιμη εντός λίγων εβδομάδων. Η hCG παράγεται επίσης από ορισμένους όγκους των γεννητικών κυττάρων και εμφανίζει αυξημένα επίπεδα στην τροφοβλαστική νόσο της κύησης. Το δείγμα συλλέγεται συνήθως από τα πρώτα πρωινά ούρα ή από φλεβικό αίμα. Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία, αλλά η υπερβολική κατανάλωση υγρών πριν τη συλλογή ούρων μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς αρνητικό αποτέλεσμα λόγω αραίωσης.
Η εξέταση
- Χρήση: Ο ποιοτικός προσδιορισμός της hCG ανιχνεύει την παρουσία της ορμόνης και χρησιμοποιείται κυρίως για την επιβεβαίωση της εγκυμοσύνης. Ο ποσοτικός προσδιορισμός (β-hCG) μετράει την ακριβή ποσότητα της hCG στο αίμα και μπορεί να ζητηθεί για τη διάγνωση έκτοπης κύησης, την παρακολούθηση της εξέλιξης της κύησης (ιδίως σε περιπτώσεις αποτυχίας) ή μετά από αποβολή. Επίσης, χρησιμοποιείται για τη διάγνωση τροφοβλαστικής νόσου της κύησης ή όγκων των γεννητικών κυττάρων (όρχεις/ωοθήκες) και για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας και την ανίχνευση υποτροπών.
- Πότε ζητείται: Ο ποιοτικός έλεγχος hCG στα ούρα ή το αίμα ζητείται 10 ημέρες μετά την τελευταία έμμηνο ρύση για επιβεβαίωση εγκυμοσύνης (ορισμένες μέθοδοι ανιχνεύουν την hCG νωρίτερα, μία εβδομάδα μετά τη σύλληψη). Πολλαπλές ποσοτικές μετρήσεις hCG στο αίμα, σε διάστημα ημερών, μπορεί να ζητηθούν για τον αποκλεισμό έκτοπης κύησης ή την παρακολούθηση μετά από αποβολή. Η ποσοτική μέτρηση hCG ζητείται επίσης όταν υπάρχει υποψία τροφοβλαστικής νόσου ή όγκου γεννητικών κυττάρων, και περιοδικά για την παρακολούθηση της θεραπείας και την ανίχνευση υποτροπών.
- Ερμηνεία αποτελεσμάτων: Σε μη έγκυες γυναίκες, τα επίπεδα hCG είναι συνήθως μη ανιχνεύσιμα. Στην αρχή μιας φυσιολογικής εγκυμοσύνης, τα επίπεδα hCG στο αίμα διπλασιάζονται κάθε 2-3 ημέρες. Σε έκτοπες κυήσεις, ο χρόνος διπλασιασμού είναι συνήθως μεγαλύτερος. Σε κυήσεις που αποτυγχάνουν, παρατηρείται μεγαλύτερος χρόνος διπλασιασμού ή σταδιακή μείωση των συγκεντρώσεων hCG. Μετά από αποβολή, οι συγκεντρώσεις hCG μειώνονται ταχύτατα. Εάν η hCG δεν μειωθεί σε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα, αυτό μπορεί να υποδηλώνει την παραμονή ιστού που παράγει hCG και χρήζει αφαίρεσης. Κατά τη θεραπεία τροφοβλαστικής νόσου ή όγκων γεννητικών κυττάρων, η μείωση των επιπέδων hCG υποδηλώνει ανταπόκριση στη θεραπεία, ενώ η αύξηση μπορεί να υποδηλώνει μη ανταπόκριση ή υποτροπή μετά τη θεραπεία.
- Σημαντικές πληροφορίες: Εξετάσεις που πραγματοποιούνται πολύ νωρίς στην κύηση, πριν επιτευχθεί επαρκής συγκέντρωση hCG, μπορεί να δώσουν ψευδώς αρνητικό αποτέλεσμα. Η παρουσία αίματος ή πρωτεΐνης στα ούρα μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς θετικό αποτέλεσμα. Πολύ αραιά ούρα μπορεί να δώσουν ψευδώς αρνητικό αποτέλεσμα σε τεστ ούρων, γι’ αυτό συνιστάται να αποφεύγεται η υπερβολική κατανάλωση υγρών πριν τη συλλογή δείγματος ούρων για τεστ εγκυμοσύνης. Ορισμένα φάρμακα, όπως διουρητικά και προμεθαζίνη, μπορούν να προκαλέσουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα σε τεστ ούρων. Άλλα φάρμακα, όπως αντισπασμωδικά, φάρμακα για τη νόσο του Parkinson, υπνωτικά και ηρεμιστικά, μπορεί να οδηγήσουν σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Έχουν αναφερθεί ψευδώς θετικά αποτελέσματα hCG στον ορό λόγω αλληλεπιδράσεων με διάφορες ουσίες (όχι φάρμακα), όπως ορισμένοι τύποι αντισωμάτων ή θραύσματα του μορίου της hCG. Σε αμφίβολα αποτελέσματα, συνιστάται επιβεβαίωση με εναλλακτική μέθοδο.
Συχνές ερωτήσεις
- Πώς συγκρίνεται το τεστ που κάνω στο σπίτι, μόνη μου, με τα αποτελέσματα της εξέτασης που πραγματοποιείται στο εργαστήριο; Το τεστ εγκυμοσύνης που γίνεται στο σπίτι μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με την ποιοτική δοκιμασία της hCG στα ούρα που πραγματοποιείται στο εργαστήριο, αλλά θα πρέπει να προσεχθούν κάποιοι παράγοντες. · Πρώτον τα τεστ εγκυμοσύνης που γίνονται στο σπίτι, έχουν πολύ σαφείς οδηγίες, οι οποίες θα πρέπει να ακολουθούνται επακριβώς. Ακολουθήστε τις οδηγίες πολύ προσεκτικά. · Δεύτερον, τα τεστ εγκυμοσύνης στο σπίτι γίνονται υπερβολικά νωρίς μετά από την τελευταία έμμηνο ρύση, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να βγουν θετικά, διότι φυσιολογικά χρειάζονται 10 μέρες από τη σύλληψη, προκειμένου να μπορεί να ανιχνευτεί η hCG στο τεστ ούρων. Αυτός είναι και ο λόγος που, μερικές φορές, το τεστ εγκυμοσύνης είναι αρνητικό, ενώ η εξέταση που πραγματοποιείται από τον γιατρό είναι θετική - η εξέταση από τον γιατρό συνήθως γίνεται αρκετές μέρες αργότερα, όταν τα επίπεδα της hCG είναι πλέον ανιχνεύσιμα. · Όλα τα ποιοτικά τεστ ούρων για την hCG πρέπει να γίνονται στο πρώτο πρωϊνό δείγμα ούρων, εάν αυτό είναι δυνατό. Τα ούρα γίνονται πιο αραιά μετά από την κατανάλωση υγρών (καφές, χυμός, νερό, κλπ) και η συγκέντρωση της hCG στα ούρα μπορεί να μειωθεί σημαντικά για να ληφθεί ως θετική. Γενικά, όταν χρησιμοποιούνται σωστά, τα τεστ εγκυμοσύνης που γίνονται στο σπίτι δίνουν τα ίδια αποτελέσματα με την εξέταση της hCG στα ούρα, που γίνεται από τον γιατρό. Η ποιοτική δοκιμασία της hCG στο αίμα είναι πιο ευαίσθητη από αυτήν των ούρων, οπότε μερικές φορές η εξέταση αίματος δείχνει εγκυμοσύνη ενώ η εξέταση ούρων όχι. Η ποσοτική δοκιμασία της hCG απαιτεί δείγμα αίματος και ως εκ τούτου πρέπει να πραγματοποιηθεί στο εργαστήριο.
- Πότε ζητείται εξέταση αίματος για την hCG, αντί για εξέταση ούρων; Καθώς η hCG φυσιολογικά δεν ανιχνεύεται στα ούρα μίας γυναίκας που δεν είναι έγκυος, μία μόνο εξέταση ούρων για την hCG είναι αρκετή για την επιβεβαίωση της εγκυμοσύνης. Αυτή μπορεί να γίνει με μία ποιοτική δοκιμασία της hCG στο αίμα. Μερικές φορές, παρόλ’αυτά, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε την υπάρχουσα ποσότητα της hCG, προκειμένου να αξιολογήσουμε μία υποπτευόμενη έκτοπη κύηση ή να παρακολουθήσουμε την πορεία μιας γυναίκας μετά από αποβολή. Στις περιπτώσεις αυτές, ο γιατρός σας θα πραγματοποιήσει μία ποσοτική εξέταση αίματος για την hCG.
- Πώς αλλιώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί μία εξέταση για την hCG; Έχει καθιερωθεί, πλέον, στα περισσότερα νοσοκομεία να ελέγχονται όλες οι γυναίκες ασθενείς για το ενδεχόμενο κύησης, κάνοντας εξέταση ούρων ή αίματος για την hCG πριν από οποιαδήποτε ιατρική παρέμβαση (π.χ. κάποια χειρουργική επέμβαση) που θα μπορούσε να βλάψει το έμβρυο.
- Πόσες μέρες μετά από μία αποβολή χρειάζονται για να είναι ένα τεστ εγκυμοσύνης αρνητικό; Η hCG στα ούρα μειώνεται με τον ίδιο περίπου ρυθμό με την hCG του ορού και αυτό μπορεί να διαρκέσει γύρω στις 9 με 35 μέρες, με ένα μέσο όρο 19 ημερών. Παρόλ’αυτά, το χρονικό πλαίσιο που χρειάζεται για να γίνει αρνητικό το αποτέλεσμα της hCG εξαρτάται από την τιμή της hCG κατά την αποβολή του εμβρύου. Συχνά, οι αποβολές παρακολουθούνται με τη ποσοτική μέτρηση της hCG στο αίμα. Αν τα επίπεδα της hCG δεν μειωθούν σε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα, ένα μέρος του ιστού που παράγει την hCG έχει παραμείνει και θα πρέπει να αφαιρεθεί.
- Τί είναι μία έκτοπος κύηση; Η έκτοπη κύηση συμβαίνει όταν το γονιμοποιημένο ωάριο (ωάριο) εμφυτεύεται κάπου άλλου, πέρα από τη μήτρα. Πρόκειται για μία σοβαρή κατάσταση, η οποία χρειάζεται άμεση θεραπεία. Οι γυναίκες με έκτοπη κύηση,νιώθουν συνήθως πόνο στην κοιλιά και αιμορραγούν από τη μήτρα. Στις έκτοπες κυήσεις παράγονται ασυνήθιστα χαμηλά επίπεδα της hCG.
- Τί είναι η νόσος της τροφοβλάστης της κύησης; Η τροφοβλαστική νόσος της κύησης (GTD) αφορά μία ομάδα ασθενειών, οι οποίες μπορεί να προσβάλλουν τη μήτρα προκαλών από καλοήθεις όγκους έως κακοήθες χοριοκαρκίνωμα. Η μοριακή εγκυμοσύνη είναι ένας τύπος της τροφοβλαστικής νόσου της κύησης. Οι όγκοι ξεκινούν από το στρώμα των κυττάρων, που ονομάζεται τροφοβλάστη, η οποία αποτελεί τον πλακούντα σε μία φυσιολογική εγκυμοσύνη. Η εξέταση της hCG στο αίμα μπορεί να βοηθήσει στη διάγνωση και την παρακολούθηση της GTD. Με την κατάλληλη θεραπεία ο βαθμός ίασης της GTD είναι πολύ υψηλός.