Κλινική σημασία
Η μέτρηση της απτοσφαιρίνης στον ορό χρησιμοποιείται κυρίως για την ανίχνευση ενδοαγγειακής αιμόλυσης. Ως πρωτεΐνη οξείας φάσης, συμβάλλει επίσης στην εκτίμηση φλεγμονωδών καταστάσεων.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η απτοσφαιρίνη είναι μια γλυκοπρωτεΐνη που παράγεται στο ήπαρ και δεσμεύει την ελεύθερη αιμοσφαιρίνη. Η εξέταση μετρά τη συγκέντρωσή της στον ορό.
Η εξέταση
Υποδηλώνουν ενδοαγγειακή αιμόλυση (π.χ., αιμολυτική αναιμία, αντιδράσεις μετάγγισης, παρουσία προσθετικών καρδιακών βαλβίδων, αιμολυτική νόσος του νεογνού). Μπορεί να οφείλονται σε:
- Μεγαλοβλαστική αναιμία (αυξημένη καταστροφή πρόδρομων ερυθρών αιμοσφαιρίων).
- Πρωτοπαθείς ηπατικές παθήσεις (μειωμένη παραγωγή).
- Αιματώματα, ιστική αιμορραγία.
- Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος.
- Βρεφική ηλικία, σοβαρός υποσιτισμός.
- Φυσιολογική εγκυμοσύνη (μικρή μείωση).
- Φαρμακευτική αγωγή: χλωροπρομαζίνη, διφαινυδραμίνη, ινδομεθακίνη, ισονιαζίδη, νιτροφουραντοΐνη, από του στόματος αντισυλληπτικά, κινιδίνη, στρεπτομυκίνη. Παρατηρούνται σε φλεγμονώδεις καταστάσεις, καθώς λειτουργεί ως πρωτεΐνη οξείας φάσης (παρόμοια με CRP και ΤΚΕ). Πιθανές αιτίες περιλαμβάνουν:
- Λοιμώξεις, ιστική καταστροφή (π.χ., οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκαύματα).
- Νεοπλασίες, νόσοι του κολλαγόνου.
- Χολοστατική απόφραξη, νεφρίτιδα, πυελονεφρίτιδα.
- Ελκώδης κολίτιδα, πεπτικό έλκος, οξεία ρευματική νόσος.
- Φαρμακευτική αγωγή: ανδρογόνα, στεροειδή.
Προετοιμασία
Δεν απαιτείται νηστεία πριν την αιμοληψία.