Κλινική σημασία
Αυτή η εξέταση διενεργείται για την ανίχνευση λοίμωξης από το πρωτόζωο Toxoplasma gondii, ιδιαίτερα σε εγκύους, έμβρυα ή ανοσοκατεσταλμένα άτομα με συμπτώματα που μοιάζουν με γρίπη. Χρησιμεύει επίσης στον προσδιορισμό προηγούμενης έκθεσης ή στην αξιολόγηση επιπλοκών που σχετίζονται με ενεργό τοξοπλάσμωση. Η εξέταση ενδείκνυται όταν υπάρχει υποψία έκθεσης στο T. gondii σε έγκυες ή ανοσοκατεσταλμένα άτομα, ή όταν εμφανίζονται συμπτώματα γρίπης, σοβαρές οφθαλμικές λοιμώξεις ή εγκεφαλικές διαταραχές που μπορεί να οφείλονται σε τοξοπλάσμωση. Για την εξέταση απαιτείται δείγμα αίματος από φλέβα του χεριού, ενώ σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) ή αμνιακό υγρό. Δεν απαιτείται καμία ειδική προετοιμασία πριν τη λήψη του δείγματος.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η εξέταση τοξοπλάσμωσης στοχεύει στην ανίχνευση και διάγνωση ενεργού ή παρελθούσας λοίμωξης από το Toxoplasma gondii, ένα ενδοκυττάριο παράσιτο που μολύνει τις γάτες και βρίσκεται στο περιβάλλον. Σε υγιή άτομα, η μόλυνση είναι συχνά ασυμπτωματική ή εκδηλώνεται με ήπια συμπτώματα γρίπης. Ωστόσο, σε εγκύους, όπου μπορεί να μεταδοθεί στο έμβρυο, ή σε ανοσοκατεσταλμένα άτομα, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές. Η λοίμωξη από T. gondii είναι παγκοσμίως διαδεδομένη, με εκτιμήσεις να αναφέρουν ότι στις ΗΠΑ περίπου το 23% του πληθυσμού άνω των 12 ετών έχει μολυνθεί. Η μετάδοση στον άνθρωπο γίνεται κυρίως μέσω της κατανάλωσης μολυσμένων τροφίμων ή νερού, ιδίως ωμού ή ατελώς ψημένου κρέατος, καθώς και μέσω επαφής με μολυσμένα κόπρανα γάτας. Στο έμβρυο, η μετάδοση είναι κάθετη από τη μητέρα, ενώ σπανιότερα μπορεί να συμβεί μέσω μεταμόσχευσης οργάνων ή μετάγγισης αίματος. Οι γάτες αποτελούν τον τελικό ξενιστή, όπου το παράσιτο αναπαράγεται και απελευθερώνει ωοκύστεις στα κόπρανα. Αυτές οι ωοκύστεις παραμένουν μολυσματικές για μήνες. Σε άλλους ξενιστές, όπως ο άνθρωπος, το T. gondii σχηματίζει ανενεργές κύστεις σε διάφορα όργανα (μύες, εγκέφαλος, μάτια), οι οποίες παραμένουν αδρανείς εφ’ όρου ζωής, εκτός αν το ανοσοποιητικό σύστημα εξασθενήσει. Η επανενεργοποίηση της λοίμωξης σε ανοσοκατεσταλμένα άτομα (π.χ., HIV/AIDS, χημειοθεραπεία, μεταμοσχεύσεις) μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές νευρολογικές και οφθαλμικές επιπλοκές, όπως πονοκεφάλους, σπασμούς, σύγχυση, εγκεφαλίτιδα και προβλήματα όρασης. Εάν μια έγκυος μολυνθεί, υπάρχει 30-40% πιθανότητα μετάδοσης στο έμβρυο. Η συγγενής λοίμωξη στα αρχικά στάδια της κύησης μπορεί να προκαλέσει αποβολή ή σοβαρές αναπτυξιακές διαταραχές (νοητική υστέρηση, επιληψία, τύφλωση). Σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, τα νεογνά μπορεί να εμφανίσουν συμπτώματα (οφθαλμικές λοιμώξεις, απώλεια ακοής, μαθησιακές δυσκολίες) χρόνια αργότερα. Το δείγμα αίματος λαμβάνεται με φλεβοκέντηση. Σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να απαιτηθεί λήψη εγκεφαλονωτιαίου υγρού με οσφυονωτιαία παρακέντηση ή αμνιακού υγρού με αμνιοπαρακέντηση. Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία για την εξέταση.
Η εξέταση
Η εξέταση για τοξοπλάσμωση χρησιμοποιείται για τον έλεγχο έκθεσης στο Toxoplasma gondii σε γυναίκες πριν ή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς και για τη διάγνωση πιθανής μόλυνσης σε ανοσοκατεσταλμένα άτομα με συμπτώματα γρίπης ή άλλες ενδείξεις τοξοπλάσμωσης. Η ανάλυση αμνιακού υγρού μπορεί να επιβεβαιώσει τη μόλυνση του εμβρύου. Η επιλογή των εξετάσεων και των δειγμάτων εξαρτάται από την κλινική εικόνα του ασθενούς. Οι κύριες μέθοδοι περιλαμβάνουν την ανίχνευση αντισωμάτων και τη μοριακή ανίχνευση. Όταν ένα άτομο εκτίθεται στο T. gondii, το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει αντισώματα IgM και IgG. Τα αντισώματα IgM εμφανίζονται 1-2 εβδομάδες μετά την αρχική έκθεση, αυξάνονται και στη συνέχεια μειώνονται, παραμένοντας ανιχνεύσιμα για μερικούς μήνες. Υψηλά επίπεδα IgM σε νεογνό υποδηλώνουν συγγενή λοίμωξη. Τα αντισώματα IgG παράγονται αρκετές εβδομάδες μετά την αρχική μόλυνση, παρέχοντας μακροπρόθεσμη προστασία και παραμένουν ανιχνεύσιμα για το υπόλοιπο της ζωής. Ο συνδυαστικός έλεγχος IgM και IgG βοηθά στη διάκριση πρόσφατης από παρελθούσα λοίμωξη. Οι εξετάσεις αντισωμάτων για τοξόπλασμα αποτελούν μέρος του συμπλέγματος TORCH (Toxoplasma, Rubella, Cytomegalovirus, Herpes simplex virus), το οποίο ελέγχει λοιμώξεις που μπορούν να επηρεάσουν το έμβρυο. Η μοριακή ανίχνευση (PCR) αναζητά το γενετικό υλικό του T. gondii σε δείγματα αίματος, ΕΝΥ ή αμνιακού υγρού, επιβεβαιώνοντας την ενεργό λοίμωξη. Άλλες εξειδικευμένες εξετάσεις, όπως ο έλεγχος της ισχύος σύνδεσης αντιγόνου-αντισώματος, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για επιβεβαίωση. Σπάνια διενεργούνται καλλιέργειες ιστού ή βιοψίες εγκεφάλου. Ο έλεγχος αντισωμάτων T. gondii δεν είναι ρουτίνα σε όλες τις εγκύους, αλλά μπορεί να ζητηθεί για τον εντοπισμό προηγούμενης έκθεσης ή σε περίπτωση υποψίας μόλυνσης. Εάν τα αντισώματα είναι αρνητικά αλλά η υποψία μόλυνσης παραμένει, η εξέταση μπορεί να επαναληφθεί. Ζητείται επίσης σε ανοσοκατεσταλμένα άτομα με συμπτώματα γρίπης ή άλλες ενδείξεις τοξοπλάσμωσης. Η μοριακή διάγνωση ενδείκνυται σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς ή για τον έλεγχο εμβρυϊκής μόλυνσης, ειδικά όταν η μητέρα έχει οξεία λοίμωξη (θετικό IgM). Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων απαιτεί προσοχή, καθώς ανοσοκατεσταλμένα άτομα μπορεί να έχουν χαμηλότερη αντισωματική απόκριση. Πίνακας ερμηνείας αντισωμάτων: IgM αρνητικό/IgG θετικό υποδηλώνει παρελθούσα μόλυνση. IgM αρνητικό/IgG αρνητικό σημαίνει απουσία μόλυνσης ή πολύ πρώιμη φάση. IgM θετικό/IgG αρνητικό υποδηλώνει πρώιμη μόλυνση (ή συγγενή σε νεογνό). IgM θετικό/IgG θετικό υποδηλώνει παρούσα ή χρόνια μόλυνση, ή επανενεργοποίηση. Ψευδώς θετικά αποτελέσματα IgM είναι πιθανά και απαιτούν επιβεβαίωση σε εξειδικευμένο εργαστήριο. Θετικό αποτέλεσμα μοριακής εξέτασης για T. gondii DNA επιβεβαιώνει οξεία λοίμωξη. Αρνητικό αποτέλεσμα δεν αποκλείει πλήρως τη μόλυνση, καθώς το παράσιτο μπορεί να μην είναι επαρκώς ανιχνεύσιμο στο δείγμα. Η έκθεση στο T. gondii προέρχεται κυρίως από την κατανάλωση ωμού ή ατελώς ψημένου κρέατος (χοιρινό, αρνί), άπλυτων φρούτων/λαχανικών, μολυσμένου εδάφους/νερού και μη παστεριωμένου γάλακτος. Η λοίμωξη είναι η συχνότερη αιτία ενδοφθάλμιας φλεγμονής παγκοσμίως, με πιθανές επιπλοκές στον αμφιβληστροειδή που οδηγούν σε σοβαρές οφθαλμικές λοιμώξεις.
Συχνές ερωτήσεις
- Είναι μεταδοτική η τοξοπλάσμωση; Δεν περνάει άμεσα από άνθρωπο σε άνθρωπο, εκτός από τη μητέρα στο έμβρυο. Σχεδόν όλες οι περιπτώσεις μολύνσεων προέρχονται από το φαγητό, το ποτό ή με την επαφή με κάποιο μολυσμένο αντικείμενο.
- Πρέπει όλοι να εξετασθούν για τοξοπλάσμωση; Δεδομένου ότι η μόλυνση είναι πολύ συχνή και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν προκαλεί συμπτώματα, δεν συνιστάται έλεγχος όλου του πληθυσμού.
- Εφόσον είχα λοίμωξη από Toxoplasma gondii μια φορά, μπορώ να μολυνθώ ξανά; Σε γενικές γραμμές, από τη στιγμή που μολυνθήκατε και η αρχική μόλυνση έχει ιαθεί έχετε αποκτήσει ανοσία έναντι της επαναμόλυνσης. Ωστόσο, αν το ανοσοποιητικό σας σύστημα είναι εξασθενημένο για κάποιο λόγο, μια λανθάνουσα λοίμωξη μπορεί να ενεργοποιήσει ξανά τη μολυσματική δράση του πρωτόζωου. Εκτιμάται ότι οι περισσότερες λοιμώξεις σε ανοσοκατασταλμένα άτομα, όπως τα άτομα με HIV/AIDS, οφείλονται σε επανενεργοποιήσεις και όχι σε νέες μολύνσεις.
- Γιατί το ποσοστό μόλυνσης από Τ. gondii είναι τόσο υψηλό, όπως 95% σε ορισμένες χώρες; Το ποσοστό λοίμωξης είναι υψηλότερο σε θερμές, υγρές περιοχές και επηρεάζεται και από την τοπική διατροφή. Είναι υψηλότερο σε περιοχές στις οποίες συνήθως τρώνε μισοψημένο κρέας.
- Είναι θεραπεύσιμη η τοξοπλάσμωση; Οι περισσότεροι υγιείς άνθρωποι δεν χρειάζονται θεραπεία, αλλά χορηγείταιι θεραπεία σε άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα όπως στις εγκύους για να μην κινδυνέψει το έμβρυο να μολυνθεί από την μητέρα (συγγενή τοξοπλάσμωση). Για περισσότερα σχετικά με τη θεραπεία, δείτε την ιστοσελίδα του MayoHYPERLINK “http://www.mayoclinic.com/health/toxoplasmosis/DS00510/DSECTION=treatments-and-drugs" HYPERLINK “http://www.mayoclinic.com/health/toxoplasmosis/DS00510/DSECTION=treatments-and-drugs"Clinic .
- Ποια μέτρα πρέπει να λάβει μια έγκυος γυναίκα (ή οποιοσδήποτε άλλος) για να αποφύγει την λοίμωξη από τοξοπλάσμωση; Οι δράσεις που μπορούν να ληφθούν περιλαμβάνουν: · Βάλτε κάποιον άλλον να καθαρίσει τα απορρίμματα της γάτας. Εάν αυτό δεν είναι δυνατό, τότε πρέπει να φοράτε γάντια και να αλλάζετε κάθε μέρα το κιβώτιο απορριμμάτων ώστε να μην μετατραπούν οι ωοκύστες σε μολυσματικά παράσιτα. · Αν είναι δυνατόν, κρατήστε τη γάτα σας σε εσωτερικούς χώρους για να την αποτρέψετε από το κυνήγι ή ενδεχομένως την κατανάλωση ακαθαρσιώνκαι μην την ταΐζετε με ωμό κρέας. · Μην πάρετε γάτα ή μην αγγίζετε αδέσποτες γάτες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. · Καλύψτε το δοχείο άμμου που χρησιμοποιείται από τα γατάκια, όταν δεν είναι σε χρήση (για να αποτρέψετε τη χρήση του ως κιβώτιο απορριμμάτων). · Να φοράτε γάντια όταν ασχολείστε με τον κήπο. · Μην τρώτε ωμά ή μισοψημένα κρέατα. · Πλύνετε το ξύλο όπου κόβετε το κρέας, τα χέρια σας και κάθε εργαλείο που έχει χρησιμοποιηθεί για την προετοιμασία ωμού κρέατος με ζεστό νερό και σαπούνι για να αποφύγετε κάθε επιμόλυνση. · Μην καταναλώνετε μη παστεριωμένο γάλα. · Να πλένετε και /ή να ξεφλουδίζετε τα φρούτα και τα λαχανικά.