Κλινική σημασία
Η τεστοστερόνη είναι μια στεροειδής ορμόνη, ανδρογόνο, που παράγεται κυρίως στα κύτταρα Leydig των όρχεων στους άνδρες, καθώς και σε μικρότερες ποσότητες στα επινεφρίδια και στις ωοθήκες των γυναικών. Η εξέταση αυτή μετρά τα επίπεδα τεστοστερόνης στο αίμα. Στους άνδρες, η τεστοστερόνη είναι υπεύθυνη για την ανάπτυξη των δευτερογενών φυλετικών χαρακτηριστικών, όπως η διεύρυνση του πέους, η τριχοφυΐα σώματος, η μυϊκή ανάπτυξη και η εμβάθυνση της φωνής. Είναι άφθονη κατά την εφηβεία και στην ενήλικη ζωή ρυθμίζει τη σεξουαλική ορμή και τη διατήρηση της μυϊκής μάζας. Στις γυναίκες, η τεστοστερόνη μετατρέπεται σε οιστραδιόλη, την κύρια γυναικεία ορμόνη. Η παραγωγή τεστοστερόνης ελέγχεται από την ωχρινοποιητική ορμόνη (LH) της υπόφυσης, μέσω ενός μηχανισμού αρνητικής ανάδρασης. Τα επίπεδα τεστοστερόνης παρουσιάζουν ημερήσιο ρυθμό, με υψηλότερες τιμές τις πρωινές ώρες (περίπου 04:00-08:00 π.μ.) και χαμηλότερες το βράδυ (περίπου 16:00-20:00). Επίσης, αυξάνονται μετά από άσκηση και μειώνονται με την ηλικία. Περίπου τα δύο τρίτα της κυκλοφορούσας τεστοστερόνης δεσμεύονται από τη σφαιρίνη δεσμεύουσα τις ορμόνες του φύλου (SHBG) και ένα μικρότερο ποσοστό από τη λευκωματίνη. Μόνο ένα μικρό μέρος (περίπου 1-4%) κυκλοφορεί ως ελεύθερη τεστοστερόνη. Αν και η μέτρηση της ολικής τεστοστερόνης είναι συνήθως επαρκής, σε περιπτώσεις παθολογικών επιπέδων SHBG, ο προσδιορισμός της ελεύθερης ή βιοδιαθέσιμης τεστοστερόνης μπορεί να προσφέρει επιπλέον διαγνωστικές πληροφορίες. Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία για την εξέταση.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η συλλογή του δείγματος αίματος πραγματοποιείται με φλεβοκέντηση, συνήθως από μια φλέβα του χεριού. Δεν απαιτείται καμία ειδική προετοιμασία για τη διασφάλιση της ποιότητας του δείγματος.
Η εξέταση
Η εξέταση τεστοστερόνης χρησιμοποιείται για τη διάγνωση διαφόρων παθολογικών καταστάσεων σε άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Ενδεικτικά, περιλαμβάνει την αξιολόγηση καθυστερημένης ή πρόωρης εφηβείας στα αγόρια, μειωμένης σεξουαλικής διάθεσης, στυτικής δυσλειτουργίας, στειρότητας σε άνδρες και γυναίκες, όγκων των όρχεων, διαταραχών του υποθαλάμου ή της υπόφυσης, καθώς και υπερτρίχωσης και αρρενοποίησης σε κορίτσια και γυναίκες. Η μέτρηση της ολικής τεστοστερόνης περιλαμβάνει τόσο την πρωτεϊνοδεσμευμένη (με αλβουμίνη και SHBG) όσο και την ελεύθερη τεστοστερόνη. Η ελεύθερη ή βιοδιαθέσιμη τεστοστερόνη προσδιορίζεται όταν υπάρχουν παθολογικά επίπεδα SHBG. Η εξέταση ζητείται σε αγόρια με καθυστερημένη εφηβεία (μετά τα 10 έτη), συνοδευόμενη συχνά από FSH και LH, όταν παρατηρούνται συμπτώματα όπως καθυστερημένη μυϊκή ανάπτυξη, έλλειψη εμβάθυνσης φωνής ή τριχοφυΐας, και αργή ανάπτυξη όρχεων/πέους. Επίσης, σε αγόρια με πρόωρη εφηβεία και έντονα δευτερογενή χαρακτηριστικά, όπου αιτίες μπορεί να είναι όγκοι ή συγγενής υπερπλασία των επινεφριδίων. Στους άνδρες, ζητείται σε περιπτώσεις υπογονιμότητας, μειωμένης σεξουαλικής διάθεσης, στυτικής δυσλειτουργίας, έλλειψης τριχοφυΐας, μειωμένης μυϊκής μάζας, γυναικομαστίας, ή όταν υπάρχει συσχέτιση με σπλαχνικό λίπος, αντίσταση στην ινσουλίνη και αυξημένο κίνδυνο στεφανιαίας νόσου. Στις γυναίκες, η εξέταση ενδείκνυται σε ακανόνιστη ή απουσία εμμήνου ρύσεως, δυσκολία σύλληψης, ή εμφάνιση αρρενωπών χαρακτηριστικών (υπερτρίχωση, ανδρικού τύπου φαλάκρα, χαμηλή φωνή). Αυξημένα επίπεδα τεστοστερόνης στις γυναίκες μπορεί να οφείλονται σε σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS), όγκους ωοθηκών ή επινεφριδίων, ή συγγενή υπερπλασία του φλοιού των επινεφριδίων. Στους άνδρες, τα φυσιολογικά επίπεδα τεστοστερόνης ποικίλλουν ευρέως ανάλογα με την ηλικία και το στάδιο ωρίμανσης, με σταδιακή μείωση μετά την τρίτη δεκαετία της ζωής, η οποία μπορεί να είναι εντονότερη σε παχύσαρκους, με χρόνιες παθήσεις ή υπό συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή. Χαμηλά επίπεδα (υπογοναδισμός) μπορεί να υποδηλώνουν διαταραχές του υποθαλάμου/υπόφυσης, γενετικές παθήσεις (π.χ. σύνδρομα Klinefelter, Kallman, Prader-Willi) ή επίκτητες βλάβες των όρχεων (αλκοολισμός, τραυματισμός, ιογενείς λοιμώξεις όπως παρωτίτιδα). Αυξημένα επίπεδα στους άνδρες μπορεί να υποδεικνύουν όγκους όρχεων ή επινεφριδίων που παράγουν τεστοστερόνη, χρήση ανδρογόνων/αναβολικών στεροειδών, πρόωρη εφηβεία αγνώστου αιτιολογίας ή υπερθυρεοειδισμό. Στις γυναίκες, όπου τα επίπεδα είναι φυσιολογικά χαμηλά, αυξημένες τιμές μπορεί να υποδηλώνουν PCOS, όγκους ωοθηκών/επινεφριδίων ή συγγενή υπερπλασία του φλοιού των επινεφριδίων. Επιπλέον, ο αλκοολισμός και η ηπατική νόσος μπορούν να μειώσουν τα επίπεδα τεστοστερόνης στους άνδρες, όπως και ορισμένα φάρμακα για τον καρκίνο του προστάτη. Αντιεπιληπτικά, βαρβιτουρικά και κλομιφαίνη μπορεί να αυξήσουν την τεστοστερόνη, ενώ οι γυναίκες υπό θεραπεία οιστρογόνων μπορεί επίσης να εμφανίσουν αυξημένα επίπεδα.