Κλινική σημασία
Η εξέταση αυτή χρησιμοποιείται για την ταχεία διάγνωση της σήψης σε βαρέως πάσχοντες ασθενείς, την εκτίμηση της σοβαρότητας της σηπτικής κατάστασης και του κινδύνου για σηπτικό σοκ, καθώς και για τη διαφοροδιάγνωση μεταξύ βακτηριακών και μη-βακτηριακών λοιμώξεων. Διενεργείται σε ασθενείς με σοβαρή κλινική εικόνα για να διαπιστωθεί αν πάσχουν από σήψη ή άλλη αιτία, και για την παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία της σήψης. Απαιτείται δείγμα φλεβικού αίματος και δεν χρειάζεται ειδική προετοιμασία.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η εξέταση μετρά τα επίπεδα προκαλσιτονίνης στο αίμα. Η προκαλσιτονίνη είναι ένας πρόδρομος της καλσιτονίνης, μιας ορμόνης που παράγεται από τον θυρεοειδή αδένα. Φυσιολογικά, βρίσκεται σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις στο αίμα, παραγόμενη από τα C-κύτταρα του θυρεοειδούς. Ωστόσο, σε καταστάσεις έντονου στρες, όπως συστηματικές βακτηριακές λοιμώξεις (σήψη), η παραγωγή της αυξάνεται σημαντικά και από άλλα κύτταρα του οργανισμού. Άλλες καταστάσεις που μπορεί να προκαλέσουν αύξηση της προκαλσιτονίνης περιλαμβάνουν λοιμώξεις από άλλους μικροοργανισμούς, ιστική βλάβη (π.χ. τραύμα, χειρουργείο, παγκρεατίτιδα, εγκαύματα), καρδιογενές σοκ και οξεία απόρριψη μοσχεύματος. Τα επίπεδα προκαλσιτονίνης αυξάνονται ταχέως και σημαντικά στη σήψη, ενώ παραμένουν σχετικά χαμηλά σε ιογενείς λοιμώξεις ή άλλες μη-λοιμώδεις καταστάσεις που μπορεί να μιμούνται τη σήψη. Αυτή η διαφορά καθιστά την προκαλσιτονίνη ένα χρήσιμο εργαλείο για την έγκαιρη διάγνωση σοβαρών βακτηριακών λοιμώξεων και τη διαφοροδιάγνωση από άλλες παθήσεις.
Η εξέταση
Η μέτρηση της προκαλσιτονίνης αποτελεί ένα διαρκώς αυξανόμενο διαγνωστικό εργαλείο. Έχει αποδειχθεί χρήσιμη στην εκτίμηση του κινδύνου συστηματικής βακτηριακής λοίμωξης σε βαρέως πάσχοντες ασθενείς, ιδιαίτερα σε τμήματα επειγόντων και μονάδες εντατικής θεραπείας. Έχει λάβει έγκριση από τον FDA για χρήση σε συνδυασμό με άλλες κλινικές και εργαστηριακές παραμέτρους για την αξιολόγηση του κινδύνου σοβαρής σήψης και σηπτικού σοκ. Η εξέταση είναι πιο αποτελεσματική για διαγνωστικούς σκοπούς κατά την πρώτη ημέρα προσέλευσης του ασθενούς, ενώ αργότερα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία. Συχνά παραγγέλλεται μαζί με άλλες εξετάσεις, όπως CRP, γενική αίματος, καλλιέργεια αίματος και ανάλυση εγκεφαλονωτιαίου υγρού, για τον αποκλεισμό σήψης, βακτηριακής μηνιγγίτιδας ή πνευμονίας σε βαρέως πάσχοντες και παιδιά με πυρετό αγνώστου αιτιολογίας. Επαναλαμβανόμενες μετρήσεις μπορούν να αξιολογήσουν την αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Η εξέταση παραγγέλλεται όταν ένας βαρέως πάσχων ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα συστηματικής ή σοβαρής βακτηριακής λοίμωξης, συνήθως εντός της πρώτης ημέρας νοσηλείας. Τα συμπτώματα της σήψης περιλαμβάνουν υψηλό πυρετό με ρίγος, ναυτία, ταχύπνοια, ταχυκαρδία, σύγχυση, ολιγουρία, και σε σοβαρές περιπτώσεις, διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη, πολυοργανική ανεπάρκεια και υπόταση. Χαμηλά επίπεδα προκαλσιτονίνης σε βαρέως πάσχοντα ασθενή υποδηλώνουν χαμηλό κίνδυνο σήψης, σοβαρής σήψης ή σηπτικού σοκ, χωρίς να τα αποκλείουν πλήρως. Μπορεί να υποδηλώνουν εντοπισμένη λοίμωξη, πρώιμη συστηματική λοίμωξη (λιγότερο από 6 ώρες) ή ότι τα συμπτώματα οφείλονται σε μη-βακτηριακή αιτία (π.χ. ιογενής λοίμωξη, τραύμα, χειρουργείο, απόρριψη μοσχεύματος). Υψηλά επίπεδα υποδηλώνουν υψηλή πιθανότητα σήψης, συνήθως βακτηριακής αιτιολογίας, και αυξημένο κίνδυνο εξέλιξης σε σοβαρή σήψη και σηπτικό σοκ. Μέτριες αυξήσεις μπορεί να οφείλονται σε μη-λοιμώδη αίτια ή πρώιμη λοίμωξη και πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά. Μειούμενα επίπεδα κατά τη διάρκεια της θεραπείας υποδηλώνουν ανταπόκριση. Η μέτρηση της προκαλσιτονίνης συμπληρώνει άλλες εργαστηριακές μεθόδους, παρέχοντας επιπλέον πληροφορίες για την έγκαιρη χορήγηση της κατάλληλης αγωγής. Η έγκαιρη διάγνωση συστηματικών βακτηριακών λοιμώξεων είναι κρίσιμη για την αποφυγή απειλητικών για τη ζωή επιπλοκών. Η αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών μπορεί να οδηγήσει σε καθυστερήσεις στη σωστή θεραπεία, ανάπτυξη μικροβιακής αντοχής και περιττό κόστος. Η χρησιμότητα της προκαλσιτονίνης διερευνάται και σε άλλους πληθυσμούς ασθενών, πέραν των ΜΕΘ, με στόχο την περαιτέρω αποσαφήνιση των ενδεδειγμένων χρήσεών της.
Συχνές ερωτήσεις
Η προκαλσιτονίνη θα πρέπει να μετράται κάθε φορά που ένας ασθενής είναι βαριά; Όχι. Γενικά ενδείκνυται μόνο όταν ένας ασθενής είναι πολύ βαριά και ο γιατρός υποψιάζεται σήψη ή άλλη βαριά βακτηριακή λοίμωξη.