Κλινική σημασία
Αυτή η εξέταση είναι απαραίτητη για την αξιολόγηση της λειτουργίας του θυρεοειδούς αδένα, τη διάγνωση καταστάσεων όπως ο υποθυρεοειδισμός ή ο υπερθυρεοειδισμός, καθώς και για τον προληπτικό έλεγχο των νεογνών για συγγενή υποθυρεοειδισμό. Συνιστάται συνήθως όταν η εξέταση TSH έχει μη φυσιολογικά αποτελέσματα ή όταν ο ασθενής εμφανίζει συμπτώματα που υποδηλώνουν δυσλειτουργία του θυρεοειδούς. Αποτελεί επίσης μέρος του καθιερωμένου νεογνικού ελέγχου. Για την εξέταση απαιτείται δείγμα αίματος, το οποίο λαμβάνεται είτε από φλέβα στο χέρι είτε, στην περίπτωση βρεφών, με τρύπημα της φτέρνας.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η εξέταση προσδιορίζει την ποσότητα της θυροξίνης (Τ4) στο αίμα. Η Τ4 είναι μία από τις δύο βασικές ορμόνες που παράγονται από τον θυρεοειδή αδένα, έναν μικρό αδένα σε σχήμα πεταλούδας που βρίσκεται κάτω από τον λάρυγγα και ρυθμίζει τον μεταβολισμό του σώματος. Ο οργανισμός διαθέτει έναν μηχανισμό ανάδρασης για τη ρύθμιση των θυρεοειδικών ορμονών. Όταν τα επίπεδα Τ4 μειώνονται, ο υποθάλαμος εκκρίνει την ορμόνη απελευθέρωσης θυρεοτροπίνης (TRH), η οποία διεγείρει την υπόφυση να εκκρίνει θυρεοτροπίνη (TSH). Η TSH με τη σειρά της διεγείρει τον θυρεοειδή να παράγει και να απελευθερώνει περισσότερη Τ4. Καθώς η συγκέντρωση της Τ4 αυξάνεται, η έκκριση TSH μειώνεται. Η Τ4 αποτελεί την πλειονότητα των θυρεοειδικών ορμονών, ενώ η Τ3 αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 10%. Η Τ4 παράγεται και αποθηκεύεται στον θυρεοειδή συνδεδεμένη με τη θυρεοσφαιρίνη. Όταν ο οργανισμός χρειάζεται θυρεοειδικές ορμόνες, ο θυρεοειδής απελευθερώνει αποθηκευμένη Τ4 στην κυκλοφορία. Στο αίμα, η Τ4 κυκλοφορεί είτε ελεύθερη είτε συνδεδεμένη με πρωτεΐνες, κυρίως τη σφαιρίνη που δεσμεύει τη θυροξίνη. Μόνο το 0,1% περίπου της ολικής Τ4 είναι ελεύθερη και βιολογικά δραστική. Η Τ4 μετατρέπεται σε δραστική Τ3 στο ήπαρ και σε άλλους ιστούς. Ανεπαρκής παραγωγή Τ4 (λόγω δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς ή ανεπάρκειας TSH) οδηγεί σε υποθυρεοειδισμό, με συμπτώματα όπως αύξηση βάρους, ξηροδερμία, δυσανεξία στο κρύο, διαταραχές περιόδου και κόπωση. Αντίθετα, υπερβολική παραγωγή Τ4 επιταχύνει τις λειτουργίες του οργανισμού, προκαλώντας υπερθυρεοειδισμό με συμπτώματα όπως ταχυκαρδία, νευρικότητα, απώλεια βάρους, αϋπνία, τρόμο και οφθαλμοπάθεια. Οι συχνότερες αιτίες δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς είναι αυτοάνοσες, όπως η νόσος Graves (υπερθυρεοειδισμός) και η θυρεοειδίτιδα Hashimoto (υποθυρεοειδισμός). Άλλες αιτίες περιλαμβάνουν θυρεοειδίτιδα, καρκίνο του θυρεοειδούς, καθώς και διαταραχές στην παραγωγή TSH. Η παρακολούθηση αυτών των καταστάσεων γίνεται με μέτρηση είτε της ολικής Τ4 (συνολική ποσότητα) είτε της ελεύθερης Τ4 (μόνο η δραστική μορφή).
Η εξέταση
Η ολική Τ4 και η ελεύθερη Τ4 είναι δύο ξεχωριστές εξετάσεις που συμβάλλουν στην αξιολόγηση της λειτουργίας του θυρεοειδούς. Η μέτρηση της ολικής Τ4 χρησιμοποιήθηκε επί πολλά χρόνια για τη διάγνωση υπερ- και υποθυρεοειδισμού, ωστόσο τα αποτελέσματά της μπορεί να επηρεαστούν από τα επίπεδα των πρωτεϊνών στο αίμα που δεσμεύουν την ορμόνη. Η εξέταση της ελεύθερης Τ4, νεότερη και λιγότερο επηρεαζόμενη από τα επίπεδα πρωτεϊνών, θεωρείται ακριβέστερος δείκτης της λειτουργίας των θυρεοειδικών ορμονών, καθώς η ελεύθερη Τ4 είναι η βιολογικά δραστική μορφή. Για τον λόγο αυτό, έχει αντικαταστήσει σε μεγάλο βαθμό την ολική Τ4. Οποιαδήποτε μέτρηση θυροξίνης επιλεγεί, συνήθως συνδυάζεται ή ακολουθεί την εξέταση TSH, ώστε να εκτιμηθεί η ομαλή λειτουργία του μηχανισμού ανάδρασης των θυρεοειδικών ορμονών και να διαφοροδιαγνωστούν οι αιτίες υπερ- ή υποθυρεοειδισμού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να ζητηθεί και η εξέταση Τ3 για επιπλέον διαγνωστικές πληροφορίες. Οι εξετάσεις Τ4 και TSH μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για τη διάγνωση βρογχοκήλης ή γυναικείας στειρότητας. Εάν υπάρχει υποψία αυτοάνοσης θυρεοειδοπάθειας, μπορεί να ζητηθούν και αντιθυρεοειδικά αυτοαντισώματα μαζί με την Τ4. Σε ασθενείς με γνωστή δυσλειτουργία του θυρεοειδούς, οι εξετάσεις Τ4 και TSH χρησιμοποιούνται για τη ρύθμιση της θεραπείας. Σε εγκύους με θυρεοειδικές διαταραχές, αυτές οι εξετάσεις βοηθούν στην εκτίμηση του κινδύνου για υπερ- ή υποθυρεοειδισμό στο έμβρυο/νεογνό. Σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ και της Ευρώπης, τα νεογνά ελέγχονται προληπτικά για συγγενή υποθυρεοειδισμό μέσω των επιπέδων Τ4 και TSH, καθώς η έγκαιρη διάγνωση αποτρέπει τη νοητική υστέρηση. Η ολική ή ελεύθερη Τ4 ζητείται κυρίως μετά από μη φυσιολογικό αποτέλεσμα TSH, ή μαζί με την TSH για μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα του μηχανισμού ανάδρασης. Ζητούνται επίσης όταν ο ασθενής εμφανίζει συμπτώματα υπερ- ή υποθυρεοειδισμού. Αν και μερικές φορές περιλαμβάνονται σε εξετάσεις ρουτίνας, αυτή η πρακτική δεν είναι καθολικά αποδεκτή. Σε ασθενείς με γνωστές θυρεοειδικές διαταραχές, η TSH και ενίοτε η Τ4 παρακολουθούνται περιοδικά για τη ρύθμιση της θεραπείας. Σε εγκύους με θυρεοειδικές διαταραχές, οι εξετάσεις μπορεί να συστηθούν στην αρχή, προς το τέλος της εγκυμοσύνης και μετά τον τοκετό για την παρακολούθηση μητέρας και βρέφους. Τα νεογνά ελέγχονται για θυρεοειδικές ορμόνες στο πλαίσιο προγραμμάτων νεογνικού ελέγχου. Γενικά, αυξημένες τιμές ελεύθερης ή ολικής Τ4 υποδηλώνουν υπερθυρεοειδισμό, ενώ μειωμένες τιμές υποδηλώνουν υποθυρεοειδισμό. Τα αποτελέσματα δεν είναι διαγνωστικά από μόνα τους, αλλά καθοδηγούν τον γιατρό σε περαιτέρω διερεύνηση της αιτίας. Χαμηλές τιμές Τ4 με χαμηλή TSH ή υψηλές τιμές Τ4 με υψηλή TSH μπορεί να υποδηλώνουν διαταραχή της υπόφυσης. Πολλά φάρμακα, όπως οιστρογόνα, αντισυλληπτικά και υψηλές δόσεις ασπιρίνης, μπορούν να επηρεάσουν τις τιμές της ολικής Τ4, γι’ αυτό είναι σημαντικό να ενημερώνεται ο γιατρός για τη φαρμακευτική αγωγή. Τα επίπεδα της ελεύθερης Τ4 επηρεάζονται πολύ λιγότερο από αυτά τα φάρμακα.
Συχνές ερωτήσεις
1.Πως μπορεί η εγκυμοσύνη να επηρεάσει τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών; Η εγκύμοσύνη μπορεί να προκαλέσει αύξηση των επιπέδων της ολικής T4 χωρίς αυτό να σημαίνει ότι βρίσκεται σε εξέλιξη θυρεοειδική νόσος.