Περιγραφή
Η ανίχνευση αντισωμάτων έναντι των ανθρώπινων Τ-λεμφοτρόπων ιών τύπου 1 (HTLV-1) και τύπου 2 (HTLV-2) χρησιμοποιείται για τη διάγνωση της λοίμωξης από αυτούς τους ρετροϊούς. Ο HTLV-1, ένας ρετροϊός τύπου C, συνδέεται με την ενήλικη λευχαιμία Τ-κυττάρων, την τροπική σπαστική παραπάρεση, καθώς και με άλλες απομυελινωτικές και νεοπλασματικές καταστάσεις, όπως χρόνιες λεμφοκυτταρικές λευχαιμίες, πολλαπλό μυέλωμα, ορισμένα μη-Hodgkin λεμφώματα, πολυμυοσίτιδα, αρθρίτιδα, σάρκωμα Kaposi, ραγοειδίτιδα και σπογγοειδή μυκητίαση. Ο HTLV-1 έχει παγκόσμια κατανομή. Αντίθετα, ο HTLV-2 εντοπίζεται κυρίως στην Αμερική (Βόρεια, Κεντρική, Νότια) και αρχικά απομονώθηκε από ασθενή με λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων, αν και η παθογένειά του δεν έχει πλήρως τεκμηριωθεί. Πρόσφατα στοιχεία υποδεικνύουν πιθανή σύνδεση του HTLV-2 με άλλες λευχαιμίες και λεμφώματα. Υψηλή συχνότητα οροθετικότητας για HTLV-2 παρατηρείται σε χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών. Και οι δύο ιοί μολύνουν τα CD4 λεμφοκύτταρα και μεταδίδονται μέσω σεξουαλικής επαφής, ενδοφλέβιας χρήσης ναρκωτικών, μεταγγίσεων μολυσμένου αίματος, κάθετης μετάδοσης (μητέρα-έμβρυο) και μητρικού γάλακτος.
Κλινική σημασία
Η εξέταση αυτή διενεργείται για τη διάγνωση λοίμωξης από τους ανθρώπινους Τ-λεμφοτρόπους ιούς (HTLV), συμβάλλοντας στην αναγνώριση της αιτιολογίας ενηλίκων λευχαιμιών/λεμφωμάτων Τ-κυττάρων ή μυελοπαθειών που σχετίζονται με αυτούς τους ιούς. Ζητείται όταν υπάρχουν κλινικά σημεία ή συμπτώματα που υποδηλώνουν πιθανή λοίμωξη από HTLV, ειδικά σε άτομα με γνωστούς παράγοντες κινδύνου. Σπανιότερα, διενεργείται ως επιβεβαιωτική εξέταση μετά από θετικό αποτέλεσμα σε έλεγχο αίματος για μετάγγιση. Το δείγμα λαμβάνεται συνήθως από φλέβα του χεριού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να απαιτηθεί συλλογή εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ΕΝΥ) μέσω οσφυονωτιαίας παρακέντησης.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η εξέταση ανιχνεύει τη λοίμωξη από τους ανθρώπινους λεμφοτροπικούς ιούς (HTLV), οι οποίοι συνδέονται με σπάνιες παθήσεις των Τ-λεμφοκυττάρων, σημαντικών κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος. Ειδικότερα, ελέγχονται οι τύποι HTLV-I και HTLV-II. Υπολογίζεται ότι 15-20 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως έχουν μολυνθεί. Ο HTLV-I είναι πιο συχνός σε περιοχές κοντά στον Ισημερινό, την Καραϊβική, τμήματα της Αφρικής, τη νοτιοδυτική Ιαπωνία και τις νοτιοανατολικές ΗΠΑ. Ο HTLV-II παρατηρείται συχνότερα σε αυτόχθονες Αμερικανούς, καθώς και σε χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών στη Βόρεια Αμερική και Ευρώπη. Η μετάδοση του HTLV-I μπορεί να γίνει από τη μητέρα στο παιδί κατά την εγκυμοσύνη ή τον θηλασμό. Και οι δύο τύποι μεταδίδονται μέσω σεξουαλικής επαφής ή έκθεσης σε μολυσμένο αίμα (π.χ. κοινή χρήση βελόνων), αν και η πλειονότητα των λοιμώξεων μέσω ενδοφλέβιας χρήσης ναρκωτικών αφορά τον HTLV-II. Επίσης, μπορούν να μεταδοθούν μέσω μεταγγίσεων αίματος ή μεταμοσχεύσεων οργάνων, αν και στις ΗΠΑ αυτό είναι πλέον σπάνιο λόγω του καθολικού ελέγχου των δοτών. Παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν τη διαμονή σε ενδημικές περιοχές, σεξουαλική επαφή με άτομα από αυτές τις περιοχές, ενδοφλέβια χρήση ναρκωτικών και ιστορικό μεταγγίσεων αίματος. Οι ιοί HTLV-I/II μολύνουν κυρίως τα Τ-λεμφοκύτταρα. Οι περισσότεροι φορείς είναι ασυμπτωματικοί, αλλά μπορούν να μεταδώσουν τον ιό. Μετά την αρχική μόλυνση, ο ιός παραμένει σε λανθάνουσα μορφή. Ένα μικρό ποσοστό των μολυσμένων ατόμων μπορεί να αναπτύξει σχετικές παθήσεις μήνες έως δεκαετίες αργότερα. Ο HTLV-I συνδέεται με: α) την ενήλικη λευχαιμία/λέμφωμα Τ-κυττάρων (ATL), έναν καρκίνο των λευκοκυττάρων με συμπτώματα όπως κόπωση, πυρετό, λεμφαδενοπάθεια, β) τη μυελοπάθεια/τροπική σπαστική πάρεση (HAM/TSP), μια σπάνια πάθηση που προκαλεί αδυναμία στα κάτω άκρα, μυϊκούς σπασμούς, νευρικό πόνο και ακράτεια, και γ) σπανιότερες καταστάσεις όπως ραγοειδίτιδα, μολυσματική δερματίτιδα, ρευματοειδή αρθρίτιδα και σύνδρομο Sjögren. Ο HTLV-II δεν έχει σαφή σύνδεση με συγκεκριμένες ασθένειες, αλλά υπάρχουν ενδείξεις για πιθανή σχέση με πνευμονικές παθήσεις, νευρολογικές διαταραχές και δερματίτιδες. Το σώμα παράγει αντισώματα έναντι των HTLV-I/II, τα οποία ανιχνεύονται στο αίμα. Εναλλακτικά, οι ιοί μπορούν να ανιχνευθούν άμεσα με μοριακές εξετάσεις (PCR) που ανιχνεύουν το γενετικό τους υλικό. Το δείγμα για την εξέταση είναι συνήθως αίμα από φλέβα. Σπανιότερα, συλλέγεται εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) μέσω οσφυονωτιαίας παρακέντησης. Δεν απαιτείται προετοιμασία για τη συλλογή του δείγματος.
Η εξέταση
Η εξέταση για τον ανθρώπινο λεμφοτροπικό ιό (HTLV) χρησιμοποιείται για τη διάγνωση λοίμωξης από τους ιούς HTLV-I ή HTLV-II. Μετά την είσοδο του ιού στον οργανισμό, μολύνονται κυρίως τα Τ-λεμφοκύτταρα, και το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει αντισώματα. Αν και οι περισσότεροι φορείς δεν αναπτύσσουν ενεργό νόσο, ένα μικρό ποσοστό μπορεί να εκδηλώσει παθολογικές καταστάσεις σχετιζόμενες με διαταραχές των Τ-κυττάρων. Η εξέταση ενδείκνυται για: α) Άτομα υψηλού κινδύνου, όπως αυτά που ζουν σε ενδημικές περιοχές, έχουν σεξουαλική επαφή με άτομα από αυτές τις περιοχές ή με πολλαπλούς συντρόφους, χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών ή με ιστορικό μεταγγίσεων αίματος. Επίσης, για την παρακολούθηση μη φυσιολογικών ευρημάτων σε γενική εξέταση αίματος, όπως αυξημένα άωρα λευκοκύτταρα ή ανώμαφα λεμφοκύτταρα. β) Άτομα με διαταραχές σχετιζόμενες με Τ-κύτταρα, όπως η μυελοπάθεια/τροπική σπαστική πάρεση (HAM/TSP) που συνδέεται με τον HTLV-1, καθώς και άτομα με υψηλό κίνδυνο για αυτή την πάθηση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, απαιτείται εξέταση και στο ΕΝΥ. γ) Τον προσδιορισμό της πηγής μόλυνσης, π.χ., έλεγχος μητέρας παιδιού με HTLV ή σεξουαλικού συντρόφου ασθενούς. Υπάρχουν δύο κύριοι τύποι εξετάσεων: ο προσδιορισμός αντισωμάτων και οι μοριακές εξετάσεις. Αρχικά, χρησιμοποιείται συνήθως ανοσοενζυμική μέθοδος για την ανίχνευση αντισωμάτων έναντι HTLV-I και HTLV-II στο αίμα. Εάν το αρχικό αποτέλεσμα είναι θετικό, ακολουθεί επιβεβαιωτική εξέταση, όπως Western Blot, για επιβεβαίωση και διαφοροποίηση μεταξύ HTLV-I και HTLV-II. Σε περιπτώσεις όπου η διαφοροποίηση δεν είναι δυνατή, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μοριακή εξέταση (PCR) για την ανίχνευση του γενετικού υλικού του ιού. Στις ΗΠΑ, όλες οι μονάδες αίματος ελέγχονται για HTLV. Εάν ένας αιμοδότης βρεθεί θετικός, διενεργείται επιβεβαιωτική εξέταση για να αποκλειστεί ψευδώς θετικό αποτέλεσμα. Η εξέταση HTLV ζητείται όταν ένα άτομο εμφανίζει συμπτώματα που υποδηλώνουν λοίμωξη από HTLV-I ή HTLV-II, ειδικά σε ομάδες υψηλού κινδύνου. Τυπικά συμπτώματα λευχαιμίας/λεμφώματος Τ-κυττάρων ενηλίκων περιλαμβάνουν πυρετό, ιδρώτες, κόπωση, αυξημένα και ανώμαλα λεμφοκύτταρα, και λεμφαδενοπάθεια. Συμπτώματα της HAM/TSP περιλαμβάνουν αδυναμία στα κάτω άκρα, μυϊκούς σπασμούς, οσφυαλγία, μυϊκή δυσκαμψία, και δυσλειτουργίες ουροποιητικού, εντέρου και σεξουαλικής λειτουργίας. Η εξέταση μπορεί να πραγματοποιηθεί σε: α) μητέρα παιδιού με διαγνωσμένη λοίμωξη HTLV, β) σεξουαλικό σύντροφο ατόμου με διαγνωσμένη λοίμωξη HTLV, γ) άτομο που ενημερώθηκε ότι το αίμα του ήταν θετικό για HTLV-I/II, δ) άτομο με παράγοντες κινδύνου και συμπτώματα που μπορεί να συνδέονται με λοίμωξη HTLV (π.χ. μαστοειδίτιδα, δερματίτιδα, αρθρίτιδα). Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων γίνεται σταδιακά. Αρνητική αρχική εξέταση καθιστά απίθανη τη λοίμωξη HTLV. Θετικά αποτελέσματα σε αρχική και επιβεβαιωτική εξέταση υποδηλώνουν λοίμωξη HTLV. Άτομα με θετικά αποτελέσματα, ακόμη και ασυμπτωματικά, θεωρούνται φορείς και πρέπει να λαμβάνουν προφυλάξεις για την αποφυγή μετάδοσης. Ψευδώς θετικά αποτελέσματα είναι πιθανά, και σε αμφίβολα ή αρνητικά επιβεβαιωτικά αποτελέσματα, συνιστάται επανέλεγχος. Θετική μοριακή εξέταση επιβεβαιώνει τη λοίμωξη. Αρνητική μοριακή εξέταση καθιστά τη λοίμωξη εξαιρετικά απίθανη, αν και δεν την αποκλείει πλήρως σε περιπτώσεις πολύ χαμηλού ιικού φορτίου. Οι ιοί HTLV-I/II παραμένουν ανενεργοί στον οργανισμό εφ’ όρου ζωής, καθιστώντας τους φορείς ακατάλληλους για αιμοδοσία. Η εξέταση αντισωμάτων για HTLV-II μπορεί να δώσει ψευδώς θετικά αποτελέσματα λόγω διασταυρούμενης αντίδρασης με αντισώματα HTLV-I.
Πώς γίνεται
Η εξέταση για αντισώματα έναντι των HTLV-1 και HTLV-2 πραγματοποιείται με τη λήψη δείγματος αίματος. Δεν απαιτείται προηγούμενη νηστεία.
Προετοιμασία
Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία για την εξέταση.
Συχνές ερωτήσεις
- Θα πρέπει όλοι να ελέγχονται για τους HTLV - I / II ; Όχι, γιατί η συχνότητα εμφάνισης των HTLV-I/IIείναι χαμηλή στις δυτικές χώρες, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου οι περισσότεροι άνθρωποι που μολύνονται δε νοσούν ποτέ. Ωστόσο, καθώς οι ιοί μεταδίδονται και μέσω μεταγγίσεων αίματος και των μεταμοσχεύσεων οργάνων, όλες οι μονάδες αίματος (από το 1988) και όλα τα όργανα προς μεταμόσχευση ελέγχονται τακτικά για τους HTLV-I/II.
- Θα έπρεπε να εξεταστώ για τους HTLV - I /ΙΙ εάν έχω κάποιους από τους παράγοντες κινδύνου; Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το συζητήσετε με τον γιατρό σας. Εάν έχετε ζήσει σε μια από τις χώρες που οι μολύνσεις αυτές είναι πολύ συχνές, εάν έχετε πολλούς ερωτικούς συντρόφους και/ή ήσασταν χρήστης ενδοφλέβιων ναρκωτικών, τότε θα πρέπει να το συζητήσετε με τον γιατρό σας.
- Ανακάλυψα ότι είμαι θετικός για τον HTLV . Τι προφυλάξεις πρέπει να ακολουθήσω ώστε να μην μολύνω άλλους; Σύμφωνα με το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων θα πρέπει να λάβετε διάφορα μέτρα για να αποφύγετε την εξάπλωση της μόλυνσης, · Πείτε στον γιατρό σας πως έχετε προσβληθεί, για να σας μιλήσει για τις απαραίτητες προφυλάξεις. Μη δωρίσετε αίμα, ιστούς, όργανα ή σπέρμα. Εάν είστε νέα μητέρα, μην προχωρήσετε σε θηλασμό. Μη μοιράζεστε βελόνες ή σύριγγες. Χρησιμοποιήστε προφυλακτικά για να αποφύγετε τη σεξουαλική μετάδοση.
- Μπορώ να προσβληθώ με τους HTLV - I / II από αιμοληψία; Όχι. Η λήψη του αίματος γίνεται με αποστειρωμένη βελόνα. Δε μπορείτε να μολυνθείτε από τον HTLVστην αιμοληψία.
- Τα ονόματα HTLV και HIV φαίνονται και ακούγονται όμοια - οι δύο αυτές νόσοι σχετίζονται; Είναι κι οι δύο ρετροιοί και μπορούν να μεταδοθούν μέσω αίματος και σεξουαλικής επαφής, η σύνδεσή τους είναι πολύ μακρινή αφού ο HTLVΔΕΝ προκαλεί AIDSκαι δεν έχει τις ίδιες καταστροφικές συνέπειες στο ανοσοποιητικό σύστημα ενός ατόμου, όπως ο ιός HIV. Ο HTLV και ο HIV, έχουν εντούτοις μία ιστορική σχέση σε ότι αφορά το όνομα. Το όνομα HTLV-IIIδόθηκε αρχικά στον HIV(ιός ανοσοανεπάρκειας του ανθρώπου) όταν πρωτο-ανιχνεύτηκε. Το όνομά του όμως άλλαξε αργότερα σε HIV. Σήμερα ο όρος HTLV-IIIχρησιμοποιείται για ένα ακόμη διαφορετικό ιό HTLV. Ο νέος ιός HTLV-III, καθώς και ένας άλλος ιός ο HTLV-IV, έχουν εντοπιστεί και μελετώνται, αλλά οι εξετάσεις τους γίνονται σήμερα μόνο για ερευνητικούς σκοπούς.