Κλινική σημασία
Η εξέταση αυτή πραγματοποιείται για την ανίχνευση βακτηριακής μόλυνσης σε ένα τραύμα, την ταυτοποίηση των υπεύθυνων βακτηρίων και την εκτίμηση της ευαισθησίας τους σε αντιβιοτικά. Ενδείκνυται όταν υπάρχει υποψία μόλυνσης τραύματος από παθογόνο μικροοργανισμό, καθώς και για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας. Το δείγμα λαμβάνεται με αποστειρωμένο βαμβακοφόρο στυλεό από την ύποπτη περιοχή, συλλέγοντας κύτταρα ή πύον. Σε βαθύτερα τραύματα, η συλλογή υγρού μπορεί να γίνει με σύριγγα ή/και βιοψία ιστού. Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία του ασθενούς.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η βακτηριακή καλλιέργεια τραύματος είναι μια διαγνωστική μέθοδος που αποσκοπεί στην ανίχνευση και ταυτοποίηση παθογόνων βακτηρίων που προκαλούν λοιμώξεις σε τραύματα. Αυτά μπορεί να είναι επιφανειακά (π.χ. εκδορές, κοψίματα) ή να αφορούν βαθύτερους ιστούς (π.χ. χειρουργικές τομές, δαγκώματα, εγκαύματα). Η καλλιέργεια βοηθά στον προσδιορισμό της ύπαρξης μόλυνσης, των ειδών βακτηρίων που την προκαλούν και του κατάλληλου αντιβιοτικού για τη θεραπεία. Η διαδικασία περιλαμβάνει τη συλλογή δείγματος υγρού, κυττάρων ή ιστού από το τραύμα και την τοποθέτησή του σε κατάλληλο θρεπτικό μέσο για την ανάπτυξη των βακτηρίων. Συνήθως, ταυτοποιείται ένα κυρίαρχο είδος βακτηρίου, αν και μπορεί να υπάρχουν περισσότερα. Λαμβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις των βακτηρίων σε οξυγόνο (αερόβια, αναερόβια, μικροαερόφιλα) για τη βέλτιστη ανάπτυξη και ανίχνευσή τους. Ακολουθεί η ταυτοποίηση των μικροοργανισμών, συχνά με τη χρήση χρώσης Gram, η οποία ταξινομεί τα βακτήρια με βάση τη μορφολογία και τη χρωστική τους αντίδραση. Περαιτέρω βιοχημικές δοκιμασίες οδηγούν στην τελική ταυτοποίηση του είδους. Για πολλά παθογόνα, διενεργείται αντιβιόγραμμα (δοκιμασία ευαισθησίας) για την επιλογή της αποτελεσματικότερης αντιβιοτικής αγωγής. Η λήψη του δείγματος γίνεται με αποστειρωμένο βαμβακοφόρο στυλεό για επιφανειακά τραύματα, ενώ για βαθύτερα τραύματα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σύριγγα ή βιοψία ιστού. Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία του ασθενούς.
Η εξέταση
Η βακτηριακή καλλιέργεια τραύματος χρησιμοποιείται πρωτίστως για να διαπιστωθεί αν ένα τραύμα είναι μολυσμένο, να αναγνωριστεί το υπεύθυνο βακτήριο και να προετοιμαστεί το δείγμα για δοκιμασία ευαισθησίας, εφόσον κριθεί απαραίτητο. Εάν απαιτείται αντιβιόγραμμα, αυτό εκτελείται αυτόματα για την άμεση έναρξη της κατάλληλης αντιμικροβιακής θεραπείας. Η χρώση Gram διενεργείται συνήθως στο αρχικό δείγμα για μια πρώτη εκτίμηση της πιθανής βακτηριακής παρουσίας, αν και αρνητικό αποτέλεσμα δεν αποκλείει τη μόλυνση. Η εξέταση ζητείται επίσης για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας θεραπείας προηγούμενης μόλυνσης ή για την παρακολούθηση χρόνιων λοιμώξεων. Σε υποψία μυκητιακής λοίμωξης, διενεργείται παράλληλα μυκητιακή καλλιέργεια. Η εξέταση ενδείκνυται όταν ο γιατρός υποπτεύεται μόλυνση τραύματος, ή για την παρακολούθηση της θεραπείας. Συμπτώματα μολυσμένου τραύματος περιλαμβάνουν καθυστερημένη επούλωση, τοπική αύξηση θερμοκρασίας, ερυθρότητα, οίδημα, ευαισθησία, εκροή υγρού ή πύου, και πυρετό. Εάν ταυτοποιηθούν παθογόνα βακτήρια, αυτά θεωρούνται η πιθανή αιτία της μόλυνσης. Συχνά, η μόλυνση οφείλεται σε ένα είδος, αλλά μπορεί να εμπλέκονται δύο ή περισσότερα. Η παρουσία «ανάμικτης βακτηριακής χλωρίδας» υποδηλώνει συνύπαρξη φυσιολογικής και παθογόνου χλωρίδας. Εάν ανιχνευθεί μόνο φυσιολογική χλωρίδα, η μόλυνση μπορεί να οφείλεται σε βακτήρια του δέρματος, σε χαμηλή συγκέντρωση παθογόνου ή σε άλλη αιτία. Ακόμη και μικρή ανάπτυξη βακτηρίων είναι σημαντική σε στείρες περιοχές του σώματος. Αρνητικό αποτέλεσμα μπορεί να σημαίνει απουσία βακτηριακής μόλυνσης ή ανεπαρκή συλλογή δείγματος. Σε εγκαύματα, τα ποσοτικά αποτελέσματα της καλλιέργειας είναι σημαντικά, καθώς υψηλός αριθμός βακτηρίων μπορεί να απαιτεί χειρουργικό καθαρισμό. Τα αποτελέσματα παρέχουν πληροφορίες για την αντιμικροβιακή θεραπεία και την παρουσία χρόνιας μόλυνσης. Εάν η μόλυνση έχει επεκταθεί στο αίμα ή σε όργανα, οι μικροοργανισμοί θα ανιχνευθούν σε καλλιέργειες αίματος ή ούρων αντίστοιχα.