Clinio Logo
Clinio
Ανοσολογικές

Ποσοτικός προσδιορισμός ανοσοσφαιρινών

quantitive_immu

Γνωστή και ως: Ανοσοσφαιρίνη G: IgG · Ανοσοσφαιρίνη Α: IgA · Ανοσοσφαιρίνη Μ: IgM

event_repeat Επανάληψη ΕΟΠΥΥ: 1 φορά ανά 20 ημέρες

Γενικός κανόνας για τον ίδιο ΑΜΚΑ (εκτός ειδικών εξαιρέσεων).

Όριο για τον ίδιο ΑΜΚΑ · πλήρεις κανόνες & τιμές ΕΟΠΥΥ

Ερμηνεία αποτελέσματος

trending_up Αυξημένα επίπεδα

Μη φυσιολογικά αυξημένα επίπεδα ανοσοσφαιρινών υποδηλώνουν διαταραχή του ανοσοποιητικού συστήματος και απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση.

  • Λοιμώξεις (οξείες/χρόνιες)
  • Αυτοάνοσα νοσήματα (ρευματοειδής αρθρίτιδα, ΣΕΛ)
  • Κίρρωση
  • Χρόνιες φλεγμονές
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
  • Σύνδρομο Wiskott-Aldrich
  • Ενδομήτριες λοιμώξεις (σύφιλη, τοξοπλάσμωση, ερυθρά, CMV)
  • Αιματολογικές νεοπλασίες (πολλαπλό μυέλωμα, χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία, μονοκλωνική γαμμαπάθεια ακαθόριστης σημασίας (MGUS), λέμφωμα, μακροσφαιριναιμία Waldenström (IgM))
  • Λοιμώξεις του ΚΝΣ
  • Φλεγμονώδεις παθήσεις του ΚΝΣ
  • Πολλαπλή σκλήρυνση
trending_down Χαμηλά / φυσιολογικά επίπεδα

Μη φυσιολογικά μειωμένα επίπεδα ανοσοσφαιρινών υποδηλώνουν διαταραχή του ανοσοποιητικού συστήματος και απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση.

  • Καρκινώματα
  • Σοβαρά εγκαύματα
  • Καθυστέρηση στην παραγωγή ανοσοσφαιρινών σε νεογνά (ιδίως πρόωρα)
  • Νεφρωσικό σύνδρομο
  • Εντεροπάθειες ή άλλες γαστρεντερικές παθήσεις που επηρεάζουν την πέψη/απορρόφηση πρωτεϊνών
  • Κληρονομικές ανεπάρκειες (π.χ. αγαμμασφαιριναιμία, CVID, σύνδρομο Wiskott-Aldrich)
  • Μειωμένη IgA στο σάλιο σε υποτροπιάζουσες λοιμώξεις του αναπνευστικού

Φάρμακα που μειώνουν την τιμή:

κορτικοστεροειδήαντιεπιληπτικάάλλο
warningΠαγίδες ερμηνείας (ψευδώς μη φυσιολογικά)
  • Παροδικά μειωμένα επίπεδα IgG σε βρέφη καθώς μειώνονται τα μητρικά αντισώματα και καθυστερεί η δική τους παραγωγή
  • Ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα σε εξετάσεις που ανιχνεύουν αντισώματα (π.χ., κοιλιοκάκη) σε ασθενείς με έλλειψη ανοσοσφαιρινών
groupsΔιακύμανση τιμών αναφοράς
Ηλικία:
Τα επίπεδα IgA είναι χαμηλά μέχρι την ηλικία των έξι ετών. Τα βρέφη μπορεί να έχουν παροδικά μειωμένα επίπεδα IgG.

Σημείωση χρήσης: Η εξέταση δεν είναι διαγνωστική από μόνη της, αλλά αποτελεί ισχυρή ένδειξη.

Σχετικές εξετάσεις: Ηλεκτροφόρηση πρωτεϊνών ορού/ούρων · Ανοσοκαθήλωση · Μέτρηση ελεύθερων ελαφρών αλυσίδων · Προσδιορισμός υποτάξεων ανοσοσφαιρινών

Κλινική σημασία

Η εξέταση αυτή πραγματοποιείται για την ανίχνευση και παρακολούθηση των επιπέδων των ανοσοσφαιρινών (IgG, IgA, IgM), τα οποία αντανακλούν την κατάσταση του ανοσοποιητικού συστήματος. Συνιστάται σε περιπτώσεις υποτροπιαζουσών λοιμώξεων ή χρόνιας διάρροιας, όταν υπάρχει υποψία ανεπάρκειας ανοσοσφαιρινών, καθώς και για την παρακολούθηση παθήσεων που επηρεάζουν τα επίπεδα των ανοσοσφαιρινών, όπως το HIV/AIDS ή το πολλαπλό μυέλωμα. Το δείγμα λαμβάνεται συνήθως από φλεβικό αίμα, ενώ σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) ή σάλιο. Δεν απαιτείται καμία ειδική προετοιμασία πριν τη δειγματοληψία.

Τι ελέγχει η εξέταση

Η εξέταση προσδιορίζει ποσοτικά τις ανοσοσφαιρίνες A, G και M στο αίμα, και ενίοτε στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό ή στο σάλιο. Οι ανοσοσφαιρίνες (αντισώματα) είναι πρωτεΐνες που παράγονται από τα πλασματοκύτταρα ως απάντηση σε παθογόνους μικροοργανισμούς ή ξένες ουσίες (αντιγόνα). Υπάρχουν πέντε κύριες τάξεις ανοσοσφαιρινών, καθεμία με διαφορετικό ρόλο:

  • IgG: Αποτελεί το 70-80% των ανοσοσφαιρινών του αίματος και παρέχει μακροπρόθεσμη προστασία. Παράγεται μετά την αρχική έκθεση σε αντιγόνο και διατηρείται για την ταχεία απόκριση σε μελλοντικές εκθέσεις. Είναι η μόνη ανοσοσφαιρίνη που διαπερνά τον πλακούντα, προσφέροντας παθητική ανοσία στο έμβρυο και το νεογνό. Υπάρχουν τέσσερις υποτάξεις (IgG1, IgG2, IgG3, IgG4).
  • IgA: Περίπου το 15% των ανοσοσφαιρινών του ορού, βρίσκεται επίσης σε εκκρίσεις όπως σάλιο, δάκρυα, αναπνευστικές και γαστρικές εκκρίσεις, και μητρικό γάλα. Προστατεύει τις βλεννογόνιες επιφάνειες. Τα επίπεδά της είναι χαμηλά μέχρι την ηλικία των έξι ετών. Υπάρχουν δύο υποτάξεις (IgA1, IgA2).
  • IgM: Η πρώτη ανοσοσφαιρίνη που παράγεται σε νέα λοίμωξη, παρέχοντας βραχυπρόθεσμη προστασία. Τα επίπεδά της αυξάνονται αρχικά και στη συνέχεια μειώνονται καθώς αρχίζει η παραγωγή IgG. Μπορεί να παραχθεί από το έμβρυο, αλλά δεν διαπερνά τον πλακούντα. Η παρουσία της σε νεογνά υποδηλώνει ενδομήτρια λοίμωξη.
  • IgD: Ο ρόλος της δεν είναι πλήρως κατανοητός και σπάνια μετράται.
  • IgE: Σχετίζεται με αλλεργικές αντιδράσεις και παρασιτικές λοιμώξεις. Συνήθως μετράται σε εξετάσεις αλλεργίας και δεν περιλαμβάνεται στον γενικό ποσοτικό προσδιορισμό ανοσοσφαιρινών.

Ο ποσοτικός προσδιορισμός μετρά τη συνολική ποσότητα των IgA, IgG και IgM, χωρίς διάκριση υποτάξεων. Πολλές παθολογικές καταστάσεις μπορούν να προκαλέσουν αυξημένα (υπεργαμμασφαιριναιμία) ή μειωμένα (υπόγαμμασφαιριναιμία) επίπεδα ανοσοσφαιρινών, είτε σε όλες τις τάξεις είτε επιλεκτικά. Αυτές οι διαταραχές μπορεί να είναι κληρονομικές ή επίκτητες.

Το δείγμα αίματος λαμβάνεται από φλέβα του χεριού. Εάν απαιτείται, το εγκεφαλονωτιαίο υγρό συλλέγεται με οσφυονωτιαία παρακέντηση από ιατρό. Το σάλιο ή άλλα υγρά συλλέγονται σε ειδικά δοχεία. Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία για τη διασφάλιση της ποιότητας του δείγματος.

Η εξέταση

Ο ποσοτικός προσδιορισμός των ανοσοσφαιρινών (Igs) χρησιμοποιείται για την ανίχνευση μη φυσιολογικών επιπέδων των IgG, IgA και IgM στο αίμα, και περιστασιακά στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό ή στο σάλιο. Ορισμένες παθήσεις προκαλούν αύξηση όλων των ανοσοσφαιρινών, άλλες μείωση, ενώ άλλες συνδυασμό αυξήσεων και μειώσεων.

Οι διαταραχές των ανοσοσφαιρινών ταξινομούνται σε:

  • Αυξημένα επίπεδα (περίσσεια): Μπορεί να οφείλονται σε πολυκλωνική παραγωγή (από πολλά πλασματοκύτταρα) ή μονοκλωνική (από έναν κλώνο πλασματοκυττάρων).
  • Μειωμένα επίπεδα (ανεπάρκεια): Η δευτεροπαθής (επίκτητη) ανεπάρκεια είναι η συχνότερη και οφείλεται σε υποκείμενες καταστάσεις. Η πρωτοπαθής (κληρονομική) ανεπάρκεια είναι σπάνια και χαρακτηρίζεται από αδυναμία παραγωγής μίας ή περισσοτέρων τάξεων ανοσοσφαιρινών.

Η εξέταση ζητείται συχνά σε συνδυασμό με ηλεκτροφόρηση πρωτεϊνών ορού/ούρων για τη διάγνωση και παρακολούθηση παθήσεων με μη φυσιολογική παραγωγή ανοσοσφαιρινών. Υψηλά επίπεδα μιας τάξης ανοσοσφαιρινών μπορεί να οδηγήσουν σε περαιτέρω έλεγχο με ανοσοκαθήλωση για τον εντοπισμό μονοκλωνικής γαμμαπάθειας (π.χ., πολλαπλό μυέλωμα), οπότε μπορεί να ζητηθεί και μέτρηση ελεύθερων ελαφρών αλυσίδων.

Πότε ζητείται:

  • Σε συμπτώματα έλλειψης ανοσοσφαιρινών, όπως υποτροπιάζουσες λοιμώξεις (αναπνευστικού, γαστρεντερικού) ή χρόνια διάρροια.
  • Σε σημάδια χρόνιας φλεγμονής ή λοίμωξης, ή όταν υπάρχει υποψία υπερβολικής/μη φυσιολογικής παραγωγής ανοσοσφαιρινών.
  • Για τακτική παρακολούθηση της πορείας της νόσου σε ασθενείς με διαταραχές ανοσοσφαιρινών.
  • Στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, όταν υπάρχει υποψία πάθησης του κεντρικού νευρικού συστήματος που σχετίζεται με υπερπαραγωγή ανοσοσφαιρινών.

Τι σημαίνει το αποτέλεσμα: Τα αποτελέσματα των IgG, IgA και IgM αξιολογούνται συνήθως μαζί. Μη φυσιολογικά επίπεδα υποδηλώνουν διαταραχή του ανοσοποιητικού συστήματος και απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση. Η εξέταση δεν είναι διαγνωστική από μόνη της, αλλά αποτελεί ισχυρή ένδειξη.

Αυξημένα επίπεδα:

  • Πολυκλωνική αύξηση (σε όλες ή κάποιες τάξεις): Λοιμώξεις (οξείες/χρόνιες), αυτοάνοσα νοσήματα (ρευματοειδής αρθρίτιδα, ΣΕΛ), κίρρωση, χρόνιες φλεγμονές, αντιδράσεις υπερευαισθησίας, σύνδρομο Wiskott-Aldrich, ενδομήτριες λοιμώξεις (σύφιλη, τοξοπλάσμωση, ερυθρά, CMV).
  • Μονοκλωνική αύξηση (σε μία τάξη, με ή χωρίς μείωση των άλλων): Αιματολογικές νεοπλασίες (πολλαπλό μυέλωμα, χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία, μονοκλωνική γαμμαπάθεια ακαθόριστης σημασίας (MGUS), λέμφωμα, μακροσφαιριναιμία Waldenström (IgM)). Σε αυτές τις περιπτώσεις, παρά την αύξηση του συνολικού αριθμού, ο ασθενής μπορεί να είναι ανοσοκατεσταλμένος λόγω της μη λειτουργικότητας των μονοκλωνικών ανοσοσφαιρινών.

Μειωμένα επίπεδα:

  • Επίκτητες ανεπάρκειες (δευτεροπαθείς): Οφείλονται σε υποκείμενες παθήσεις που προκαλούν απώλεια πρωτεϊνών (καρκινώματα, σοβαρά εγκαύματα) ή σε φάρμακα (ανοσοκατασταλτικά, κορτικοστεροειδή, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη). Επίσης, καθυστέρηση στην παραγωγή ανοσοσφαιρινών σε νεογνά (ιδίως πρόωρα).
  • Παθολογική απώλεια πρωτεϊνών: Νεφρωσικό σύνδρομο, εγκαύματα, εντεροπάθειες ή άλλες γαστρεντερικές παθήσεις που επηρεάζουν την πέψη/απορρόφηση πρωτεϊνών.
  • Κληρονομικές ανεπάρκειες: Σπάνιες, μπορεί να επηρεάσουν όλες τις ανοσοσφαιρίνες, μία τάξη ή υποτάξεις.

Στο ΕΝΥ, οι ανοσοσφαιρίνες είναι φυσιολογικά σε χαμηλές συγκεντρώσεις. Αύξηση παρατηρείται σε λοιμώξεις του ΚΝΣ, φλεγμονώδεις παθήσεις και πολλαπλή σκλήρυνση. Μείωση της IgA στο σάλιο μπορεί να παρατηρηθεί σε υποτροπιάζουσες λοιμώξεις του αναπνευστικού.

Άλλες σημαντικές πληροφορίες:

  • Οι κληρονομικές ανοσοανεπάρκειες (πρωτοπαθείς) είναι σπάνιες (π.χ., αγαμμασφαιριναιμία, CVID, σύνδρομο Wiskott-Aldrich).
  • Τα βρέφη μπορεί να έχουν παροδικά μειωμένα επίπεδα IgG καθώς μειώνονται τα μητρικά αντισώματα και καθυστερεί η δική τους παραγωγή, δημιουργώντας ένα «παράθυρο» αυξημένου κινδύνου για λοιμώξεις.
  • Το μητρικό γάλα παρέχει IgA, προστατεύοντας το βρέφος.
  • Ασθενείς με μειωμένα επίπεδα ανοσοσφαιρινών ενδέχεται να μην ανταποκρίνονται επαρκώς στους εμβολιασμούς και δεν πρέπει να λαμβάνουν ζωντανά εμβόλια.
  • Η έλλειψη ανοσοσφαιρινών μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα σε εξετάσεις που ανιχνεύουν αντισώματα (π.χ., κοιλιοκάκη). Σε τέτοιες περιπτώσεις, απαιτείται ποσοτικός προσδιορισμός της IgA.
  • Σε μειωμένες IgG και IgA, ή υποψία ανεπάρκειας, μπορεί να χρειαστεί προσδιορισμός των υποτάξεων.
  • Άτομα με έλλειψη IgA μπορεί να αναπτύξουν αντι-IgA αντισώματα, με κίνδυνο σοβαρής αναφυλακτικής αντίδρασης σε μετάγγιση προϊόντων αίματος που περιέχουν IgA.