Περιγραφή
Η μέτρηση της ουρίας στο αίμα, συχνά αναφερόμενη και ως άζωτο ουρίας αίματος (BUN), αποτελεί βασικό δείκτη της νεφρικής λειτουργίας, συμπληρωματικά με την κρεατινίνη. Στην Ελλάδα και την Ευρώπη, η μέτρηση της ουρίας είναι πιο διαδεδομένη, ενώ στην Αμερική προτιμάται το άζωτο ουρίας. Οι δύο τιμές συνδέονται με τη σχέση: Άζωτο Ουρίας Αίματος (mg/dL) = Ουρία Αίματος (mg/dL) / 2.1428. Η ουρία παράγεται στο ήπαρ από τον καταβολισμό των πρωτεϊνών και αποβάλλεται από τους νεφρούς. Αυξημένα επίπεδα ουρίας στο αίμα υποδηλώνουν αζωθαιμία, η οποία μπορεί να οφείλεται σε προνεφρικά (π.χ. μειωμένη νεφρική αιμάτωση), νεφρικά (π.χ. νεφρική βλάβη) ή μετανεφρικά (π.χ. απόφραξη ουροφόρων οδών) αίτια. Η ουραιμία, με συμπτώματα που εμφανίζονται σε επίπεδα BUN > 200 mg/dL (>70 mmol/L), υποδηλώνει σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Χαμηλά επίπεδα ουρίας μπορεί να παρατηρηθούν σε σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, όπου η μειωμένη παραγωγή ουρίας οδηγεί σε αύξηση της αμμωνίας και κίνδυνο ηπατικής εγκεφαλοπάθειας. Αυξημένα επίπεδα ουρίας μπορεί να παρατηρηθούν σε καταστάσεις όπως η νόσος του Addison, αφυδάτωση, καρδιακή ανεπάρκεια, σακχαρώδης διαβήτης, γαστρεντερική αιμορραγία, σπειραματονεφρίτιδα, νεφροπάθειες, καθώς και λόγω λήψης συγκεκριμένων φαρμάκων (π.χ. αμινογλυκοσίδες, διουρητικά, τετρακυκλίνες). Μειωμένα επίπεδα ουρίας μπορεί να οφείλονται σε ακρομεγαλία, κίρρωση, υποσιτισμό, υπερβολική ενυδάτωση, εγκυμοσύνη, ή λήψη φαρμάκων όπως η χλωραμφενικόλη.
Κλινική σημασία
Η εξέταση της ουρίας διενεργείται για την αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας και την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας θεραπειών για νεφρικές παθήσεις, συμπεριλαμβανομένης της αιμοκάθαρσης. Συνιστάται ως μέρος του τακτικού προληπτικού ελέγχου, καθώς και σε περιπτώσεις οξείας ή χρόνιας νόσου που μπορεί να επηρεάσει ή να επιδεινωθεί από νεφρική δυσλειτουργία. Το δείγμα λαμβάνεται από φλέβα του χεριού.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η εξέταση προσδιορίζει την ποσότητα της ουρίας στο αίμα. Η ουρία είναι το τελικό προϊόν του μεταβολισμού των πρωτεϊνών στο ήπαρ, όπου το άζωτο από την διάσπαση των αμινοξέων μετατρέπεται σε ουρία. Στη συνέχεια, η ουρία απελευθερώνεται στην κυκλοφορία και φιλτράρεται από τους νεφρούς, αποβάλλοντας το μεγαλύτερο μέρος της στα ούρα. Μια σταθερή, μικρή ποσότητα ουρίας κυκλοφορεί φυσιολογικά στο αίμα. Οποιαδήποτε διαταραχή στην παραγωγή της ουρίας από το ήπαρ ή στην απέκκρισή της από τους νεφρούς μπορεί να επηρεάσει τα επίπεδά της στο αίμα. Αυξημένη παραγωγή ή μειωμένη απέκκριση οδηγεί σε αύξηση της ουρίας, ενώ σοβαρή ηπατική βλάβη μπορεί να μειώσει την παραγωγή της. Το δείγμα αίματος λαμβάνεται από φλέβα του χεριού.
Η εξέταση
Η εξέταση της ουρίας, σε συνδυασμό με την κρεατινίνη, χρησιμοποιείται κυρίως για την εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας σε διάφορες κλινικές καταστάσεις και για την παρακολούθηση ασθενών με οξεία ή χρόνια νεφρική ανεπάρκεια. Μπορεί επίσης να ενταχθεί σε ένα γενικό προληπτικό έλεγχο. Ζητείται σε περιπτώσεις μη ειδικών συμπτωμάτων, ως μέρος ρουτίνας, πριν από την έναρξη φαρμακευτικής αγωγής, σε επείγοντα περιστατικά ή κατά τη διάρκεια νοσηλείας. Συχνά ζητείται μαζί με την κρεατινίνη όταν υπάρχει υποψία νεφρικής δυσλειτουργίας, για την παρακολούθηση ασθενών με χρόνιες παθήσεις (π.χ. διαβήτης, καρδιακή ανεπάρκεια), για την παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια θεραπείας, ή για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της αιμοκάθαρσης. Αυξημένες τιμές ουρίας υποδηλώνουν μειωμένη νεφρική λειτουργία, η οποία μπορεί να οφείλεται σε οξεία ή χρόνια νεφρική νόσο, μειωμένη αιμάτωση των νεφρών (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, αφυδάτωση), απόφραξη των ουροφόρων οδών, αυξημένο καταβολισμό πρωτεϊνών, ή υψηλή πρωτεϊνική δίαιτα. Χαμηλές τιμές ουρίας είναι σπανιότερες και συνήθως δεν προκαλούν ανησυχία, αλλά μπορεί να παρατηρηθούν σε σοβαρή ηπατική νόσο, υποσιτισμό ή υπερβολική ενυδάτωση. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μπορεί να παρατηρηθούν φυσιολογικές διακυμάνσεις. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η λειτουργία ενός νεφρού μπορεί να είναι επαρκής για να διατηρήσει τα επίπεδα ουρίας εντός των φυσιολογικών ορίων, ακόμα και αν ο άλλος νεφρός έχει σοβαρή βλάβη. Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων γίνεται πάντα από τον θεράποντα ιατρό, λαμβάνοντας υπόψη το εύρος αναφοράς του εργαστηρίου και το πλήρες κλινικό ιστορικό του ασθενούς. Η διατροφή, ειδικά η πρόσληψη πρωτεϊνών, μπορεί να επηρεάσει τα επίπεδα ουρίας.
Πώς γίνεται
Η εξέταση πραγματοποιείται με τη λήψη δείγματος αίματος από φλέβα. Δεν απαιτείται προηγούμενη νηστεία.
Συχνές ερωτήσεις
Ποιες άλλες εξετάσεις χρησιμοποιούνται μαζί με την ουρία για τον έλεγχο της λειτουργίας των νεφρών; Πως αλλάζουν οι τιμές της ουρίας με την ηλικία; Τι είναι ο λόγος Ουρίας/Κρεατινίνης;
- Ποιες άλλες εξετάσεις χρησιμοποιούνται μαζί με την ουρία για τον έλεγχο της λειτουργίας των νεφρών; Η ουρία και η κρεατινίνη είναι οι βασικές εξετάσεις που χρησιμοποιούνται για να ελέγξουν την ικανότητα των νεφρών να φιλτράρουν τα άχρηστα προϊόντα από το αίμα σας. Ο γιατρός σας μπορεί επίσης να σας ζητήσει προσδιορισμό ηλεκτρολυτών δηλαδή του νατρίου και καλίου ή του χλωρίου στο αίμα σας που θα τον βοηθήσουν να αντιληφθεί πως λειτουργούν τα νεφρά σας.
- Πως αλλάζουν οι τιμές της ουρίας με την ηλικία; Οι τιμές της ουρίας αυξάνουν με την ηλικία. Στα βρέφη φθάνουν περίπου τα 2/3 των τιμών που συναντώνται σε υγιείς ενήλικες, ενώ σε άτομα άνω των 60 ετών είναι ελαφρώς υψηλότερες σε σχέση με αυτές που συναντώνται σε νεότερα άτομα. Οι τιμές της ουρίας είναι επίσης ελαφρώς υψηλότερες στους άνδρες από ότι στις γυναίκες.
- Τι είναι ο λόγος Ουρίας/Κρεατινίνης; Μερικές φορές, ο γιατρός θα μελετήσει το λόγο της τιμής της ουρίας ως προς την τιμή της κρεατινίνης ενός ασθενούς προκειμένου να προσδιορίσει ποια είναι η αιτία που οι τιμές αυτές είναι υψηλότερες από το φυσιολογικό. Ο λόγος ουρίας προς κρεατινίνη συνήθως κυμαίνεται μεταξύ 10:1 και 20:1. Ενας αυξημένος λόγος μπορεί να οφείλεται σε κατάσταση που προκαλεί μείωση της ροής του αίματος προς τους νεφρούς, όπως είναι η συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή η αφυδάτωση. Μπορεί επίσης να εμφανιστεί μαζί με αυξημένα λευκώματα, από γαστροεντερική αιμορραγία, ή από δίαιτα που περιλαμβάνει αυξημένες ποσότητες πρωτεϊνών. Ο λόγος αυτός μπορεί να μειωθεί σε περίπτωση ηπατικής νόσου (λόγω μειωμένης παραγωγής ουρίας) καθώς επίσης και σε περιπτώσεις κακής διατροφής.