Κλινική σημασία
Η εξέταση αυτή διενεργείται για την υποστήριξη της διάγνωσης του υπερθυρεοειδισμού. Το δείγμα που απαιτείται είναι φλεβικό αίμα. Συνιστάται όταν ο ασθενής παρουσιάζει μη φυσιολογικές τιμές TSH ή T4, ή εμφανίζει συμπτώματα υπερθυρεοειδισμού. Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία, ωστόσο, είναι σημαντικό να ενημερωθεί ο θεράπων ιατρός για τυχόν φαρμακευτική αγωγή, καθώς ορισμένα φάρμακα ενδέχεται να επηρεάσουν τα αποτελέσματα της μέτρησης της Τ3.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η εξέταση προσδιορίζει τα επίπεδα της τριιωδοθυρονίνης (Τ3) στο αίμα. Η Τ3, μαζί με την θυροξίνη (Τ4), αποτελούν τις κύριες ορμόνες που παράγονται από τον θυρεοειδή αδένα, έναν ενδοκρινή αδένα σε σχήμα πεταλούδας που βρίσκεται στην περιοχή του τραχήλου, μπροστά από την τραχεία. Αυτές οι ορμόνες ρυθμίζουν τον μεταβολικό ρυθμό του οργανισμού. Η παραγωγή τους ελέγχεται από ένα σύστημα ανάδρασης: όταν τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών μειώνονται, ο υποθάλαμος εκκρίνει την ορμόνη απελευθέρωσης θυρεοτροπίνης (TRH), η οποία διεγείρει την υπόφυση να παράγει και να απελευθερώνει τη θυρεοειδοτρόπο ορμόνη (TSH). Η TSH με τη σειρά της διεγείρει τον θυρεοειδή να παράγει και να απελευθερώνει περισσότερες θυρεοειδικές ορμόνες. Η Τ4 παράγεται σε μεγαλύτερη ποσότητα και είναι σχετικά ανενεργή, μετατρεπόμενη στην πιο δραστική Τ3 στο ήπαρ και σε άλλους ιστούς.
Υψηλά επίπεδα Τ4 και Τ3 υποδηλώνουν υπερθυρεοειδισμό, με συμπτώματα όπως νευρικότητα, τρόμο στα χέρια, απώλεια βάρους, αϋπνία και οφθαλμοπάθεια (π.χ., οίδημα, ξηρότητα, ερεθισμός, εξόφθαλμος). Αντίθετα, ανεπαρκής παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών οδηγεί σε υποθυρεοειδισμό, με συμπτώματα βραδύ μεταβολισμού, όπως αύξηση βάρους, ξηροδερμία, κόπωση και δυσκοιλιότητα. Οι διαταραχές στα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών μπορεί να οφείλονται σε δυσλειτουργία του θυρεοειδούς ή της υπόφυσης.
Περίπου το 99,7% της Τ3 στο αίμα είναι συνδεδεμένο με πρωτεΐνες (κυρίως τη δεσμευτική σφαιρίνη της θυροξίνης), ενώ το υπόλοιπο κυκλοφορεί ελεύθερο. Η μέτρηση μπορεί να αφορά την ολική (συνδεδεμένη και ελεύθερη) ή την ελεύθερη Τ3, μέσω ξεχωριστών αιματολογικών εξετάσεων. Η συλλογή του δείγματος γίνεται με φλεβοκέντηση από περιφερική φλέβα. Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία για την ποιότητα του δείγματος, αλλά η λήψη ορισμένων φαρμάκων μπορεί να επηρεάσει τη μέθοδο μέτρησης της Τ3, οπότε ο ασθενής πρέπει να ενημερώσει τον ιατρό του.
Η εξέταση
Η εξέταση της Τ3 χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της λειτουργίας του θυρεοειδούς, κυρίως για τη διάγνωση του υπερθυρεοειδισμού και την παρακολούθηση ασθενών με θυρεοειδικές διαταραχές. Συνήθως ζητείται μετά από μη φυσιολογικά αποτελέσματα TSH και T4. Μπορεί να ζητηθεί είτε η ολική είτε η ελεύθερη Τ3. Η ολική Τ3 μπορεί να επηρεαστεί από τα επίπεδα των πρωτεϊνών και την ικανότητα δέσμευσης, σε αντίθεση με την ελεύθερη Τ3. Η εξέταση Τ3 μπορεί να συνδυαστεί με τον προσδιορισμό θυρεοειδικών αντισωμάτων για τη διάγνωση της νόσου του Graves, της συχνότερης αιτίας υπερθυρεοειδισμού.
Η εξέταση της Τ3 παραγγέλλεται όταν υπάρχουν παθολογικά αποτελέσματα TSH ή/και T4, ή όταν υπάρχει υποψία υπερθυρεοειδισμού. Συμπτώματα που μπορεί να οδηγήσουν στην εξέταση περιλαμβάνουν: αυξημένους καρδιακούς παλμούς, ανησυχία, αϋπνία, τρόμο στα χέρια, αδυναμία, διάρροια, φωτοευαισθησία, οπτικές διαταραχές, και οφθαλμολογικά προβλήματα (οίδημα, ξηρότητα, ερεθισμός, εξόφθαλμος). Η Τ3 μπορεί επίσης να ζητείται περιοδικά για την παρακολούθηση γνωστών θυρεοειδικών παθήσεων και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας για τον υπερθυρεοειδισμό.
Τα αποτελέσματα ερμηνεύονται ως εξής:
- Υψηλή TSH, φυσιολογική T4, φυσιολογική T3: Ήπιος (υποκλινικός) υποθυρεοειδισμός.
- Υψηλή TSH, χαμηλή T4, χαμηλή ή φυσιολογική T3: Υποθυρεοειδισμός.
- Χαμηλή TSH, φυσιολογική T4, φυσιολογική T3: Ήπιος (υποκλινικός) υπερθυρεοειδισμός.
- Χαμηλή TSH, υψηλή ή φυσιολογική T4, υψηλή ή φυσιολογική T3: Υπερθυρεοειδισμός.
- Χαμηλή TSH, χαμηλή ή φυσιολογική T4, χαμηλή ή φυσιολογική T3: Μη τυπική θυρεοειδική νόσος, σπάνιος δευτερογενής υποθυρεοειδισμός (υποφυσιακός).
Εάν ασθενής λαμβάνει αντιθυρεοειδικά φάρμακα και τα επίπεδα Τ3 (ή Τ4, TSH) είναι φυσιολογικά, η θεραπεία θεωρείται επιτυχής. Αυξημένα επίπεδα Τ3 ή Τ4 υποδηλώνουν ανεπαρκή θεραπεία.
Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι πολλά φάρμακα, όπως οιστρογόνα, αντισυλληπτικά και υψηλές δόσεις ασπιρίνης, μπορούν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα της ολικής Τ3. Η χρήση τους πρέπει να συζητείται με τον ιατρό πριν την εξέταση. Τα επίπεδα της ελεύθερης Τ3 γενικά δεν επηρεάζονται από αυτά τα φάρμακα. Κατά τη διάρκεια ασθένειας, ο οργανισμός μειώνει την παραγωγή Τ3 και Τ4, γι’ αυτό και οι νοσηλευόμενοι ασθενείς συχνά εμφανίζουν χαμηλά επίπεδα. Για τον λόγο αυτό, ο προσδιορισμός της Τ3 δεν χρησιμοποιείται συνήθως ως εξέταση ρουτίνας σε νοσηλευόμενους ασθενείς.
Συχνές ερωτήσεις
- Πώς επηρεάζει η εγκυμοσύνη τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών;
- Τι είναι το τεστ πρόσληψης Τ3;
- Τι είναι η ανάστροφη Τ3; 1.Πώς επηρεάζει η εγκυμοσύνη τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών; Η εγκυμοσύνη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της ολικής Τ3 χωρίς να σημαίνει πως θα αναπτυχθεί κάποια θυρεοειδική νόσος. Για επιπλέον πληροφορίες, δείτε από την ιστοσελίδα Thyroid Foundation of America το άρθρο ThyroidProblemsDuringandAfterPregnancy- AreYouAtRisk?
- Τι είναι το τεστ πρόσληψης Τ3; Το τεστ πρόσληψης Τ3 είναι γνωστό και ως Τ3RU. Η εξέταση αυτή προσδιορίζει τις τιμές των δεσμευτικών πρωτεϊνών των θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα, υπολογίζοντας τα επίπεδα των Τ3 ή Τ4 όταν προστεθούν σε δείγμα αίματος του ασθενούς. Σπάνια ζητείται πλέον για προσδιορισμό επιπέδων ελεύθερης Τ3 καιΤ4.
- Τι είναι η ανάστροφη Τ3; Η ανάστροφη Τ3 (reverseT3 ή RT3 ή REVT3) είναι μια βιολογικά αδρανής μορφή της Τ3. Φυσιολογικά, όταν η Τ4 μετατρέπεται σε Τ3 στον οργανισμό, ένα ποσοστό της βρίσκεται στη μορφή RT3. Όταν ο οργανισμός βρίσκεται σε κατάσταση στρες (stress), όπως στην περίπτωση σοβαρής ασθένειας, τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών ενδέχεται να βρίσκονται εκτός του φυσιολογικού εύρους τιμών ακόμα και αν δεν υπάρχει κάποια θυρεοειδική νόσος. Η RT3 μπορεί να αυξηθεί σε μη θυρεοειδικές καταστάσεις , ιδιαιτέρως σε στρες και ασθένειες. Γενικά συνιστάται να αποφεύγεται η εξέταση των θυρεοειδικών ορμονών σε νοσηλευόμενους ασθενείς ή να αναβληθεί η εξέταση έως ότου ο ασθενής αναρρώσει από κάποια οξεία λοίμωξη. Η χρήση της RT3 παραμένει αμφιλεγόμενη και η χρήση της δεν συνιστάται ευρέως.