Κλινική σημασία
Η μέτρηση του αναστολέα του ενεργοποιητή του πλασμινογόνου-1 (PAI-1) χρησιμοποιείται για τη διάγνωση γενετικών καταστάσεων που επηρεάζουν τα επίπεδά του και για τη διαφορική διάγνωση διαταραχών του ινωδολυτικού συστήματος. Λειτουργεί επίσης ως προγνωστικός δείκτης για την εμφάνιση ή υποτροπή θρομβωτικών επεισοδίων.
Τι ελέγχει η εξέταση
Ο PAI-1 είναι μια γλυκοπρωτεΐνη 47 kD, ο κύριος αναστολέας του ιστικού ενεργοποιητή του πλασμινογόνου (tPA) στο αίμα. Ρυθμίζει την παραγωγή πλασμίνης, ελέγχοντας την ινωδόλυση και αποτρέποντας την υπερβολική διάσπαση του ινώδους που θα οδηγούσε σε αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας.
Η εξέταση
• Αυξημένα επίπεδα PAI-1 συσχετίζονται με: * Αυξημένο κίνδυνο αθηρωματικών βλαβών. * Αντίσταση στην ινσουλίνη και σακχαρώδη διαβήτη. * Αυξημένη συχνότητα οξέος στεφανιαίου συνδρόμου, χρόνιας και οξείας στεφανιαίας νόσου, καθώς και επαναστένωσης μετά από στεφανιαία αγγειοπλαστική. * Λειτουργεί ως προθρομβωτικός παράγοντας σε αρτηριακές και φλεβικές θρομβοεμβολικές καταστάσεις. * Μειωμένη αποτελεσματικότητα της αντιθρομβωτικής θεραπείας. • Παράγοντες που επηρεάζουν τα επίπεδα PAI-1: * Γενετικοί πολυμορφισμοί στο γονίδιο PAI-1. * Επίπεδα ινσουλίνης και προϊνσουλίνης. * Ως πρωτεΐνη οξείας φάσης, αυξάνεται παροδικά λόγω λοίμωξης, φλεγμονής ή τραύματος. * Εγκυμοσύνη. • Μείωση των επιπέδων PAI-1 μπορεί να επιτευχθεί με: * Απώλεια βάρους. * Θεραπεία για μείωση τριγλυκεριδίων και χοληστερόλης.