Κλινική σημασία
Η εξέταση της ισταμίνης διενεργείται για την επιβεβαίωση της διάγνωσης αναφυλαξίας, μαστοκυττάρωσης ή άλλων καταστάσεων που σχετίζονται με την ενεργοποίηση των ιστιοκυττάρων. Συνιστάται όταν ο ασθενής εμφανίζει συμπτώματα όπως εξανθήματα, ναυτία, οίδημα λάρυγγα ή υπόταση, τα οποία μπορεί να υποδηλώνουν σοβαρή αλλεργική αντίδραση. Επίσης, ενδείκνυται σε περιπτώσεις υποψίας μαστοκυττάρωσης ή διαταραχών ενεργοποίησης ιστιοκυττάρων. Το δείγμα λαμβάνεται είτε με φλεβοκέντηση είτε με συλλογή ούρων 24ώρου. Σε περίπτωση αναφυλαξίας, η δειγματοληψία πρέπει να γίνει άμεσα μετά την έναρξη των συμπτωμάτων. Για άλλες ενδείξεις, ο θεράπων ιατρός μπορεί να συστήσει διακοπή αντιισταμινικών ή άλλων φαρμάκων.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η εξέταση προσδιορίζει τα επίπεδα ισταμίνης στο αίμα ή στα ούρα. Η ισταμίνη είναι μια βιογενής αμίνη που απελευθερώνεται από τα ιστιοκύτταρα, τα οποία είναι κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, ως απόκριση σε αλλεργικούς ή φλεγμονώδεις ερεθισμούς. Τα ιστιοκύτταρα, που βρίσκονται σε διάφορους ιστούς (δέρμα, γαστρεντερικός σωλήνας, αεραγωγοί, μυελός των οστών), περιέχουν κοκκία με χημικές ουσίες όπως η ισταμίνη και η τρυπτάση. Η απελευθέρωση της ισταμίνης ευθύνεται για πολλά συμπτώματα των αλλεργικών αντιδράσεων. Φυσιολογικά, οι συγκεντρώσεις ισταμίνης στο αίμα και τα ούρα είναι χαμηλές. Σημαντική αύξηση παρατηρείται σε σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις, όπως η αναφυλαξία, όπου τα επίπεδα ισταμίνης στο αίμα αυξάνονται ταχύτατα εντός 10 λεπτών από την έναρξη των συμπτωμάτων και επανέρχονται στα φυσιολογικά εντός 30-60 λεπτών. Η αυξημένη παραγωγή αντικατοπτρίζεται και στα ούρα, όπου ανιχνεύεται η ισταμίνη και ο μεταβολίτης της, η Ν-μεθυλισταμίνη. Σε περιπτώσεις μαστοκυττάρωσης, μιας σπάνιας πάθησης που χαρακτηρίζεται από ανώμαλο πολλαπλασιασμό ιστιοκυττάρων, τα επίπεδα ισταμίνης και τρυπτάσης μπορεί να είναι συνεχώς αυξημένα. Η συλλογή δείγματος αίματος γίνεται με φλεβοκέντηση. Για τη συλλογή ούρων 24ώρου, όλα τα ούρα συλλέγονται για 24 ώρες και φυλάσσονται σε δροσερό, σκοτεινό μέρος, ιδανικά στο ψυγείο. Η ποιότητα του δείγματος είναι κρίσιμη, ειδικά στην αναφυλαξία, όπου η άμεση δειγματοληψία είναι απαραίτητη. Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να απαιτηθεί διακοπή φαρμάκων, όπως τα αντιισταμινικά, κατόπιν συνεννόησης με τον ιατρό.
Η εξέταση
Η μέτρηση της ισταμίνης αποτελεί δείκτη ενεργοποίησης των ιστιοκυττάρων και χρησιμοποιείται για την επιβεβαίωση αναφυλαξίας ή τη διάγνωση μαστοκυττάρωσης, μιας σπάνιας διαταραχής που χαρακτηρίζεται από ανώμαλο πολλαπλασιασμό ιστιοκυττάρων. Αν και η διάγνωση της αναφυλαξίας είναι κυρίως κλινική, οι εξετάσεις ισταμίνης και τρυπτάσης είναι χρήσιμες σε επαναλαμβανόμενα επεισόδια ή ασαφή διάγνωση. Η μέτρηση ισταμίνης στο αίμα πραγματοποιείται αμέσως μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων. Εναλλακτικά, μπορεί να ζητηθεί μέτρηση ισταμίνης ή του μεταβολίτη της, Ν-μεθυλισταμίνης, σε δείγμα ούρων 24ώρου για την εκτίμηση της παραγωγής ισταμίνης σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Η εξέταση ισταμίνης συχνά συνδυάζεται με την τρυπτάση για τη διάγνωση μαστοκυττάρωσης ή διαταραχών ενεργοποίησης ιστιοκυττάρων. Η δερματική μαστοκυττάρωση επηρεάζει κυρίως το δέρμα, ενώ η συστηματική μαστοκυττάρωση ή η ανώμαλη ενεργοποίηση ιστιοκυττάρων μπορεί να προκαλέσει αναφυλαξία. Η εξέταση ισταμίνης δεν ζητείται συχνά λόγω της κλινικής διάγνωσης της αναφυλαξίας και της σπανιότητας της μαστοκυττάρωσης. Ενδείκνυται όταν υπάρχουν συμπτώματα αναφυλαξίας (δύσπνοια, ερυθρότητα, κνησμός, υπόταση, οίδημα) που είναι ασαφή ή επαναλαμβανόμενα. Επίσης, ζητείται σε υποψία μαστοκυττάρωσης ή διαταραχών ενεργοποίησης ιστιοκυττάρων, όπου τα συμπτώματα μοιάζουν με σοβαρές αλλεργίες αλλά χωρίς συγκεκριμένο εκλυτικό παράγοντα. Άτομα με συστηματική μαστοκυττάρωση μπορεί να εμφανίζουν πεπτικά έλκη, χρόνια διάρροια, αρθραλγίες, ηπατοσπληνομεγαλία, λεμφαδενοπάθεια ή χαρακτηριστικά δερματικά εξανθήματα. Σημαντική αύξηση των επιπέδων ισταμίνης ή/και τρυπτάσης σε ασθενείς με συμπτώματα αναφυλαξίας υποδηλώνει την πάθηση. Φυσιολογικά αποτελέσματα μπορεί να οφείλονται σε λανθασμένο χρόνο δειγματοληψίας, καθώς τα επίπεδα ισταμίνης στο αίμα επανέρχονται γρήγορα στα φυσιολογικά. Τα επίπεδα τρυπτάσης αυξομειώνονται πιο αργά, φτάνοντας στο μέγιστο 1-2 ώρες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων. Εάν η δειγματοληψία έγινε στον ενδεδειγμένο χρόνο και τα επίπεδα ισταμίνης και τρυπτάσης είναι φυσιολογικά, η αναφυλαξία είναι απίθανη, αν και δεν αποκλείεται πλήρως. Αυξημένα επίπεδα ισταμίνης ή/και Ν-μεθυλισταμίνης σε ούρα 24ώρου υποδηλώνουν ενεργοποίηση ιστιοκυττάρων. Συνεχώς αυξημένα επίπεδα ισταμίνης ή/και τρυπτάσης σε ασθενείς με συμπτώματα μαστοκυττάρωσης υποδηλώνουν την πάθηση, η οποία χρήζει περαιτέρω επιβεβαίωσης. Η ισταμίνη μπορεί να αυξηθεί σε κάθε κατάσταση που ενεργοποιεί τα ιστιοκύτταρα. Συμπτώματα που σχετίζονται με την ισταμίνη (έξαψη, κεφαλαλγία, διάρροια, κνησμός) μπορεί να εμφανιστούν μετά την κατανάλωση τροφών πλούσιων σε ισταμίνη (π.χ. τυριά, κρασί, ξινολάχανο) ή ουσιών που διεγείρουν την απελευθέρωσή της ή αναστέλλουν τον μεταβολισμό της. Σπάνια, δηλητηρίαση από ισταμίνη (σκομβροειδής δηλητηρίαση) μπορεί να προκληθεί από κατανάλωση αλλοιωμένων ψαριών (π.χ. τόνος, σκουμπρί) που περιέχουν υψηλές ποσότητες ισταμίνης παραγόμενες από βακτήρια. Ορισμένοι γαστρεντερικοί όγκοι μπορούν επίσης να παράγουν αυξημένες ποσότητες ισταμίνης.
Συχνές ερωτήσεις
1.Η ισταμίνη προκαλεί κάτι άλλο εκτός από συμπτώματα αλλεργικής αντίδρασης; Ναι. Εκτός απο αλλεργικές αντιδράσεις, η ισταμίνη παίζει ρόλο σε φλεγμονώδεις διεργασίες, διεγείρει την έκκριση γαστρικού υγρού, λειτουργεί σαν νευροδιαβιβαστής, διαστέλλει τα αιμοφόρα αγγεία, αυξάνει την διαπερατότητα των αγγείων (επιτρέπει στα υγρά να μετακινούνται μέσω των τοιχομάτων των αιμοφόρων αγγείων), επηρεάζει την σύσπαση των λείων μυών στο παχύ και λεπτό έντερο και στους πνεύμονες, και επηρεάζει τον ρυθμό και την σύσπαση της καρδιάς. Έχουν δημιουργηθεί φάρμακα που εμποδίζουν κάποιες δράσεις της ισταμίνης, συμπεριλαμβανομένων αντιϊσταμινικών και ουσιών που μειώνουν την έκκριση στομαχικών υγρών. 2.Άν πιστεύω ότι έχω κάποια αλλεργία πρέπει να κάνω εξέταση ισταμίνης; Ο γιατρός σας μπορεί να παραγγείλει συγκεκριμένες αλλεργικές εξετάσεις για να μπορέσει να εντοπίσει σε ποιες ουσίες είστε αλλεργικοί, αλλά η εξέταση ισταμίνης γίνεται συνήθως μόνο αν παρουσιαστούν σοβαρά αλλεργικά συμπτώματα (όπως αυτά της αναφυλαξίας). Η πλειονότητα των ανθρώπων με αλλεργίες δεν θα χρειαστεί να κάνουν ποτέ εξέταση ισταμίνης. 3. Πώς αντιμετωπίζεται η αναφυλαξία; Η αναφυλαξία μπορεί να αποβεί ταχέως θανατηφόρα και απαιτεί άμεση φαρμακευτική αγωγή με ενέσεις επινεφρίνης και άλλων φαρμάκων. Αυτό επιτυγχάνεται με προσεκτική παρακολούθηση αφού δεν είναι σπάνιο η αναφυλαξία να επανακάμψει εντός λίγων ημερών. Όσοι γνωρίζουν οτι έχουν σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις θα ήταν καλό να έχουν πάντα μαζί τους μία συσκευή με ένεση επινεφρίνης έκτακτης ανάγκης. 4.Μπορεί η εξέταση ισταμίνης να γίνει στο ιατρείο του ιατρού μου; Όχι. Παρόλο που το δείγμα σας μπορεί να ληφθεί στο ιατρείο του γιατρού σας, αυτό θα σταλεί σε εργαστήριο για ανάλυση. Η εξέταση της ισταμίνης είναι εξειδικευμένη και εκτελείται μόνο σε μεγάλα ή εξειδικευμένα εργαστήρια.