Κλινική σημασία
Η εξέταση της κρεατινίνης διενεργείται για την αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας και την παρακολούθηση της ανταπόκρισης σε θεραπεία νεφρικών παθήσεων. Συνιστάται ως μέρος του τακτικού ελέγχου (μεταβολικό προφίλ), σε υποψία νεφρικής δυσλειτουργίας, σε οξείες ή χρόνιες παθήσεις που επηρεάζουν τους νεφρούς, ή για την παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας κατά τη λήψη συγκεκριμένων φαρμάκων. Απαιτείται δείγμα αίματος από φλέβα και/ή συλλογή ούρων 24ώρου.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η εξέταση μετρά την ποσότητα κρεατινίνης στο αίμα και/ή στα ούρα. Η κρεατινίνη είναι ένα υποπροϊόν του μεταβολισμού της κρεατίνης στους μύες, η οποία είναι απαραίτητη για τη μυϊκή σύσπαση. Η παραγωγή κρεατίνης και κρεατινίνης είναι σχετικά σταθερή. Επειδή σχεδόν όλη η κρεατινίνη αποβάλλεται από τους νεφρούς, τα επίπεδά της στο αίμα αποτελούν αξιόπιστο δείκτη της νεφρικής λειτουργίας. Η παραγόμενη ποσότητα εξαρτάται από τη μυϊκή μάζα και το σωματικό μέγεθος, με τους άνδρες να έχουν ελαφρώς υψηλότερα επίπεδα από γυναίκες και παιδιά. Τα αποτελέσματα κρεατινίνης αίματος και ούρων 24ώρου χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της κάθαρσης κρεατινίνης. Το δείγμα αίματος λαμβάνεται από φλέβα στο χέρι. Για τη συλλογή ούρων 24ώρου, ο ασθενής συλλέγει όλα τα ούρα για 24 ώρες, ξεκινώντας μετά την πρώτη πρωινή ούρηση (η οποία απορρίπτεται) και ολοκληρώνοντας την ίδια ώρα την επόμενη ημέρα. Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία πριν την εξέταση.
Η εξέταση
Η κρεατινίνη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με την ουρία (BUN) για την αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας, συχνά ως μέρος του πλήρους μεταβολικού προφίλ. Αυτές οι εξετάσεις είναι χρήσιμες για τον γενικό έλεγχο, την αξιολόγηση ασθενών με οξείες ή χρόνιες παθήσεις, και την παρακολούθηση της πορείας νεφρικής δυσλειτουργίας ή της αποτελεσματικότητας της θεραπείας, ειδικά σε παθήσεις όπως ο διαβήτης. Επίσης, παραγγέλλονται πριν από ιατρικές διαδικασίες (π.χ. αξονική τομογραφία) που ενδέχεται να απαιτούν φάρμακα νεφροτοξικά. Οι τιμές κρεατινίνης αίματος και ούρων χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της κάθαρσης κρεατινίνης, που δείχνει την αποτελεσματικότητα της σπειραματικής διήθησης. Η κρεατινίνη ούρων χρησιμοποιείται και ως διορθωτικός παράγοντας σε άλλες εξετάσεις ούρων, όπως ο λόγος πρωτεΐνης/κρεατινίνης (UP/CR) και μικροαλβουμίνης/κρεατινίνης, για την ανίχνευση νεφρικών διαταραχών. Οι μετρήσεις κρεατινίνης ορού, μαζί με την ηλικία, το βάρος και το φύλο, χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του ρυθμού σπειραματικής διήθησης (eGFR). Η εξέταση παραγγέλλεται σε γενικές εξετάσεις, σε μη ειδικά συμπτώματα, σε οξεία νόσο, ή όταν υπάρχει υποψία νεφρικής δυσλειτουργίας. Συμπτώματα που μπορεί να υποδηλώνουν νεφρική δυσλειτουργία περιλαμβάνουν κόπωση, έλλειψη συγκέντρωσης, ανορεξία, προβλήματα ύπνου, οίδημα (ιδιαίτερα γύρω από τα μάτια, καρπούς, αστραγάλους), αλλαγές στο χρώμα ή την ποσότητα των ούρων, προβλήματα ούρησης (κάψιμο, συχνουρία, νυκτουρία), πόνο στη μέση και υπέρταση. Επίσης, παραγγέλλεται τακτικά σε διαγνωσμένη νεφρική δυσλειτουργία, σε παθήσεις που επηρεάζουν τους νεφρούς, πριν από αξονική τομογραφία, κατά τη λήψη συγκεκριμένων φαρμάκων, και πριν/μετά την αιμοκάθαρση. Αυξημένα επίπεδα κρεατινίνης στο αίμα υποδεικνύουν νεφρική δυσλειτουργία λόγω αιτιών όπως σπειραματονεφρίτιδα, πυελονεφρίτιδα, οξεία νεφρική ανεπάρκεια (π.χ. από ραβδομυόλυση), απόφραξη του ουροποιητικού (π.χ. προστάτης, πέτρες), ή μειωμένη νεφρική αιμάτωση (π.χ. αφυδάτωση, καρδιακή ανεπάρκεια). Μπορεί επίσης να αυξηθούν προσωρινά από μυϊκό τραυματισμό και να μειωθούν ελαφρά στην κύηση. Χαμηλά επίπεδα κρεατινίνης είναι σπάνια και συνήθως δεν προκαλούν ανησυχία, μπορεί να παρατηρηθούν σε μειωμένη μυϊκή μάζα. Τα επίπεδα κρεατινίνης 24ώρου αξιολογούνται μαζί με τα επίπεδα αίματος για την κάθαρση κρεατινίνης. Δεν υπάρχουν τυπικά όρια αναφοράς για τυχαίο δείγμα ούρων, καθώς χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με άλλες εξετάσεις. Φάρμακα όπως οι αμινογλυκοσίδες μπορεί να προκαλέσουν νεφρική βλάβη, απαιτώντας παρακολούθηση της κρεατινίνης. Άλλα φάρμακα, όπως οι κεφαλοσπορίνες, μπορεί να αυξήσουν την κρεατινίνη χωρίς να προκαλέσουν νεφρική βλάβη.