Κλινική σημασία
Η εξέταση αυτή πραγματοποιείται για την ανίχνευση του Trichomonas vaginalis, ενός μονοκύτταρου παρασίτου που μεταδίδεται κυρίως μέσω της σεξουαλικής επαφής. Στις γυναίκες προκαλεί κολπίτιδα, ενώ στους άνδρες ουρηθρίτιδα και προστατίτιδα. Συνιστάται όταν οι γυναίκες εμφανίζουν συμπτώματα όπως δύσοσμες κολπικές εκκρίσεις, κνησμό ή πόνο κατά την ούρηση, ή όταν οι άνδρες παρουσιάζουν συχνουρία. Για τη λήψη δείγματος στις γυναίκες χρησιμοποιείται κολπικό και τραχηλικό επίχρισμα (παρόμοιο με το τεστ Παπ), ενώ στους άνδρες ουρηθρικό επίχρισμα. Εναλλακτικά, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ούρα ή προστατικό υγρό. Δεν απαιτείται καμία ειδική προετοιμασία για την εξέταση.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η εξέταση αυτή διενεργείται για τη διάγνωση της λοίμωξης από Trichomonas vaginalis, ένα μικροσκοπικό παράσιτο που μεταδίδεται σεξουαλικά και προκαλεί φλεγμονές στον κόλπο των γυναικών και στην ουρήθρα ή τον προστάτη των ανδρών. Σύμφωνα με το CDC, αποτελεί την πιο συχνή ιάσιμη σεξουαλικά μεταδιδόμενη νόσο στις νέες σεξουαλικά ενεργές γυναίκες, με περίπου 7,4 εκατομμύρια νέα κρούσματα ετησίως στις ΗΠΑ, κυρίως σε γυναίκες 16-35 ετών. Στις γυναίκες, η τριχομονάδωση εκδηλώνεται με κολπική διόγκωση, κνησμό, ερεθισμό, πόνο, αίσθημα καύσου, πηχτές κιτρινοπράσινες εκκρίσεις, συχνουρία και πιθανές κηλίδες αίματος. Τα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν μετά από ημέρες ή εβδομάδες. Η θεραπεία είναι αποτελεσματική με αντιβιοτικά και απαιτεί ταυτόχρονη θεραπεία του/της συντρόφου για την αποφυγή επαναμόλυνσης. Μια χρόνια, αθεράπευτη λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει αλλοιώσεις στον τράχηλο της μήτρας, ανιχνεύσιμες στο τεστ Παπ. Κατά την εγκυμοσύνη, η τριχομονάδωση μπορεί να οδηγήσει σε πρόωρο τοκετό ή χαμηλό βάρος γέννησης του νεογνού. Το δείγμα λαμβάνεται από τον κόλπο στις γυναίκες και από την ουρήθρα στους άνδρες με βαμβακοφόρο στυλεό. Επίσης, μπορούν να χρησιμοποιηθούν δείγματα ούρων. Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία.
Η εξέταση
Η εξέταση αυτή χρησιμοποιείται για την επιβεβαίωση της λοίμωξης από Trichomonas vaginalis. Στις γυναίκες, η υποψία τίθεται συχνά κατά τη γυναικολογική εξέταση, όπου μπορεί να παρατηρηθούν μικρές ερυθρές βλάβες στα τοιχώματα του κόλπου ή του τραχήλου. Δείγματα εκκρίσεων από τον κόλπο ή την ουρήθρα συλλέγονται με στυλεό και αναλύονται μικροσκοπικά, καλλιεργούνται ή εξετάζονται με μοριακές μεθόδους για την ανίχνευση του παρασίτου. Η άμεση μικροσκοπική εξέταση νωπού παρασκευάσματος (με μικροσκόπιο αντίθετης φάσης) παρέχει γρήγορη ένδειξη, αλλά μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα λόγω δειγματοληπτικού σφάλματος. Η καλλιέργεια του δείγματος είναι πιο ευαίσθητη, αλλά απαιτεί περίπου 7 ημέρες για την ανάπτυξη του παρασίτου. Άλλες μέθοδοι περιλαμβάνουν τον άμεσο ανοσοφθορισμό (DFA) για την ανίχνευση αντιγόνων. Ο μοριακός έλεγχος (PCR ή ανίχνευση DNA) προσφέρει την υψηλότερη ευαισθησία και ταχύτερα αποτελέσματα (συνήθως εντός 24 ωρών). Δείγματα μπορούν να ληφθούν και κατά τη ρουτίνα του τεστ Παπ. Ο γιατρός μπορεί να ζητήσει την εξέταση σε περίπτωση συμπτωμάτων όπως δύσοσμες κολπικές εκκρίσεις ή πόνος κατά την ούρηση, ή αν υπάρχει λοίμωξη από άλλο σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα, καθώς η τριχομονάδωση συχνά συνυπάρχει με χλαμύδια και βλεννόρροια. Ένα θετικό αποτέλεσμα υποδηλώνει ενεργό λοίμωξη που απαιτεί θεραπεία με συνταγογραφούμενα φάρμακα, ενώ είναι απαραίτητη και η εξέταση και θεραπεία του σεξουαλικού συντρόφου. Η λοίμωξη από τριχομονάδα αυξάνει τον κίνδυνο προσβολής από άλλα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα, συμπεριλαμβανομένου του HIV, λόγω της φλεγμονής που προκαλεί στα γεννητικά όργανα. Σπάνια, μπορεί να προκαλέσει επιπλοκές σε νεογνά. Σημειώνεται ότι η παρουσία του μη παθογόνου Pentatrichomonas hominis σε δείγματα κοπράνων μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με την T. vaginalis κατά την άμεση μικροσκοπική εξέταση, αλλά δεν απαιτεί θεραπεία.