Clinio Logo
Clinio
Άλλο

Ηπατίτιδα Β

HepatitisB

Γνωστή και ως: HBV DNA · HBeAg · HBsAg · IgM · anti-HBc · anti-HBe · anti-HBs

Κλινική σημασία

Η εξέταση αυτή πραγματοποιείται για τη διάγνωση και την παρακολούθηση της λοίμωξης από τον ιό της Ηπατίτιδας Β (HBV), καθώς και για την αξιολόγηση της ανοσολογικής απόκρισης μετά τον εμβολιασμό. Συνιστάται σε περιπτώσεις συμπτωμάτων Ηπατίτιδας Β, έκθεσης στον ιό, ύπαρξης άλλης χρόνιας ηπατικής νόσου ή μετά από εμβολιασμό για την Ηπατίτιδα Β. Το δείγμα λαμβάνεται από φλεβική αιμοληψία.

Τι ελέγχει η εξέταση

Ανιχνεύονται τα αντισώματα που παράγει ο οργανισμός ως αντίδραση στην έκθεση στον ιό της Ηπατίτιδας Β (HBV), καθώς και τμήματα του ίδιου του ιού (αντιγόνα). Η συλλογή του δείγματος γίνεται με αιμοληψία από φλέβα του χεριού.

Η εξέταση

Διατίθενται διάφορες εργαστηριακές δοκιμασίες για την ανίχνευση αντισωμάτων ή ιικών αντιγόνων του ιού της Ηπατίτιδας Β. Τα αντισώματα αποτελούν την αμυντική απάντηση του οργανισμού έναντι των ξένων πρωτεϊνών (αντιγόνων).

Το αντίσωμα επιφανείας της Ηπατίτιδας Β (anti-HBs) είναι μια συχνά χρησιμοποιούμενη εξέταση. Η παρουσία του υποδηλώνει προηγούμενη έκθεση στον HBV χωρίς ενεργό λοίμωξη ή κίνδυνο μετάδοσης, παρέχοντας προστασία έναντι μελλοντικής μόλυνσης. Επίσης, μπορεί να αναπτυχθεί μετά από επιτυχή εμβολιασμό. Η εξέταση αυτή χρησιμοποιείται για την εκτίμηση της ανάγκης εμβολιασμού, την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του εμβολίου και μετά από οξεία λοίμωξη.

Το αντιγόνο επιφανείας της Ηπατίτιδας Β (HBsAg) είναι μια πρωτεΐνη του ιού που εμφανίζεται νωρίς σε οξεία λοίμωξη, συχνά πριν την εκδήλωση συμπτωμάτων. Εξαφανίζεται κατά την ανάρρωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως σε παιδιά που μολύνθηκαν ή σε ανοσοκατεσταλμένα άτομα, μπορεί να παραμείνει θετικό σε χρόνια λοίμωξη. Η παρουσία του HBsAg υποδηλώνει ενεργό λοίμωξη, ανεξάρτητα από την παραγωγή νέων ιικών σωματιδίων ή τη μεταδοτικότητα.

Το αντιγόνο e της Ηπατίτιδας Β (HBeAg) είναι μια ιική πρωτεΐνη που ανιχνεύεται στο αίμα μόνο όταν υπάρχουν ιικά σωματίδια, υποδηλώνοντας υψηλή μεταδοτικότητα. Χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση της θεραπείας, καθώς η επιτυχής αγωγή συνήθως οδηγεί στην εξαφάνιση του HBeAg και στην εμφάνιση των αντισωμάτων Anti-Hbe. Ωστόσο, σε περιοχές με μεταλλαγμένους ιούς που δεν παράγουν HBeAg (π.χ. Μέση Ανατολή, Ασία, Ελλάδα), η χρησιμότητά του είναι περιορισμένη.

Το Anti-Hbe είναι ένα αντίσωμα που παράγεται ως απάντηση στο HBeAg. Ανιχνεύεται μαζί με τα Anti-Hbc και Anti-Hbs σε άτομα που έχουν αναρρώσει από οξεία Ηπατίτιδα Β. Σε χρόνια Ηπατίτιδα Β, το Anti-Hbe γίνεται θετικό όταν ο ιός καθίσταται μη ανιχνεύσιμος ή εξαφανίζεται. Επίσης, είναι θετικό σε περιπτώσεις όπου δεν παράγεται HBeAg.

Το αντίσωμα core της Ηπατίτιδας Β (anti-HBc) στρέφεται κατά του αντιγόνου core του ιού. Το αντιγόνο core βρίσκεται στα ιικά σωματίδια και εξαφανίζεται νωρίς στη λοίμωξη. Το anti-HBc παράγεται κατά τη διάρκεια και μετά την οξεία λοίμωξη, παραμένοντας συνήθως εφ’ όρου ζωής σε χρόνιους φορείς και σε άτομα που έχουν καθαρίσει τον ιό. Η εξέταση μπορεί να προσδιορίσει είτε ειδικά αντισώματα IgM (υποδηλώνοντας οξεία λοίμωξη) είτε ολικά αντισώματα anti-HBc (υποδηλώνοντας παρελθούσα ή χρόνια λοίμωξη).

Το HBV DNA είναι μια πιο ευαίσθητη μέθοδος από το HBeAg για την ανίχνευση ιικών σωματιδίων στο αίμα. Χρησιμοποιείται συμπληρωματικά με τις ορολογικές εξετάσεις και για την παρακολούθηση της αντιικής θεραπείας σε ασθενείς με χρόνια Ηπατίτιδα Β.

Οι εξετάσεις αυτές ζητούνται για την αξιολόγηση της ανοσίας μετά εμβολιασμό, τη διάγνωση και την παρακολούθηση της λοίμωξης. Σε οξεία Ηπατίτιδα Β, το anti-HBc IgM και το HBsAg εξετάζονται ταυτόχρονα. Σε χρόνια ηπατίτιδα ή αυξημένες τρανσαμινάσες (ALT, AST), το HBsAg και το anti-HBc ελέγχονται για να διαπιστωθεί η αιτιολογία. Σε θεραπευόμενους ασθενείς με χρόνια Ηπατίτιδα Β, το HBeAg και το HBV DNA παρακολουθούνται για την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας. Μετά τον εμβολιασμό, το anti-HBs χρησιμοποιείται για την επιβεβαίωση της επιτυχούς ανοσοποίησης (επίπεδα >10 IU/ml παρέχουν εφ’ όρου ζωής προστασία, εκτός από ανοσοκατεσταλμένα άτομα). Το μεταγγιζόμενο αίμα ελέγχεται για HBsAg.

Ερμηνεία αποτελεσμάτων:

  • Anti-HBs θετικό: Υποδηλώνει ανοσία λόγω εμβολιασμού ή ανάρρωσης από λοίμωξη.
  • HBsAg αρνητικό: Υποδηλώνει απουσία έκθεσης στον ιό ή ανάρρωση από οξεία Ηπατίτιδα Β. HBsAg θετικό: Υποδηλώνει ενεργό λοίμωξη.
  • HBeAg θετικό: Υποδηλώνει παρουσία του ιού και πιθανή μεταδοτικότητα. HBeAg αρνητικό: Συνήθως υποδηλώνει μη μεταδοτικότητα, εκτός από περιοχές με μεταλλαγμένους ιούς.
  • Anti-HBc: Η παρουσία του μαζί με θετικό anti-HBs υποδηλώνει ανάρρωση και μη φορεία ή χρόνια λοίμωξη. Το anti-HBc IgM θετικό υποδηλώνει πρόσφατη λοίμωξη, ενώ αρνητικό υποδηλώνει παλαιότερη.
  • HBV DNA θετικό: Υποδηλώνει παρουσία του ιού και πιθανή μεταδοτικότητα. HBV DNA αρνητικό: Συνήθως υποδηλώνει μη μεταδοτικότητα, ειδικά με ευαίσθητες μεθόδους ανίχνευσης (π.χ. <200 αντίγραφα/mL).

Εκτός από τις ειδικές εξετάσεις για τον HBV, μπορούν να χρησιμοποιηθούν και άλλες εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας (π.χ. AST, ALT, γ-GT) για την παρακολούθηση της νόσου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να απαιτηθεί βιοψία ήπατος για επιβεβαίωση της διάγνωσης.

Συχνές ερωτήσεις

  1. Εάν έχω HBV λοίμωξη χρειάζεται να κάνω όλες τις παραπάνω εξετάσεις?
  2. Πρέπει να εμβολιαστώ για την ηπατίτιδα HBV ?
  3. Εάν έχω HBV λοίμωξη χρειάζεται να κάνω όλες τις παραπάνω εξετάσεις? Όχι. Ο θεράπων ιατρός καθορίζει ποιες εξετάσεις απαιτούνται, ανάλογα με το ιστορικό και τα συμπτώματα της νόσου.
  4. Πρέπει να εμβολιαστώ για την ηπατίτιδα HBV? Ναι. Ενδείκνυται ο εμβολιασμός εκτός εάν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος υγείας. Στα μωρά γίνεται ο εμβολιασμός και συνήθως ακολουθεί εξέταση για να διαπιστωθεί εάν έχει αναπτυχθεί ανοσία. Τα κέντρα πρόληψης και ελέγχου των ασθενειών ( CDC) δεν συνιστούν περιοδικές μετρήσεις των αντισωμάτων anti-HBs σε άτομα που έχουν αναπτύξει ανοσία στον HBV. Ακόμα και εάν ο τίτλος των αντισωμάτων είναι κάτω από 10 IU/mL, τα άτομα εξακολουθούν να προστατεύονται εάν εκτεθούν στον ιό (εκτός εάν έχουν πρόβλημα με το ανοσοποιητικό τους σύστημα). Τα κέντρα πρόληψης και ελέγχου των ασθενειών δεν συνιστούν αναμνηστικές δόσεις για να παραμείνουν υψηλά τα επίπεδα των αντισωμάτων.