Περιγραφή
Η αιμοσφαιρίνη F (εμβρυϊκή αιμοσφαιρίνη, HbF) αποτελεί τον κύριο τύπο αιμοσφαιρίνης κατά την εμβρυϊκή περίοδο και διαθέτει πολυπεπτιδικές αλυσίδες διαφορετικές από αυτές της αιμοσφαιρίνης των ενηλίκων. Αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της αιμοσφαιρίνης στα ερυθρά αιμοσφαίρια των νεογνών. Κατά τους πρώτους έξι μήνες ζωής, η HbF αντικαθίσταται σταδιακά από την αιμοσφαιρίνη των ενηλίκων, αν και ένα μικρό ποσοστό μπορεί να παραμείνει καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής. Η μέτρηση της HbF χρησιμοποιείται κυρίως για τη διαφορική διάγνωση της θαλασσαιμίας από άλλες αιμοσφαιρινοπάθειες που χαρακτηρίζονται από ανωμαλίες στις σφαιρινικές αλυσίδες. Η εξέταση αυτή αποτελεί μέρος της ηλεκτροφόρησης αιμοσφαιρίνης. Αυξημένα επίπεδα HbF μπορεί να παρατηρηθούν σε καταστάσεις όπως: απλαστική, μεγαλοβλαστική, κακοήθης, δρεπανοκυτταρική και σφαιροκυτταρική αναιμία, νευρογενής ανορεξία, μεταστάσεις στο μυελό των οστών, νευρογενής βουλιμία, σακχαρώδης διαβήτης, σύνδρομο Down, ερυθρολευχαιμία, κληρονομική παραμονή εμβρυϊκής αιμοσφαιρίνης, υπερθυρεοειδισμός, υποθυρεοειδισμός, λευχαιμία, λέμφωμα, μακροσφαιριναιμία, πολλαπλό μυέλωμα, μυελοΐνωση, παροξυσμική νυκτερινή αιμοσφαιρινουρία, μετά από μεταμόσχευση βλαστικών κυττάρων, εγκυμοσύνη (λόγω διαφυγής εμβρυϊκού αίματος στη μητρική κυκλοφορία), σφαιροκυττάρωση, ομόζυγη και ετερόζυγη θαλασσαιμία, θυρεοτοξίκωση, τρισωμία 13-15, τρισωμία D και τρισωμία 21. Επίσης, ορισμένα φάρμακα, όπως τα αντισπασμωδικά, μπορούν να επηρεάσουν τα επίπεδα της HbF. Μειωμένα επίπεδα HbF μπορεί να υποδηλώνουν πολλαπλές χρωμοσωμικές ανωμαλίες.
Πώς γίνεται
Η μέτρηση της Αιμοσφαιρίνης F (HbF) πραγματοποιείται ως μέρος της ηλεκτροφόρησης αιμοσφαιρίνης, μέσω αιμοληψίας.