Κλινική σημασία
Η ανίχνευση αιμοσιδηρίνης στα ούρα (αιμοσιδηρινουρία) αποτελεί δείκτη αιμόλυσης. Διενεργείται για την αξιολόγηση καταστάσεων όπως ασύμβατες μεταγγίσεις, σοβαρή οξεία αιμολυτική αναιμία ή αιμοχρωμάτωση.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η εξέταση πραγματοποιείται με μικροσκοπική ανάλυση του ιζήματος των ούρων. Αναζητούνται χαρακτηριστικά μπλε κοκκία αιμοσιδηρίνης μετά την προσθήκη σιδηροκυανιούχου καλίου.
Η εξέταση
Η αιμοσιδηρινουρία αναπτύσσεται όταν η συγκέντρωση ελεύθερης αιμοσφαιρίνης στο πλάσμα υπερβεί τα 50-200 mg/dL λόγω αιμόλυσης. Η περίσσεια αιμοσφαιρίνης διέρχεται από τα νεφρικά σπειράματα, απορροφάται από τα κύτταρα των εγγύς νεφρικών σωληναρίων και μετατρέπεται σε αιμοσιδηρίνη, η οποία αποπίπτει στα ούρα.
- Εάν η αιμοσφαιρίνη δεν απορροφηθεί από τα νεφρικά σωληνάρια, παρατηρείται αιμοσφαιρινουρία.
- Η αιμοσιδηρίνη είναι η αποθηκευτική μορφή σιδήρου, φυσιολογικά ανευρισκόμενη στο ήπαρ, τον σπλήνα και τον μυελό των οστών.
Αυξημένα επίπεδα αιμοσιδηρίνης στα ούρα μπορεί να υποδηλώνουν:
- Εγκαύματα
- Παρουσία ψυχροσυγκολλητινών
- Αιμοχρωμάτωση
- Αιμολυτική αναιμία
- Αιμοσιδήρωση
- Μεγαλοβλαστική αναιμία
- Παροξυσμική νυκτερινή αιμοσφαιρινουρία
- Κακοήθης αναιμία
- Νεφρική σωληναριακή βλάβη
- Δρεπανοκυτταρική αναιμία
- Μεσογειακή αναιμία
- Πολλαπλές μεταγγίσεις