Clinio Logo
Clinio
Άλλο

LDH

LDH

Γνωστή και ως: LD · Αφυδρογονάση του γαλακτικού οξέος · Γαλακτική αφυδρογονάση · Γαλακτική αφυδρογονάση, Ολική και Ισοένζυμα · Γαλακτική δεσυδρογονάση · Γαλακτική δεϋδρογονάση · Ολική LDH · και ισοένζυμα LDH

Κλινική σημασία

Η εξέταση της LDH διενεργείται για την ανίχνευση και τον προσδιορισμό της έκτασης ιστικής βλάβης, καθώς και για την παρακολούθηση της εξέλιξής της. Λόγω της ευρείας κατανομής της LDH σε διάφορους ιστούς, η αύξησή της μπορεί να υποδηλώνει ποικίλες παθολογικές καταστάσεις. Αν και ιστορικά χρησιμοποιήθηκε για τη διάγνωση εμφράγματος του μυοκαρδίου, σήμερα έχει αντικατασταθεί από την τροπονίνη σε αυτή την εφαρμογή. Η εξέταση ενδείκνυται, σε συνδυασμό με άλλες εξετάσεις, όταν υπάρχει υποψία οξείας ή χρόνιας πάθησης που προκαλεί κυτταρική ή ιστική καταστροφή, με στόχο τον εντοπισμό της πηγής του προβλήματος και την παρακολούθηση της πορείας του. Το απαιτούμενο δείγμα είναι αίμα, το οποίο λαμβάνεται από φλέβα του βραχίονα.

Τι ελέγχει η εξέταση

Η Γαλακτική Αφυδρογονάση (LDH ή LD) είναι ένα ενδοκυττάριο ένζυμο που απαντάται σε σχεδόν όλους τους ιστούς του σώματος. Φυσιολογικά, μόνο μικρές ποσότητες ανιχνεύονται στην κυκλοφορία του αίματος. Όταν κύτταρα υποστούν βλάβη ή καταστραφούν, η LDH απελευθερώνεται στην κυκλοφορία, καθιστώντας την έναν γενικό δείκτη κυτταρικής βλάβης. Η μέτρηση μπορεί να αφορά την ολική LDH ή τα επιμέρους ισοένζυμα της. Η ολική LDH αποτελεί το άθροισμα πέντε διαφορετικών ισοενζύμων, τα οποία είναι ελαφρώς παραλλαγμένες μοριακές μορφές του ενζύμου. Μια αυξημένη ολική LDH υποδηλώνει ιστική βλάβη, αλλά δεν είναι ειδική για τον εντοπισμό του προσβεβλημένου ιστού. Για τον ακριβέστερο εντοπισμό της πηγής της βλάβης, μπορούν να μετρηθούν τα ισοένζυμα της LDH, καθώς το καθένα συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένους ιστούς, αν και υπάρχει κάποια επικάλυψη. Συγκεκριμένα, η LDH-1 εντοπίζεται κυρίως στην καρδιά, στα ερυθρά αιμοσφαίρια, στους νεφρούς και στα σπερματοκύτταρα. Η LDH-2 βρίσκεται στην καρδιά, στα ερυθρά αιμοσφαίρια και στους νεφρούς (σε μικρότερες ποσότητες από την LDH-1). Η LDH-3 απαντάται στους πνεύμονες και σε άλλους ιστούς. Η LDH-4 βρίσκεται στα λευκά αιμοσφαίρια, στους λεμφαδένες, στους μύες και στο ήπαρ (σε μικρότερες ποσότητες από την LDH-5). Τέλος, η LDH-5 εντοπίζεται κυρίως στο ήπαρ και στους σκελετικούς μύες. Αν και όλα τα ισοένζυμα συμβάλλουν στην ολική LDH, η LDH-2 συνήθως αποτελεί το μεγαλύτερο κλάσμα. Η συλλογή του δείγματος αίματος γίνεται με φλεβοκέντηση από τον βραχίονα. Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία του ασθενούς πριν την εξέταση.

Η εξέταση

Η μέτρηση της LDH χρησιμοποιείται κυρίως ως γενικός δείκτης για την παρουσία και τη σοβαρότητα οξείας ή χρόνιας ιστικής βλάβης, καθώς και για την παρακολούθηση της εξέλιξης παθολογικών καταστάσεων. Ο προσδιορισμός των ισοενζύμων της LDH μπορεί να συμβάλει στον εντοπισμό των εμπλεκόμενων ιστών ή οργάνων. Η εξέταση παραγγέλλεται όταν υπάρχει κλινική υποψία καταστροφής κυττάρων ή ιστών. Εάν η ολική LDH είναι αυξημένη, ο ιατρός μπορεί να ζητήσει προσδιορισμό ισοενζύμων LDH ή, συχνότερα, άλλες εξετάσεις όπως ALT, AST ή ALP, για να διευκρινίσει τη διάγνωση και να προσδιορίσει τα προσβεβλημένα όργανα. Μετά τη διάγνωση, η ολική LDH μπορεί να χρησιμοποιηθεί περιοδικά για την παρακολούθηση της πορείας της νόσου ή της ανταπόκρισης στη θεραπεία. Επιπλέον, η LDH μπορεί να παραγγελθεί για την εκτίμηση της έκτασης μυϊκού τραύματος ή για τη διάγνωση αιμολυτικής αναιμίας, η οποία χαρακτηρίζεται από αυξημένη καταστροφή ερυθρών αιμοσφαιρίων (π.χ., λόγω ευθραυστότητας ή μηχανικής βλάβης από τεχνητή καρδιακή βαλβίδα). Αν και σπανιότερα πλέον, η LDH και τα ισοένζυμά της μπορεί να ζητηθούν μαζί με CK και CK-MB σε περιπτώσεις υποψίας εμφράγματος του μυοκαρδίου, αν και η τροπονίνη έχει επικρατήσει σε αυτή την ένδειξη. Αυξημένα επίπεδα LDH και μεταβολές στις αναλογίες των ισοενζύμων υποδηλώνουν συνήθως ιστική βλάβη. Τα επίπεδα της LDH τυπικά αυξάνονται με την έναρξη της κυτταρικής καταστροφής, φτάνουν σε μέγιστη τιμή και στη συνέχεια μειώνονται. Για παράδειγμα, σε έμφραγμα του μυοκαρδίου, η ολική LDH αυξάνεται εντός 24-48 ωρών, κορυφώνεται σε 2-3 ημέρες και επανέρχεται στα φυσιολογικά επίπεδα σε 10-14 ημέρες. Η αύξηση της LDH μπορεί να παρατηρηθεί σε ποικίλες καταστάσεις, όπως κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, εγκεφαλικό επεισόδιο, αιμολυτική αναιμία, μεγαλοβλαστική αναιμία, λοιμώδης μονοπυρήνωση, εντερική και εγκεφαλική εμβολή, νεφρικές και ηπατικές νόσοι, μυϊκή δυστροφία, παγκρεατίτιδα, λεμφώματα και άλλες κακοήθειες. Ορισμένα φάρμακα (π.χ., αναισθητικά, ασπιρίνη, ναρκωτικά, προκαϊναμίδη, αλκοόλ) μπορούν επίσης να προκαλέσουν αύξηση. Σε χρόνιες παθήσεις ή κατά τη λήψη ορισμένων φαρμάκων, τα επίπεδα LDH μπορεί να παραμείνουν ελαφρώς αυξημένα. Χαμηλά ή φυσιολογικά επίπεδα LDH συνήθως δεν υποδηλώνουν πρόβλημα, αν και πολύ χαμηλά επίπεδα έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν μεγάλες ποσότητες ασκορβικού οξέος (Βιταμίνη C). Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο εύρος αναφοράς για την LDH, καθώς αυτό εξαρτάται από παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, ο πληθυσμός και η μέθοδος προσδιορισμού. Τα αποτελέσματα πρέπει να ερμηνεύονται σε συνάρτηση με το εύρος αναφοράς του εκάστοτε εργαστηρίου και να συζητούνται με τον θεράποντα ιατρό. Διάφοροι παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα της LDH, όπως η έντονη άσκηση (προκαλώντας βραχυπρόθεσμες αυξήσεις), η αιμόλυση του δείγματος (λόγω κακού χειρισμού, ακραίων θερμοκρασιών ή δυσκολίας στη συλλογή), καθώς και αυξημένος αριθμός αιμοπεταλίων, που μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς υψηλά αποτελέσματα.

Συχνές ερωτήσεις

  1. Γιατί μπορεί να είναι αυξημένα ένα ή περισσότερα ισοένζυμα LDH;
  2. Γιατί μπορεί να είναι αυξημένα ένα ή περισσότερα ισοένζυμα LDH; Τα επίπεδα αρκετών ισοενζύμων LDH μπορεί να αυξηθούν ταυτόχρονα, αν εμπλέκονται περισσότερα από ένα όργανα όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση ασθενούς με πνευμονία , που ξαφνικά παθαίνει καρδιακή προσβολή. Σε μία άλλη περίσταση, περισσότερα ισοένζυμα LDH μπορεί να αυξηθούν σε μία προϊούσα νόσο όπως ο μεταστατικός καρκίνος, που επηρεάζει πολλά όργανα. Αν και τα διάφορα ισοένζυμα LDH συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένους ιστούς, υπάρχει κάποιου βαθμού επικάλυψη στο που ακριβώς βρίσκονται, έτσι μία και μόνο αιτία μπορεί να προκαλέσει αύξηση σε πολλά από αυτά. Για παράδειγμα, η εντατική άσκηση μπορεί να προκαλέσει αύξηση των LDH-1, LDH-2, και LDH-5.