Κλινική σημασία
Αυτή η εξέταση πραγματοποιείται για την ανίχνευση φλεγμονωδών καταστάσεων και την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας. (Σημείωση: Για την εκτίμηση καρδιαγγειακού κινδύνου, χρησιμοποιείται μια πιο ευαίσθητη μέθοδος, η CRP υψηλής ευαισθησίας). Συνιστάται όταν υπάρχει υποψία φλεγμονώδους νόσου, όπως ορισμένοι τύποι αρθρίτιδας, αυτοάνοσα νοσήματα ή φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου. Απαιτείται δείγμα αίματος από φλέβα του χεριού.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP) είναι μια πρωτεΐνη οξείας φάσης που παράγεται στο ήπαρ και απελευθερώνεται στην κυκλοφορία του αίματος λίγες ώρες μετά την έναρξη λοίμωξης ή φλεγμονής. Αυξημένα επίπεδα παρατηρούνται μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου, σε σηψαιμία και μετά από χειρουργικές επεμβάσεις. Η αύξησή της στο αίμα μπορεί να συνοδεύεται από πόνο, πυρετό ή άλλα κλινικά συμπτώματα. Τα επίπεδα της CRP μπορούν να αυξηθούν σημαντικά ως απόκριση σε φλεγμονή και είναι χρήσιμα για την παρακολούθηση της πορείας μιας νόσου. Το δείγμα συλλέγεται με αιμοληψία από φλέβα του χεριού. Δεν απαιτείται καμία ειδική προετοιμασία για την εξέταση.
Η εξέταση
Η εξέταση CRP χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση ασθενών με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, ορισμένες μορφές αρθρίτιδας, αυτοάνοσα νοσήματα και φλεγμονώδη νόσο της πυέλου. Αν και δεν είναι ειδική για τη διάγνωση συγκεκριμένης νόσου, λειτουργεί ως γενικός δείκτης λοίμωξης και φλεγμονής, καθοδηγώντας τους ιατρούς σε περαιτέρω διερεύνηση και θεραπεία. Ζητείται όταν υπάρχει υποψία οξείας φλεγμονής (π.χ. λοίμωξη μετά χειρουργείο) ή για την αξιολόγηση καταστάσεων όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα και ο λύκος. Συχνά επαναλαμβάνεται για να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα της θεραπείας, καθώς τα επίπεδα της CRP μειώνονται με την υποχώρηση της φλεγμονής. Επίσης, χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση της επούλωσης τραυμάτων και ασθενών μετά από χειρουργικές επεμβάσεις, μεταμοσχεύσεις οργάνων ή εγκαύματα, ως πρώιμο σύστημα ανίχνευσης πιθανών λοιμώξεων. Υψηλά ή αυξανόμενα επίπεδα CRP υποδηλώνουν οξεία λοίμωξη ή φλεγμονή. Η μείωση των επιπέδων υποδηλώνει ανάρρωση και υποχώρηση της φλεγμονής. Τα επίπεδα CRP μπορεί να αυξηθούν κατά το τελευταίο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, με τη χρήση αντισυλληπτικών χαπιών ή ορμονικής υποκατάστασης (π.χ. οιστρογόνα), καθώς και σε παχύσαρκα άτομα. Η CRP είναι ένας πιο ευαίσθητος δείκτης φλεγμονής σε σχέση με την ταχύτητα καθίζησης των ερυθρών (ΤΚΕ), καθώς τα επίπεδά της μεταβάλλονται ταχύτερα και επανέρχονται σε φυσιολογικά επίπεδα πιο γρήγορα μετά από επιτυχή θεραπεία, ενώ η ΤΚΕ μπορεί να παραμείνει αυξημένη για μεγαλύτερο διάστημα.