Κλινική σημασία
Η IgM είναι η πρώτη κατηγορία αντισωμάτων που παράγεται ως απόκριση σε νέα λοίμωξη ή έκθεση σε αντιγόνο. Η μέτρησή της είναι χρήσιμη για τη διάγνωση και παρακολούθηση λοιμωδών νοσημάτων. Συμβάλλει επίσης στον εντοπισμό συγγενών λοιμώξεων, καθώς η IgM δεν διαπερνά τον πλακούντα.
Τι ελέγχει η εξέταση
• Τι μετρά: Ανοσοσφαιρίνη Μ (IgM). • Βασικά χαρακτηριστικά: • Αντιπροσωπεύει το 5-10% του συνόλου των ανοσοσφαιρινών. • Είναι αποτελεσματική έναντι Gram αρνητικών βακτηρίων. • Συμμετέχει στον σχηματισμό φυσικών αντισωμάτων (π.χ. ομάδων αίματος ABO). • Λόγω μεγάλου μοριακού βάρους, δεν διαπερνά τον πλακούντα.
Η εξέταση
• Αυξημένα επίπεδα IgM μπορεί να παρατηρηθούν σε: • Χολική κίρρωση, δερματική λεϊσμανίαση, λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό. • Αγγειακή νόσος του κολλαγόνου, δυσπρωτεϊναιμία, σύνδρομο υπερανοσοσφαιριναιμίας Μ (HIGM). • Βακτηριακές ή παρασιτικές λοιμώξεις (π.χ. λεπτοσπείρωση, νόσος Lyme, τοξοπλάσμωση, τρυπανοσωμίαση). • Δικτυοερυθροκυττάρωση, ρευματοειδής αρθρίτιδα, σαρκοείδωση, μακροσφαιριναιμία Waldenstrom. • Φάρμακα: χλωροπρομαζίνη. • Μειωμένα επίπεδα IgM μπορεί να υποδηλώνουν: • Χυμική ανοσοανεπάρκεια, υπογαμμασφαιριναιμία. • Πολλαπλό μυέλωμα τύπου IgA ή IgG. • Εντεροπάθεια με απώλεια πρωτεϊνών. • Φάρμακα: καρβαμαζεπίνη, δεξτράνη. • Κλινική ερμηνεία σε νεογνά: • Αυξημένα επίπεδα IgM σε δείγμα αίματος ομφάλιου λώρου υποδηλώνουν ενδομήτρια λοίμωξη του εμβρύου. • Παθογόνοι παράγοντες: Toxoplasma gondii, Κυτταρομεγαλοϊός, ιός της Ερυθράς. • Πιθανές συνέπειες: συγγενείς ανωμαλίες.