Κλινική σημασία
Η εξέταση αυτή διενεργείται για την αξιολόγηση της μορφολογίας και του αριθμού των ερυθρών αιμοσφαιρίων (RBCs), των λευκών αιμοσφαιρίων (WBCs) και των αιμοπεταλίων (PLTs). Επιπλέον, επιτρέπει τη διαφορική καταμέτρηση των διαφόρων τύπων WBCs και τον προσδιορισμό της εκατοστιαίας τους αναλογίας στο αίμα. Το επίχρισμα περιφερικού αίματος συμβάλλει στη διάγνωση διαφόρων παθήσεων που επηρεάζουν την παραγωγή, λειτουργία ή καταστροφή των κυττάρων του αίματος, όπως ανεπάρκειες, λοιμώξεις και διαταραχές. Χρησιμοποιείται επίσης για την παρακολούθηση της κυτταρικής παραγωγής και ωρίμανσης σε καταστάσεις όπως η λευχαιμία, κατά τη διάρκεια χημειοθεραπείας/ακτινοθεραπείας, και για την αξιολόγηση αιμοσφαιρινοπαθειών. Η εξέταση ενδείκνυται όταν τα αποτελέσματα της γενικής αίματος (CBC) ή του αυτόματου αναλυτή για τα WBCs είναι μη φυσιολογικά, οπότε και παρασκευάζεται και εξετάζεται μικροσκοπικά ένα λεπτό επίχρισμα περιφερικού αίματος για τη μελέτη της μορφολογίας, του αριθμού και της αναλογίας των ώριμων και άωρων μορφών των αιμοσφαιρίων. Το δείγμα λαμβάνεται με φλεβοκέντηση από το χέρι, ή με τρύπημα δακτύλου, αυτιού, ή φτέρνας σε νεογνά. Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία για την εξέταση.
Τι ελέγχει η εξέταση
Το επίχρισμα αίματος είναι μια λεπτή στρώση αίματος απλωμένη σε αντικειμενοφόρο πλάκα, η οποία χρωματίζεται ειδικά και εξετάζεται μικροσκοπικά από εξειδικευμένο επιστήμονα. Το αίμα περιέχει διάφορους τύπους κυττάρων που αιωρούνται στο πλάσμα. Το επίχρισμα παρέχει μια εικόνα των κυττάρων κατά τη στιγμή της λήψης, επιτρέποντας την αξιολόγηση των λευκών αιμοσφαιρίων (WBC), των ερυθρών αιμοσφαιρίων (RBC) και των αιμοπεταλίων (PLT). Αυτά τα κύτταρα παράγονται και ωριμάζουν στον μυελό των οστών πριν απελευθερωθούν στην κυκλοφορία. Τα WBC καταπολεμούν λοιμώξεις, τα RBC μεταφέρουν οξυγόνο, και τα PLT, μικρά κυτταρικά θραύσματα, συμβάλλουν στην πήξη του αίματος. Ο αριθμός και το ποσοστό κάθε τύπου κυττάρων διατηρούνται εντός συγκεκριμένων ορίων. Στο επίχρισμα, το οποίο περιέχει εκατομμύρια RBC, χιλιάδες WBC και εκατοντάδες χιλιάδες PLT, αξιολογείται εύκολα ο αριθμός και το είδος των WBC, καθώς και το μέγεθος, το σχήμα και η γενική τους εμφάνιση σε σύγκριση με τα φυσιολογικά κύτταρα. Είναι δυνατή η διαφοροποίηση των πέντε τύπων WBC και ο προσδιορισμός της εκατοστιαίας τους αναλογίας. Επίσης, εκτιμώνται τα RBC ως προς το μέγεθος, το σχήμα και το χρώμα (που υποδηλώνει την περιεκτικότητα σε αιμοσφαιρίνη), καθώς και ο αριθμός των PLT. Πολλές ασθένειες και παθολογικές καταστάσεις μπορούν να επηρεάσουν τον αριθμό και τη μορφολογία των κυττάρων του αίματος. Η μικροσκόπηση επιχρισμάτων αίματος επιβεβαιώνει ευρήματα άλλων εξετάσεων. Για παράδειγμα, μεγαλύτερα και χλωμότερα RBC μπορεί να υποστηρίζουν διάγνωση αναιμίας, ενώ η παρουσία άωρων WBC μπορεί να υποδηλώνει λοίμωξη, κακοήθεια ή άλλη παθολογική κατάσταση. Το δείγμα αίματος συλλέγεται με φλεβοκέντηση από το χέρι, ή με τρύπημα δακτύλου, αυτιού, ή φτέρνας σε νεογνά. Δεν απαιτείται ειδική δοκιμασία για την ποιότητα του δείγματος.
Η εξέταση
Το επίχρισμα περιφερικού αίματος χρησιμοποιείται κυρίως για την περαιτέρω διερεύνηση μη φυσιολογικών αποτελεσμάτων της γενικής αίματος. Επίσης, συμβάλλει στη διάγνωση και παρακολούθηση παθολογικών καταστάσεων που επηρεάζουν τους πληθυσμούς των κυττάρων του αίματος. Ενώ παλαιότερα ήταν ρουτίνα, σήμερα, με την εξέλιξη των αυτοματοποιημένων αναλυτών, διενεργείται όταν τα αποτελέσματα του αναλυτή ή η διαφορική καταμέτρηση υποδεικνύουν μη φυσιολογικά WBC, RBC ή αιμοπετάλια, ή όταν υπάρχει υποψία παρουσίας μη φυσιολογικών κυττάρων. Η εξέταση από έμπειρο μικροσκόπο παραμένει η βέλτιστη μέθοδος για την οριστική αξιολόγηση και ταυτοποίηση άωρων και μη φυσιολογικών κυττάρων. Χρησιμοποιείται για την κατηγοριοποίηση και ταυτοποίηση παθολογικών καταστάσεων που επηρεάζουν έναν ή περισσότερους τύπους κυττάρων του αίματος και για την παρακολούθηση των θεραπειών. Πολλές παθήσεις, διαταραχές και ανεπάρκειες μπορούν να επηρεάσουν τον τύπο, τον αριθμό, τη λειτουργικότητα και τη διάρκεια ζωής των κυττάρων του αίματος. Συνήθως, μόνο ώριμα κύτταρα απελευθερώνονται στην κυκλοφορία, αλλά ορισμένες καταστάσεις μπορεί να διεγείρουν τον μυελό των οστών να απελευθερώσει άωρα ή μη φυσιολογικά κύτταρα. Η παρουσία σημαντικού αριθμού φυσιολογικών ή παθολογικών κυττάρων στην κυκλοφορία υποδηλώνει υποκείμενη παθολογική κατάσταση και απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση. Η εξέταση ζητείται κυρίως για την αξιολόγηση των κυττάρων του αίματος όταν η γενική αίματος σε αυτόματο αναλυτή υποδηλώνει μη φυσιολογικά ή άωρα κύτταρα. Επίσης, όταν ο ιατρός υποψιάζεται ανεπάρκεια, ασθένεια ή διαταραχή που επηρεάζει την παραγωγή ή καταστροφή των κυττάρων του αίματος, όπως αναιμία, μυελοϋπερπλαστική διαταραχή, διαταραχή του μυελού των οστών ή λευχαιμία. Ενδείξεις και συμπτώματα περιλαμβάνουν αδυναμία, κόπωση, χλωμή επιδερμίδα, ανεξήγητο ίκτερο, αιμορραγικά επεισόδια, διόγκωση σπλήνα και πόνο στα οστά. Ο ιατρός μπορεί να ζητήσει την εξέταση σε τακτά χρονικά διαστήματα για παρακολούθηση ασθενών υπό θεραπεία για παθήσεις των κυττάρων του αίματος. Τα ευρήματα από την αξιολόγηση του επιχρίσματος αίματος δεν είναι πάντα διαγνωστικά από μόνα τους, αλλά συνήθως υποδηλώνουν την παρουσία, τη σοβαρότητα μιας υποκείμενης νόσου και την ανάγκη για περαιτέρω διαγνωστικές εξετάσεις. Τα αποτελέσματα ερμηνεύονται σε συνδυασμό με τη γενική αίματος, άλλες εργαστηριακές εξετάσεις, κλινικές ενδείξεις και συμπτώματα του ασθενούς. Τα αποτελέσματα περιλαμβάνουν συνήθως περιγραφή της μορφής των RBC, WBC και αιμοπεταλίων, καθώς και τυχόν μη φυσιολογικά ευρήματα. Τα φυσιολογικά, ώριμα RBC είναι ομοιόμορφα σε μέγεθος (περίπου 7 μm), χωρίς πυρήνα, στρογγυλά, αμφίκοιλα και χρωματίζονται ροζ έως κόκκινα με χλωμό κέντρο. Φυσιολογική εμφάνιση RBC αναφέρεται ως νορμόχρωμη και νορμοκυτταρική. Σημαντικός αριθμός κυττάρων με διαφορετικό σχήμα ή μέγεθος μπορεί να υποδηλώνει νόσο, όπως αναιμία, αιμοσφαιρινοπάθειες (π.χ. δρεπανοκυτταρική, θαλασσαιμία), μυελοϋπερπλαστικές διαταραχές ή διαταραχές του μυελού των οστών. Παραδείγματα ερυθροκυτταρικών ανωμαλιών περιλαμβάνουν ανισοκυττάρωση (ποικιλία μεγεθών: μικροκύτταρα < 7 μm, μακροκύτταρα > 7 μm) και ποικιλοκυττάρωση (διάφορα σχήματα: εχινοκύτταρα, ακανθοκύτταρα, ελλειπτοκύτταρα, κερατοκύτταρα, rouleaux, δρεπανοκύτταρα, στοχοκύτταρα, δακρυοκύτταρα, σχιστοκύτταρα). Ως μέρος της αξιολόγησης του επιχρίσματος αίματος, διενεργείται λευκοκυτταρικός τύπος, όπου καταμετρώνται τουλάχιστον 100 WBC και κατηγοριοποιούνται ανάλογα με τον τύπο τους, υπολογίζοντας το ποσοστό κάθε τύπου. Μελετάται επίσης η μορφολογία, το στάδιο ωρίμανσης και ο πυρήνας των WBC. Όλα τα WBC προέρχονται από αρχέγονα κύτταρα του μυελού των οστών, όπου διαφοροποιούνται σε μυελοκύτταρα και λεμφοκύτταρα, ωριμάζοντας σε πέντε ξεχωριστές κατηγορίες. Τα κοκκιοκύτταρα περιλαμβάνουν: Ουδετερόφιλα (10-18 μm), με ροζ ή μοβ κοκκία, αποτελούν την πλειοψηφία των WBC σε υγιείς ενήλικες και συμβάλλουν στην άμυνα έναντι λοιμώξεων. Ηωσινόφιλα (10-15 μm), αναγνωρίσιμα από τα μεγάλα, κόκκινο-πορτοκαλί κοκκία τους, είναι λίγα σε αριθμό (1-3%) και αυξάνονται σε αλλεργίες και παρασιτικές λοιμώξεις. Βασεόφιλα (10-15 μm), με μεγάλα, μαύρα κοκκία, είναι ο λιγότερο συχνός τύπος (1%). Τα ακοκκιοκύτταρα περιλαμβάνουν: Μονοκύτταρα (12-20 μm), συνήθως τα μεγαλύτερα WBC, λειτουργούν ως φαγοκύτταρα, πέπτοντας κυτταρικά υπολείμματα, βακτήρια ή άλλα σωματίδια. Λεμφοκύτταρα (10-12 μm), μικρότερα, με ομοιογενές κυτταρόπλασμα και ομαλό, στρογγυλό πυρήνα. Τα Β-λεμφοκύτταρα παράγουν αντισώματα. Ο απόλυτος ή σχετικός αριθμός των WBC και η μορφή τους μπορεί να επηρεαστεί από ασθένειες όπως λοιμώξεις/φλεγμονές (αύξηση συγκεκριμένων τύπων WBC), διαταραχές του μυελού των οστών (αύξηση ή μείωση WBC), αλλεργίες (αύξηση ηωσινόφιλων), καρκίνος ή μυελοϋπερπλαστικές διαταραχές (παρουσία άωρων WBC, όπως βλάστες, που φυσιολογικά βρίσκονται στον μυελό των οστών). Η παρουσία βλαστών στο περιφερικό αίμα μπορεί να υποδηλώνει σοβαρή πάθηση. Τα αιμοπετάλια είναι κυτταρικά θραύσματα από μεγακαρυοκύτταρα του μυελού των οστών. Όταν ένα αιμοφόρο αγγείο τραυματιστεί, ενεργοποιούνται και σχηματίζουν συσσωματώματα, αρχίζοντας τον σχηματισμό θρόμβου. Απαιτείται επαρκής αριθμός αιμοπεταλίων για τον έλεγχο της αιμορραγίας. Πολύ λίγα ή δυσλειτουργικά αιμοπετάλια μειώνουν την ικανότητα πήξης, ενώ υπερβολικά πολλά μπορεί να οδηγήσουν σε θρόμβωση, ακόμα και αν είναι δυσλειτουργικά. Η μέτρηση των αιμοπεταλίων είναι μέρος της γενικής αίματος. Μη φυσιολογικός αριθμός αιμοπεταλίων διερευνάται περαιτέρω με επίχρισμα περιφερικού αίματος για ανωμαλίες στο σχήμα ή το μέγεθος, όπως μεγάλα ή γιγαντιαία αιμοπετάλια σε μυελοϋπερπλαστικές διαταραχές ή ανοσολογικές θρομβοκυτταροπενίες. Τα παθολογικά ευρήματα του επιχρίσματος αξιολογούνται από βιοπαθολόγο ή αιματολόγο. Ανάλογα με τα αποτελέσματα, μπορεί να ζητηθούν επιπλέον εξετάσεις, όπως αναρρόφηση και βιοψία μυελού των οστών. Παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τα αποτελέσματα περιλαμβάνουν πρόσφατη μετάγγιση αίματος, αυξημένα επίπεδα πρωτεΐνης, ασθένεια, άγχος, έντονη άσκηση ή κάπνισμα.
Συχνές ερωτήσεις
- Γιατί οι αυτόματοι αναλυτές δεν έχουν αντικαταστήσει πλήρως το επίχρισμα αίματος; Toέχουν ήδη επιτύχει, αλλά οι αυτόματοι αναλυτές συνήθως αξιολογούν τα RBC, τα WBC και τα αιμοπετάλια βάση της τυπικής μορφολογίας, του τυπικού μεγέθους, και των ηλεκτρικών και φωτομετρικών ιδιοτήτων τους. Μπορεί όμως να υπάρξουν κάποιες μεταβολές σε κάθε τύπο και αριθμό κυττάρων λόγω της ποικιλίας των φυσιολογικών και εξωτερικών ερεθισμάτων. Η χρήση ενός αυτοματοποιημένου μηχανήματος μπορεί συχνά να ταυτοποιήσει την παρουσία μη φυσιολογικών κυττάρων αλλά στερείται της ικανότητας του να τα κατατάξει σε υποκατηγορίες. Θραύσματα κυττάρων και συσσωματώματα αιμοπεταλίων, ιδιαίτερα αν είναι μεγάλα σε μέγεθος, μπορούν λανθασμένα να μετρηθούν σαν WBC, αυξάνοντας έτσι ψευδώς τον αριθμό τους. Ένας εργαστηριακός μπορεί να δει αυτές τις ανωμαλίες σε ένα επίχρισμα αίματος να τις ταυτοποιήσει καθώς και να τις κατηγοριοποιήσει μιας και έχει εκπαιδευθεί κατάλληλα σε αυτό.