Περιγραφή
Η ανοσοσφαιρίνη G (IgG) αποτελεί την πιο άφθονη κατηγορία αντισωμάτων στον ανθρώπινο ορό, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 75% του συνόλου των ανοσοσφαιρινών. Υποδιαιρείται σε τέσσερις υποκλάσεις: IgG1, IgG2, IgG3 και IgG4. Η IgG1 αποτελεί το 60-65% της ολικής IgG, η IgG2 το 20-25%, η IgG3 το 6% και η IgG4 το 4%. Οι υποκλάσεις IgG1 και IgG3 είναι πιο αποτελεσματικές στην ενεργοποίηση του συμπληρώματος, ενώ η IgG3 επηρεάζει σημαντικά το ιξώδες του ορού. Η ανοσολογική απόκριση σε συγκεκριμένα αντιγόνα συχνά οδηγεί στην επικράτηση ενός υποτύπου IgG, με ελάχιστη ή καθόλου παραγωγή των υπολοίπων. Συνεπώς, ασθενείς με φυσιολογικά επίπεδα ολικής IgG ενδέχεται να εμφανίζουν ευπάθεια σε πυογόνες λοιμώξεις λόγω ανεπαρκούς παραγωγής IgG2, ή συνδυασμών IgG2, IgG3, ή/και IgG4. Κλινικά σημαντικές ελλείψεις υποτύπων IgG παρατηρούνται επίσης σε ασθενείς με ανεπάρκεια IgA. Οι τέσσερις υποκλάσεις IgG διαφέρουν στις σταθερές περιοχές των βαρέων αλυσίδων τους. Ένας ασθενής μπορεί να έχει φυσιολογική ολική IgG, αλλά σημαντική μείωση σε μία συγκεκριμένη υποκλάση. Ελλείψεις στην IgG1 συνδέονται με λοιμώξεις από EBV, στην IgG2 με λοιμώξεις του αναπνευστικού και βακτηριακές λοιμώξεις από ενθυλακωμένα βακτήρια, στην IgG3 με ιγμορίτιδα και μέση ωτίτιδα, και στην IgG4 με αλλεργίες, αταξία-τελαγγειεκτασία και λοιμώξεις του αναπνευστικού. Η μέτρηση της IgG1 αξιολογεί την Τ-κυτταρική απόκριση σε ασθενείς με χαμηλή ανταπόκριση σε ιογενή ή βακτηριακά αντιγόνα και σε σύνδρομα ανοσοανεπάρκειας. Η μέτρηση της IgG2 χρησιμοποιείται για την εκτίμηση αντισωμάτων έναντι λιποπολυσακχαριτών, σε λοιμώξεις του αναπνευστικού, σε σύνδρομα ανοσολογικής ανεπάρκειας και σε ασθενείς με μειωμένη απόκριση σε υδατανθρακικά αντιγόνα (π.χ. στρεπτόκοκκος ομάδας Α και πνευμονιόκοκκος). Η μέτρηση της IgG3 ενδείκνυται για την αξιολόγηση συνδρόμων ανοσοανεπάρκειας και σε περιπτώσεις υποτροπιαζουσών παραρρινοκολπίτιδων και μέσων ωτίτιδων. Η μέτρηση της IgG4 χρησιμοποιείται για την εκτίμηση λοιμώξεων του αναπνευστικού, άσθματος, ανοσοθεραπείας και αλλεργιών.
Πώς γίνεται
Η ανάλυση του υποτύπου IgG3 της ανοσοσφαιρίνης G πραγματοποιείται μέσω αιμοληψίας. Δεν απαιτείται προηγούμενη νηστεία.