Κλινική σημασία
Η εξέταση αυτή διενεργείται για την υποβοήθηση της διάγνωσης καρκινοειδών όγκων που παράγουν σεροτονίνη. Ενδείκνυται σε ασθενείς με συμπτώματα που παραπέμπουν σε καρκινοειδές σύνδρομο, όπως εξάψεις, διάρροια ή συριγμός. Απαιτείται δείγμα αίματος από φλέβα του χεριού και δεν απαιτείται καμία ειδική προετοιμασία.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η εξέταση μετρά τα επίπεδα σεροτονίνης στο αίμα. Η σεροτονίνη είναι μια βιογενής αμίνη που συντίθεται από την τρυπτοφάνη και δρα ως νευροδιαβιβαστής στον εγκέφαλο, ενώ παράγεται επίσης από εντεροχρωμαφινικά κύτταρα του γαστρεντερικού σωλήνα και των βρόγχων. Περισσότερο από το 90% της σεροτονίνης του αίματος βρίσκεται στα αιμοπετάλια. Συμμετέχει στη ρύθμιση της διάθεσης, του ύπνου, της όρεξης, της συστολής των αγγείων και της μετάδοσης νευρικών ερεθισμάτων. Μεταβολίζεται στο ήπαρ, με τον κύριο μεταβολίτη της, το 5-υδροξυϊνδολεοξικό οξύ (5-HIAA), να απεκκρίνεται στα ούρα. Φυσιολογικά, η σεροτονίνη κυκλοφορεί σε χαμηλές, μεταβαλλόμενες συγκεντρώσεις. Καρκινοειδείς όγκοι, οι οποίοι είναι βραδέως αναπτυσσόμενοι νευροενδοκρινικοί όγκοι που εντοπίζονται συχνότερα στο γαστρεντερικό σύστημα (ιδίως σκωληκοειδής απόφυση) και τους πνεύμονες, μπορούν να παράγουν αυξημένες ποσότητες σεροτονίνης και 5-HIAA, είτε συνεχώς είτε διαλείποντα. Η υπερπαραγωγή σεροτονίνης από αυτούς τους όγκους μπορεί να οδηγήσει σε καρκινοειδές σύνδρομο, χαρακτηριζόμενο από εξάψεις, διάρροια, ταχυκαρδία και συριγμό, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν ηπατικές μεταστάσεις. Αν και πολλοί καρκινοειδείς όγκοι παραμένουν ασυμπτωματικοί και ανακαλύπτονται τυχαία, ένα μικρό ποσοστό μπορεί να προκαλέσει αποφράξεις σε έντερο ή βρόγχους. Η συλλογή του δείγματος αίματος γίνεται με φλεβοκέντηση.
Η εξέταση
Η μέτρηση της σεροτονίνης χρησιμοποιείται, συχνά σε συνδυασμό με το 5-HIAA ούρων 24ώρου, για την υποβοήθηση της διάγνωσης καρκινοειδών όγκων. Δεν ενδείκνυται για την παρακολούθηση της θεραπευτικής ανταπόκρισης ή την ανίχνευση υποτροπών, για τις οποίες χρησιμοποιούνται κυρίως το 5-HIAA και η χρωμογρανίνη Α. Η εξέταση ζητείται όταν ο ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα που υποδηλώνουν καρκινοειδές σύνδρομο, όπως αιφνίδιες εξάψεις προσώπου και λαιμού, διάρροια, ναυτία, έμετο, ταχυκαρδία, συριγμό, βήχα ή δύσπνοια. Μπορεί να ζητηθεί ως αρχική εξέταση ή ως συμπληρωματική, εάν τα επίπεδα 5-HIAA είναι φυσιολογικά ή οριακά. Σημαντικά αυξημένα επίπεδα σεροτονίνης σε συμπτωματικό ασθενή υποδηλώνουν καρκινοειδή όγκο, αλλά η οριστική διάγνωση απαιτεί εντοπισμό του όγκου και βιοψία, συχνά με τη χρήση απεικονιστικών εξετάσεων. Ασθενείς με συμπτώματα καρκινοειδούς συνδρόμου μπορεί να έχουν όγκο ακόμα και με φυσιολογικά επίπεδα σεροτονίνης και 5-HIAA, εάν ο όγκος δεν εκκρίνει σεροτονίνη ή την εκκρίνει διαλείποντα. Αντίθετα, άτομα χωρίς συμπτώματα και με φυσιολογικά ή χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης και 5-HIAA είναι απίθανο να έχουν καρκινοειδή όγκο που εκκρίνει σεροτονίνη. Διάφορα φάρμακα, όπως μορφίνη, αναστολείς ΜΑΟ (π.χ. ρεσερπίνη), μεθυλντόπα και λίθιο, μπορούν να επηρεάσουν τα επίπεδα σεροτονίνης, και οι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται τον ιατρό τους πριν τη διακοπή ή τροποποίηση της αγωγής. Ελαφρώς αυξημένα επίπεδα σεροτονίνης μπορεί να παρατηρηθούν σε εντερικές αποφράξεις, οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, κυστική ίνωση και σύνδρομο dumping, αν και η εξέταση συνήθως δεν ζητείται σε αυτές τις περιπτώσεις.
Συχνές ερωτήσεις
- Πρέπει να κάνω τόσο την εξέταση για τη σεροτονίνη όσο και για την 5-HIAA ; Η σεροτονίνη και η 5-ΗΙΑΑ προσφέρουν συμπληρωματικές πληροφορίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η 5-ΗΙΑΑ προτιμάται λόγω του ότι είναι πιο σταθερή και καθώς συλλέγεται επί 24 ώρες, είναι πιο πιθανό να μετρηθούν αυξημένα επίπεδα, σε αντίθεση με τον εντοπισμό περίσσειας σεροτονίνης, η οποία απελευθερώνεται μόνο κατά διαστήματα. Συζητήστε με τον γιατρό σας σχετικά με το ποιές εξετάσεις είναι κατάλληλες για τη δική σας περίπτωση.
- Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι κινδυνεύουν περισσότερο να αναπτύξουν καρκινοειδή όγκο; Οποιοσδήποτε, σε οποιαδήποτε ηλικία μπορεί να αναπτύξει έναν καρκινοειδή όγκο, αλλά σύμφωνα με την Αμερικάνικη Αντικαρκινική Εταιρεία, η μέση ηλικία διάγνωσης είναι μεταξύ 55 και 65 ετών. Άτομα με οικογενειακό ιστορικό πολλαπλής ενδοκρινούς νεοπλασίας (ΜΕΝ1), μίας γενετικής πάθησης η οποία αυξάνει τον κίνδυνο ενός ατόμου να αναπτύξει όγκους στους αδένες του ενδοκρινικού συστήματος, μπορεί να έχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης ενός καρκινοειδούς όγκου.