Clinio Logo
Clinio
Φάρμακα/Τοξικολογία

Φαινυτοΐνη

Phenytoin

Γνωστή και ως: Dilantin

Κλινική σημασία

Αυτή η εξέταση πραγματοποιείται για τον προσδιορισμό των επιπέδων φαινυτοΐνης στο αίμα, με σκοπό τη διατήρηση τους εντός του θεραπευτικού εύρους και την έγκαιρη ανίχνευση πιθανών τοξικών συγκεντρώσεων. Η μέτρηση συνιστάται σε τακτά χρονικά διαστήματα για την παρακολούθηση της συγκέντρωσης του φαρμάκου, διασφαλίζοντας ότι τα επίπεδα είναι θεραπευτικά και όχι υποθεραπευτικά ή τοξικά. Για την ανάλυση απαιτείται δείγμα αίματος που λαμβάνεται από φλέβα του χεριού.

Τι ελέγχει η εξέταση

Η εξέταση προσδιορίζει τα επίπεδα φαινυτοΐνης στο αίμα, ένα αντιεπιληπτικό φάρμακο που χρησιμοποιείται για τον έλεγχο των επιληπτικών κρίσεων. Οι επιληπτικές κρίσεις χαρακτηρίζονται από προσωρινή διαταραχή της ηλεκτρικής δραστηριότητας του εγκεφάλου, οδηγώντας σε συμπτώματα όπως απώλεια συνείδησης, αισθητηριακές διαταραχές (όραση, όσφρηση, γεύση), απώλεια ισορροπίας και σπασμούς. Μπορούν να εμφανιστούν σε οποιαδήποτε ηλικία, με πιθανά αίτια υψηλό πυρετό, λοιμώξεις, τραύματα κεφαλής, τοξίνες, διακοπή αλκοόλ, υπογλυκαιμία, μεταβολικές διαταραχές ή όγκους εγκεφάλου. Στα νεογνά, μπορεί να οφείλονται σε εγκεφαλικό τραύμα κατά την κύηση ή τον τοκετό. Συχνά, η αιτία παραμένει αδιευκρίνιστη. Η φαινυτοΐνη, αν και χρησιμοποιείται ευρέως από το 1938, απαιτεί προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων της, καθώς πρέπει να διατηρείται εντός στενού θεραπευτικού εύρους. Υποθεραπευτικά επίπεδα μπορεί να οδηγήσουν σε επανεμφάνιση κρίσεων, ενώ τοξικά επίπεδα προκαλούν παρενέργειες όπως αταξία, νυσταγμό, σύγχυση, δυσαρθρία, τρόμο ή υπόταση. Η διατήρηση σταθερών επιπέδων είναι πρόκληση, καθώς ο μεταβολισμός της φαινυτοΐνης στο ήπαρ διαφέρει μεταξύ ατόμων, επηρεαζόμενος από την ηπατική λειτουργία και την ηλικία (τα παιδιά μεταβολίζουν ταχύτερα, οι ηλικιωμένοι βραδύτερα). Μικρές αυξήσεις στη δόση μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση της συγκέντρωσης στο αίμα, προκαλώντας τοξικότητα, μόλις κορεστεί η μεταβολική ικανότητα. Η φαινυτοΐνη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, με το ελεύθερο κλάσμα να είναι το δραστικό. Σε περιπτώσεις υποπρωτεϊναιμίας, το ποσοστό του ελεύθερου κλάσματος αυξάνεται. Επιπλέον, η φαινυτοΐνη αλληλεπιδρά με άλλα φάρμακα, επηρεάζοντας την αποτελεσματικότητά της. Η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται και να ρυθμίζεται προσεκτικά για την επίτευξη σταθερών συγκεντρώσεων. Πιθανές παρενέργειες περιλαμβάνουν υπερτροφία ούλων/λεμφαδένων, υπερτρίχωση, αϋπνία, ναυτία, σύγχυση, δυσκαταποσία, κόπωση και εξανθήματα. Σε σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί να απαιτηθεί αλλαγή αντιεπιληπτικής αγωγής.

Η εξέταση

Η μέτρηση των επιπέδων φαινυτοΐνης χρησιμοποιείται για την προσαρμογή της δόσης του φαρμάκου, ώστε να διατηρηθεί η συγκέντρωσή του εντός του θεραπευτικού εύρους. Η εξέταση διενεργείται λίγες ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας για την αρχική ρύθμιση και επαναλαμβάνεται σε τακτά διαστήματα ή όταν κρίνεται απαραίτητο, όπως σε περίπτωση προσθήκης ή διακοπής άλλων φαρμάκων, επανεμφάνισης επιληπτικών κρίσεων ή υποψίας τοξικότητας. Συνήθως, μετράται η ολική φαινυτοΐνη, καθώς η ισορροπία μεταξύ ελεύθερης (δραστικής) και δεσμευμένης μορφής παραμένει σταθερή. Ωστόσο, σε καταστάσεις όπως νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια, υποαλβουμιναιμία ή ταυτόχρονη λήψη ορισμένων φαρμάκων (π.χ. ασπιρίνη, ναπροξένη, ιβουπροφαίνη), η ισορροπία αυτή μπορεί να διαταραχθεί, οδηγώντας σε αύξηση του ελεύθερου κλάσματος και τοξικές παρενέργειες, ακόμη και με φυσιολογικά επίπεδα ολικής φαινυτοΐνης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ενδείκνυται η μέτρηση της ελεύθερης φαινυτοΐνης. Για τους ενήλικες, το θεραπευτικό εύρος είναι 10.0-20.0 µg/mL για την ολική φαινυτοΐνη και 1.0-2.0 µg/mL για την ελεύθερη, με το ελεύθερο κλάσμα να κυμαίνεται συνήθως στο 8-14%. Αν και αυτά τα όρια είναι ενδεικτικά, η ανταπόκριση και η τοξικότητα ποικίλλουν εξατομικευμένα. Η βέλτιστη δοσολογία καθορίζεται σε συνεργασία ιατρού και ασθενούς. Εάν τα επίπεδα είναι εντός του θεραπευτικού εύρους και ο ασθενής δεν εμφανίζει κρίσεις ή παρενέργειες, η δόση θεωρείται επαρκής. Οι ασθενείς δεν πρέπει να διακόπτουν ή να τροποποιούν τη δόση χωρίς ιατρική συμβουλή. Η μακροχρόνια χρήση φαινυτοΐνης μπορεί να προκαλέσει ανεπάρκεια βιταμίνης D, οστεομαλακία, περιφερική νευροπάθεια, ακμή και οίδημα προσώπου. Σπάνια, μπορεί να εμφανιστούν σοβαρά δερματικά εξανθήματα. Κατά την εγκυμοσύνη, η φαινυτοΐνη αυξάνει τον κίνδυνο εμβρυϊκών ανωμαλιών, απαιτώντας ιατρική συμβουλή. Χρησιμοποιείται επίσης για τη θεραπεία της νευραλγίας του τριδύμου και άλλων νευραλγιών, όπου απαιτείται επίσης παρακολούθηση των επιπέδων. Πολλά φάρμακα και συμπληρώματα μπορούν να επηρεάσουν τα επίπεδα φαινυτοΐνης. Φάρμακα που αυξάνουν τα επίπεδα περιλαμβάνουν διαζεπάμη, καρβαμαζεπίνη (μπορεί και να μειώσει), αλκοόλ, υψηλές δόσεις ασπιρίνης, χλωραμφαινικόλη, οιστρογόνα, ισονιαζίδη, ομεπραζόλη, τριμεθοπρίμη και βαρφαρίνη. Φάρμακα που μειώνουν τα επίπεδα περιλαμβάνουν αντιόξινα (όταν λαμβάνονται ταυτόχρονα), φυλλικό οξύ, ριφαμπίνη και μεθοτρεξάτη. Η φαινυτοΐνη μπορεί επίσης να επηρεάσει τη δράση άλλων φαρμάκων. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνουν τον ιατρό τους για όλα τα φάρμακα και συμπληρώματα που λαμβάνουν. Η φαινυτοΐνη δεν είναι αποτελεσματική για όλους τους τύπους επιληπτικών κρίσεων.

Συχνές ερωτήσεις

1.Για πόσο χρονικό διάστημα χρειάζεται να παίρνω φαινυτοΐνη; Η φαινυτοΐνη, όπως και τα άλλα αντιεπιληπτικά, συνήθως λαμβάνεται καθημερινά – συχνά αρκετές φορές μέσα στη μέρα – εφ’όρου ζωής. Εξαιρούνται όσοι παρουσίασαν επιληψία που οφειλόταν σε παροδικά αίτια και οι οποίοι χρειάζονται τη φαινυτοΐνη για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. 2. Πως λαμβάνεται η φαινυτοΐνη; Λαμβάνεται σε μορφή δισκίου ή σε υγρή μορφή. Σε ασθενείς που παρουσιάζουν έντονα επεισόδια μπορεί να χορηγηθεί και ενδοφλέβια ώστε να δράσει γρηγορότερα. 3. Μπορώ να μετρώ μόνος μου στο σπίτι τη φαινυτοΐνη μου; Όχι, η ανάλυση της φαινυτοΐνης δεν γίνεται στο σπίτι γιατί απαιτεί τη χρήση εξειδικευμένων μηχανημάτων. Γίνεται αιμοληψία από μία φλέβα στο χέρι και ακολουθεί η ανάλυση από το εργαστήριο.