Κλινική σημασία
Η εξέταση αυτή διενεργείται για την αξιολόγηση του κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων. Συνιστάται ως μέρος του λιπιδαιμικού προφίλ σε τακτικούς ιατρικούς ελέγχους ή για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας σε ασθενείς με ήδη διαγνωσμένα υψηλά τριγλυκερίδια. Απαιτείται δείγμα αίματος από φλέβα του χεριού ή, σπανιότερα, σταγόνα αίματος από τσίμπημα δακτύλου. Για την εξέταση είναι απαραίτητη νηστεία 12-14 ωρών, κατά την οποία επιτρέπεται μόνο η κατανάλωση μικρής ποσότητας νερού, ενώ η κατανάλωση αλκοόλ απαγορεύεται για 24 ώρες πριν την αιμοληψία.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η εξέταση μετρά τη συγκέντρωση των τριγλυκεριδίων στο αίμα. Τα τριγλυκερίδια αποτελούν την κύρια μορφή αποθήκευσης λίπους στον οργανισμό, κυρίως στον λιπώδη ιστό. Ένα μέρος τους κυκλοφορεί στο αίμα, παρέχοντας ενέργεια στους μύες. Μετά την κατανάλωση τροφής, τα επίπεδα τριγλυκεριδίων στο αίμα αυξάνονται καθώς το λίπος μεταφέρεται από το έντερο για αποθήκευση. Για αυτόν τον λόγο, η εξέταση πρέπει να γίνεται σε κατάσταση νηστείας. Το δείγμα αίματος λαμβάνεται συνήθως από φλέβα του χεριού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως σε μαζικούς ελέγχους με φορητές συσκευές, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σταγόνα αίματος από τσίμπημα δακτύλου. Για την ακριβή μέτρηση, απαιτείται νηστεία 12-14 ωρών πριν την αιμοληψία, με επιτρεπόμενη μόνο την κατανάλωση μικρής ποσότητας νερού. Επιπλέον, η κατανάλωση αλκοόλ πρέπει να αποφεύγεται για 24 ώρες πριν την εξέταση.
Η εξέταση
Η μέτρηση των τριγλυκεριδίων αποτελεί συνήθως μέρος του λιπιδαιμικού προφίλ, το οποίο χρησιμοποιείται για την εκτίμηση του κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου. Είναι ιδιαίτερα σημαντική για διαβητικούς, καθώς τα επίπεδα τριγλυκεριδίων αυξάνονται σημαντικά σε μη ρυθμισμένο σάκχαρο αίματος. Η εξέταση ζητείται ως ρουτίνα για την αξιολόγηση του καρδιαγγειακού κινδύνου σε υγιείς ενήλικες. Αν και σπάνια ζητείται μεμονωμένα, καθώς ο καρδιαγγειακός κίνδυνος βασίζεται κυρίως στη χοληστερόλη (HDL, LDL), μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας σε ασθενείς με υψηλά τριγλυκερίδια. Φυσιολογικές τιμές τριγλυκεριδίων μετά από νηστεία είναι κάτω από 150 mg/dL (1.70 mmol/L). Υψηλά τριγλυκερίδια σπάνια εμφανίζονται χωρίς υψηλή χοληστερόλη. Η θεραπευτική προσέγγιση για τη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου, που στοχεύει κυρίως στη μείωση της LDL χοληστερόλης, μπορεί να διαφοροποιηθεί ανάλογα με τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων. Πολύ υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων (άνω των 1000 mg/dL (11.30 mmol/L)) αυξάνουν τον κίνδυνο παγκρεατίτιδας, απαιτώντας άμεση θεραπευτική παρέμβαση. Σε διαβητικούς με αρρύθμιστο σάκχαρο, τα τριγλυκερίδια είναι συνήθως αυξημένα. Τα επίπεδα τριγλυκεριδίων παρουσιάζουν σημαντικές διακυμάνσεις μετά από γεύμα, αυξανόμενα 5 έως 10 φορές εντός λίγων ωρών. Ακόμη και οι τιμές νηστείας μπορεί να διαφέρουν από μέρα σε μέρα, επομένως μικρές διαφορές δεν θεωρούνται παθολογικές. Ενώ υπάρχουν μελέτες που υποδεικνύουν τη χρησιμότητα της μέτρησης τριγλυκεριδίων μετά γεύμα για την εκτίμηση καρδιαγγειακού κινδύνου, δεν υπάρχουν ακόμη επίσημες οδηγίες για την κλινική εφαρμογή τους.