Κλινική σημασία
Η ανάλυση των αντισωμάτων έναντι των υποδοχέων της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TRAK / TRAb) είναι κρίσιμη για τη διάγνωση και παρακολούθηση αυτοάνοσων παθήσεων του θυρεοειδούς. Χρησιμοποιείται για τη διαφορική διάγνωση της αιτιολογίας της θυρεοτοξίκωσης, ειδικά σε περιπτώσεις ασαφούς κλινικής εικόνας ή αντενδείξεων ραδιοϊσοτόπων (π.χ. εγκυμοσύνη, θηλασμός). Επίσης, επιβεβαιώνει τη νόσο Graves, εκτιμά τον κίνδυνο νεογνικής θυρεοτοξίκωσης και αξιολογεί την πιθανότητα υποτροπής της νόσου μετά θεραπεία.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η εξέταση μετρά τα αντισώματα έναντι των υποδοχέων της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TRAK / TRAb), γνωστά και ως «ανοσοσφαιρίνες διέγερσης του θυρεοειδούς».
Η εξέταση
Τα αντισώματα TRAK / TRAb μπορεί να έχουν τρεις τύπους δράσης:
- Διεγερτικά: Προκαλούν παραγωγή T4 και T3, οδηγώντας σε υπερθυρεοειδισμό.
- Ανασταλτικά: Παρεμποδίζουν τη σύνδεση της TSH, προκαλώντας συμπτώματα υποθυρεοειδισμού.
- Δεσμευτικά: Συνδέονται στους υποδοχείς της TSH, επηρεάζοντας τη λειτουργία της. Η επικράτηση ενός συγκεκριμένου τύπου αντισώματος συμβάλλει στη διαφορική διάγνωση της υποκείμενης πάθησης. Η μέτρηση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τη διάκριση της νόσου Graves από άλλες μη αυτοάνοσες μορφές υπερθυρεοειδισμού.
Παθολογικές τιμές (Αυξημένα επίπεδα):
- Παρατηρούνται σε αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα, νόσο Graves, υπερθυρεοειδισμό και κακοήθη εξόφθαλμο.
- Σε έγκυες γυναίκες, υποδηλώνουν κίνδυνο νεογνικής θυρεοτοξίκωσης λόγω διαπλακουντιακής μεταφοράς των αντισωμάτων.