Κλινική σημασία
Η εξέταση αυτή διενεργείται για την αξιολόγηση των επιπέδων οξυγόνου (O2) και διοξειδίου του άνθρακα (CO2) στο αίμα, καθώς και της οξεοβασικής ισορροπίας του οργανισμού. Οι διαταραχές σε αυτές τις παραμέτρους μπορεί να υποδηλώνουν αναπνευστικά, μεταβολικά ή νεφρικά προβλήματα. Η εξέταση ενδείκνυται όταν υπάρχουν συμπτώματα όπως δύσπνοια, ταχύπνοια ή υπεραερισμός. Χρησιμοποιείται επίσης για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της οξυγονοθεραπείας σε οξείες ή χρόνιες καταστάσεις υποξίας, καθώς και κατά τη διάρκεια χειρουργικών επεμβάσεων για τον έλεγχο των αερίων του αίματος. Για τη διενέργεια της εξέτασης απαιτείται δείγμα αρτηριακού αίματος, συνήθως από την κερκιδική αρτηρία του καρπού. Σε βρέφη, μπορεί να χρησιμοποιηθεί τριχοειδικό αίμα από τη φτέρνα.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η ανάλυση των αερίων του αίματος παρέχει πληροφορίες σχετικά με την επάρκεια οξυγόνωσης και την οξεοβασική κατάσταση του οργανισμού, δηλαδή αν το αίμα είναι υπερβολικά όξινο (οξέωση) ή αλκαλικό (αλκάλωση). Μετρώνται άμεσα οι εξής παράμετροι: το pH, το οποίο αντικατοπτρίζει τη συγκέντρωση ιόντων υδρογόνου (H+) και την οξεοβασική ισορροπία (μειώνεται με την αύξηση του CO2 και άλλων οξέων, αυξάνεται με τη μείωση του CO2 ή την αύξηση των βάσεων όπως τα διττανθρακικά), η μερική πίεση οξυγόνου (pO2), που δείχνει την ποσότητα διαλυμένου οξυγόνου στο αίμα, και η μερική πίεση διοξειδίου του άνθρακα (pCO2), που αντικατοπτρίζει την ποσότητα διαλυμένου CO2 (υψηλό pCO2 μειώνει το pH, χαμηλό pCO2 το αυξάνει). Επιπλέον, υπολογίζονται ή μετρώνται ο κορεσμός οξυγόνου (ποσοστό αιμοσφαιρίνης δεσμευμένο με οξυγόνο), τα διττανθρακικά (HCO3-), τα οποία αποτελούν την κύρια μορφή CO2 στο σώμα και υπολογίζονται από το pH και το pCO2, και η περίσσεια/έλλειμμα βάσεως, ένας υπολογισμός που αντιπροσωπεύει το σύνολο των ρυθμιστικών ανιόντων (αιμοσφαιρίνη, πρωτεΐνες, φωσφορικά, διττανθρακικά) που αντισταθμίζουν τις διαταραχές του pH. Η συλλογή του δείγματος γίνεται σχεδόν πάντα από αρτηρία, συνήθως την κερκιδική στον καρπό, μετά από διενέργεια του τεστ Allen για έλεγχο της κυκλοφορίας. Εναλλακτικά, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η βραχιόνιος ή η μηριαία αρτηρία. Σε νεογνά με αναπνευστική δυσχέρεια, λαμβάνεται αίμα από την ομφάλια αρτηρία και φλέβα. Εάν ο ασθενής λαμβάνει οξυγονοθεραπεία, καταγράφεται η ποσότητα του χορηγούμενου οξυγόνου ή διακόπτεται για 20-30 λεπτά για αξιολόγηση σε ατμοσφαιρικό αέρα. Μετά τη λήψη, απαιτείται πίεση στο σημείο παρακέντησης για 5-15 λεπτά, ανάλογα με τη λήψη αντιπηκτικών.
Η εξέταση
Οι μετρήσεις των αερίων του αίματος χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της οξυγόνωσης και της οξεοβασικής ισορροπίας. Ο οργανισμός προσπαθεί να αυτοδιορθώσει τις διαταραχές, αλλά σε σοβαρά ή χρόνια προβλήματα μπορεί να απαιτηθεί ιατρική παρέμβαση, όπως χορήγηση οξυγόνου ή μηχανικός αερισμός. Σε ασθενείς υπό συνεχή οξυγονοθεραπεία, η εξέταση παρακολουθεί την αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Ζητείται όταν υπάρχουν συμπτώματα διαταραχής O2/CO2 ή pH, όπως δύσπνοια, και μπορεί να υποδείξει αναπνευστικό ή μεταβολικό πρόβλημα, χωρίς να προσδιορίζει την αιτία. Είναι απαραίτητη σε ασθενείς με αναπνευστικές, μεταβολικές ή νεφρικές παθήσεις που παρουσιάζουν αναπνευστικά προβλήματα. Επίσης, διενεργείται σε ασθενείς με τραύματα κεφαλής ή λαιμού που επηρεάζουν την αναπνοή, καθώς και κατά τη διάρκεια και μετά από παρατεταμένη αναισθησία σε χειρουργικές επεμβάσεις. Στα νεογέννητα, η ανάλυση αερίων ομφαλίου λώρου μπορεί να αποκαλύψει αναπνευστικά προβλήματα και την οξεοβασική κατάσταση. Μη φυσιολογικά αποτελέσματα υποδηλώνουν ανεπαρκή οξυγόνωση, ανεπαρκή αποβολή διοξειδίου του άνθρακα ή νεφρική δυσλειτουργία, καταστάσεις που, αν αφεθούν αθεράπευτες, μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή. Ο γιατρός θα προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την αποκατάσταση της ισορροπίας και την αντιμετώπιση της υποκείμενης αιτίας. Οι διαταραχές του pH (οξέωση ή αλκάλωση) οφείλονται σε αναπνευστικά ή μεταβολικά προβλήματα, με το ένα σύστημα να αντισταθμίζει το άλλο. Η αναπνευστική οξέωση (χαμηλό pH, αυξημένο pCO2) προκαλείται από υποαερισμό (π.χ. πνευμονία, ΧΑΠ, καταστολή από φάρμακα), ενώ η αναπνευστική αλκάλωση (υψηλό pH, χαμηλό pCO2) από υπεραερισμό (π.χ. άγχος, πόνος, πνευμονικές παθήσεις). Η μεταβολική οξέωση (χαμηλό pH, μειωμένα HCO3-) συνδέεται με σακχαρώδη διαβήτη, shock, νεφρική ανεπάρκεια, ενώ η μεταβολική αλκάλωση (αυξημένο pH, αυξημένα HCO3-) με υποκαλιαιμία, χρόνιους εμέτους ή υπερδοσολογία διττανθρακικών. Η λήψη αρτηριακού αίματος είναι συνήθως πιο επώδυνη από τη φλεβοκέντηση και απαιτείται πίεση στο σημείο για την αποφυγή αιμορραγίας. Σε ειδικές περιπτώσεις, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μικτό φλεβικό αίμα από κεντρική γραμμή, αλλά απαιτείται προσεκτική ερμηνεία.
Συχνές ερωτήσεις
1.Μπορεί αυτή η εξέταση να γίνει στο ιατρείο; 2.Είχα πνευμονία προηγουμένως και τώρα έχω άσθμα. Γιατί ο γιατρός μου δεν μου έκανε ποτέ αυτή την εξέταση; 3.Υπάρχει άλλος τρόπος για να μετρήσω τα επίπεδα του οξυγόνου μου; 1.Μπορεί αυτή η εξέταση να γίνει στο ιατρείο; Οι μετρήσεις αερίων αίματος πραγματοποιούνται από εκπαιδευμένο προσωπικό, συνήθως σε νοσοκομείο, στα τμήματα επειγόντων περιστατικών, ή μεγάλα διαγνωστικά κέντρα, αφού η ανάλυση πρέπει να γίνει αμέσως μετά τη λήψη του αίματος και απαιτείται ειδικός εξοπλισμός. Οι περισσότεροι γιατροί δεν έχουν τέτοια δυνατότητα στα ιατρεία τους. 2. Είχα πνευμονία προηγουμένως και τώρα έχω άσθμα. Γιατί ο γιατρός μου δεν μου έκανε ποτέ αυτή την εξέταση; Οι περισσότερες περιπτώσεις πνευμονίας ή άσθματος μπορούν να διαγνωσθούν από τα συμπτώματα και ελέγχονται με την ακρόαση του θώρακα ή με σπιρομετρικό έλεγχο ή με ακτινογραφία θώρακα. Τις πιο πολλές φορές το άσθμα απαντά στη συνηθισμένη σας αγωγή και η πνευμονία με ανάπαυση και πιθανόν αντιβιοτικά. Εξέταση αερίων αίματος μπορεί να χρειασθεί αν έχετε σοβαρά ή οξέα αναπνευστικά προβλήματα ή παρατεταμένα, χρόνια προβλήματα. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, έλεγχος αερίων αίματος γίνεται στα τμήματα επειγόντων περιστατικών ή στο νοσοκομείο. 3.Υπάρχει άλλος τρόπος για να μετρήσω τα επίπεδα του οξυγόνου μου; ‘Ένα οξύμετρο παλμού είναι ένας μη επεμβατικός τρόπος (δεν απαιτείται τρύπημα με βελόνα για να παρθεί δείγμα αίματος) συνεχούς ελέγχου μόνο του κορεσμού του οξυγόνου. Μια μικρή συσκευή σαν μανταλάκι (καλείται αισθητήρας) τοποθετείται στο άκρο του δακτύλου ή στο λοβό του αυτιού. Ο αισθητήρας διαβάζει φως που εκπέμπεται μέσω του δέρματος. Τα οξύμετρα παλμού είναι χρήσιμα για παρακολούθηση της πορείας του κορεσμού του οξυγόνου, αλλά η ακρίβειά τους μπορεί να επηρεασθεί από την παρουσία ανώμαλης μορφής αιμοσφαιρίνης, όπως ανθρακυλαιμοσφαιρίνη (εμφανίζεται σε δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα), αδύναμο σφυγμό που οφείλεται σε φτωχή παροχή, και πολύ χαμηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης που οφείλεται σε σοβαρή αναιμία.