Κλινική σημασία
Η εξέταση αυτή διενεργείται για την ακριβή διάγνωση εμφράγματος του μυοκαρδίου ή άλλης καρδιακής βλάβης. Συνήθως, πραγματοποιούνται 2-3 μετρήσεις εντός 12-16 ωρών, εφόσον ο ασθενής παρουσιάζει πόνο στο στήθος ή άλλα συμπτώματα που υποδηλώνουν καρδιακό επεισόδιο. Το δείγμα λαμβάνεται από φλεβική αιμοληψία στο χέρι.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η εξέταση μετρά τη συγκέντρωση καρδιακής τροπονίνης στο αίμα. Οι τροπονίνες είναι πρωτεΐνες που συμμετέχουν στη μυϊκή συστολή και απαντώνται σε τρεις τύπους: C, I, και T. Οι καρδιακές τροπονίνες I και T διαφέρουν σημαντικά από αυτές των σκελετικών μυών, εξασφαλίζοντας ειδικότητα στη μέτρηση. Σε υγιή άτομα, τα επίπεδα αυτών των τροπονινών στο αίμα είναι πολύ χαμηλά. Σε περίπτωση βλάβης των μυοκαρδιακών κυττάρων, οι καρδιακές τροπονίνες I και T απελευθερώνονται στην κυκλοφορία. Η συγκέντρωσή τους είναι ανάλογη της έκτασης της βλάβης. Σε έμφραγμα του μυοκαρδίου, τα επίπεδα τροπονίνης αυξάνονται εντός 3-4 ωρών από την έναρξη της βλάβης και παραμένουν αυξημένα για 10-14 ημέρες. Το δείγμα αίματος συλλέγεται με φλεβοκέντηση από το χέρι.
Η εξέταση
Η μέτρηση της τροπονίνης χρησιμοποιείται κυρίως σε ασθενείς με πόνο στο στήθος για τη διάγνωση εμφράγματος του μυοκαρδίου ή άλλης καρδιακής βλάβης. Συνήθως, μετράται είτε η τροπονίνη I είτε η τροπονίνη T. Συχνά συνδυάζεται με άλλους καρδιακούς βιοδείκτες, όπως η κρεατινοκινάση (CK), το ισοένζυμο CK-MB και η μυοσφαιρίνη, αν και οι τροπονίνες θεωρούνται πιο ειδικές για καρδιακή βλάβη και παραμένουν αυξημένες για μεγαλύτερο διάστημα. Η εξέταση παραγγέλλεται κατά την πρώτη προσέλευση του ασθενούς στα επείγοντα και μπορεί να επαναληφθεί στις 6 και 12 ώρες. Χρησιμοποιείται για τη διάγνωση εμφράγματος, την εκτίμηση της σοβαρότητας της καρδιακής βλάβης και τη διαφοροποίηση του πόνου στο στήθος από άλλες αιτίες. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε ασθενείς με καθυστερημένη προσέλευση και συμπτώματα καρδιακής ισχαιμίας, καθώς τα επίπεδα τροπονίνης παραμένουν υψηλά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε ασθενείς με σταθερή στηθάγχη, η μέτρηση τροπονίνης ενδείκνυται όταν τα συμπτώματα επιδεινώνονται, εμφανίζονται σε ηρεμία ή δεν ανταποκρίνονται στη θεραπεία, υποδηλώνοντας μετατροπή σε ασταθή στηθάγχη. Φυσιολογικά, τα επίπεδα τροπονίνης είναι πολύ χαμηλά. Ακόμη και μικρή αύξηση μπορεί να υποδηλώνει καρδιακή βλάβη. Είναι σημαντική η ακριβής βαθμονόμηση των αναλυτών, ειδικά σε χαμηλές τιμές. Σημαντικά αυξημένα επίπεδα τροπονίνης, σε συνδυασμό με παθολογικό ηλεκτροκαρδιογράφημα (ECG), υποδηλώνουν έμφραγμα. Εάν η CK, CK-MB και μυοσφαιρίνη είναι φυσιολογικές αλλά η τροπονίνη αυξημένη, η βλάβη μπορεί να είναι μικρή ή να έχει συμβεί τουλάχιστον 24 ώρες πριν. Εάν η αρχική τροπονίνη είναι φυσιολογική αλλά οι επαναληπτικές μετρήσεις αυξημένες, η βλάβη πιθανόν συνέβη εντός δύο ωρών πριν την πρώτη μέτρηση. Αυξημένη CK με φυσιολογική CK-MB και τροπονίνη υποδηλώνει μη καρδιακή αιτία, όπως μυοσκελετική βλάβη. Φυσιολογικά επίπεδα όλων των δεικτών σε ασθενή με πόνο στο στήθος ή σταθερή στηθάγχη υποδηλώνουν απουσία καρδιακής βλάβης. Τα επίπεδα τροπονίνης παραμένουν υψηλά για 1-2 εβδομάδες μετά το έμφραγμα και δεν επηρεάζονται από βλάβες σε άλλους μύες. Ωστόσο, τα αυξημένα επίπεδα τροπονίνης δεν αρκούν από μόνα τους για διάγνωση ή αποκλεισμό εμφράγματος. Η κλινική εξέταση, το ιστορικό και το ECG είναι εξίσου σημαντικά. Κάποιοι ασθενείς με έμφραγμα μπορεί να έχουν φυσιολογικά επίπεδα τροπονίνης, ενώ άλλοι με αυξημένα επίπεδα μπορεί να μην έχουν την αναμενόμενη καρδιακή βλάβη. Η τροπονίνη μπορεί επίσης να αυξηθεί σε οξείες ή χρόνιες καταστάσεις όπως μυοκαρδίτιδα, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, σοβαρές λοιμώξεις, νεφρική νόσο, δερματομυοσίτιδα και πολυμυοσίτιδα.
Συχνές ερωτήσεις
- Τι σημαίνει καρδιακό έμφραγμα;
- Εάν έχω πόνο στο στήθος, αυτό σημαίνει ότι εμφανίζω καρδιακό έμφραγμα;
- Τι είναι οι υπόλοιποι προσδιορισμοί του καρδιακού εμφράγματος;
- Και εάν δεν είμαι σίγουρος ότι έχω καρδιακό έμφραγμα;
- Τι σημαίνει καρδιακό έμφραγμα? Καρδιακό έμφραγμα (heartattack) σημαίνει ότι τμήμα του μυϊκού ιστού της καρδιάς έχει καταστραφεί. Ο ιατρικός όρος για αυτήν την κατάσταση είναι έμφραγμα του μυοκαρδίου. Συνήθως, ένα καρδιακό έμφραγμα αρχίζει με ένα είδος πίεσης ή πόνου στο στήθος, συχνά εκτεινόμενου στο λαιμό ή στον αριστερό βραχίονα. Ο ασθενής μπορεί επίσης να νιώθει αδύναμος, να τον πιάνει κρύος ιδρώτας και να του κόβεται η ανάσα. Ένα καρδιακό έμφραγμα συνήθως συμβαίνει γιατί ένα από τα αιμοφόρα αγγεία (τα επονομαζόμενα στεφανιαίες αρτηρίες) που μεταφέρουν το αίμα στον καρδιακό μυ φράσσεται. Αυτό συνήθως συμβαίνει όταν δημιουργείται ένας θρόμβος αίματος σε ένα αιμοφόρο αγγείο το οποίο είναι ήδη μερικά φραγμένο. Το μερικό φράξιμο συνήθως οφείλεται στην αθηροσκλήρωση (atherosclerosis) (συνήθως αποκαλούμενη σκλήρυνση των αρτηριών). Αυτό το φράξιμο συντελείται σταδιακά κατά τη διάρκεια πολλών χρόνων καθώς λιπιδικές πλάκες (plaques) εναποτίθενται κατά μήκος των τοιχωμάτων των αιμοφόρων αγγείων. Αυτές οι πλάκες στενεύουν και σκληραίνουν τις αρτηρίες και μπορεί να υποστούν ρήξη απροσδόκητα, φράσσοντας πλήρως την προσβεβλημένη αρτηρία.
- Εάν έχω πόνο στο στήθος, αυτό σημαίνει ότι εμφανίζω καρδιακό έμφραγμα? Πολλά άλλα προβλήματα μπορεί να προκαλέσουν πόνο στο στήθος, και δεν μπορεί κανείς να πει μόνον από τον τύπο του πόνου εάν υπάρχει ή όχι καρδιακό έμφραγμα (heartattack). Πολλοί ασθενείς παρουσιάζουν πόνο στο στήθος λόγω καταπόνησης των μυών του στήθους, λόγω συναισθηματικής έντασης, και λόγω προβλημάτων του πνεύμονα. Πόνος στο στήθος που παρατηρείται κατά τη διάρκεια άσκησης, σκληρής εργασίας, ή σε στιγμές έντασης, διαρκεί για λίγα λεπτά και εξαφανίζεται με την ανάπαυση συνήθως οφείλεται σε στηθάγχη (angina). Μια σχετικά σπάνια μορφή πόνου στο στήθος μπορεί να οφείλεται σε προσωρινούς καρδιακούς σπασμούς γνωστούς σαν παραλλαγή στηθάγχης. Αυτοί οι σπασμοί συνήθως συμβαίνουν τη νύχτα όταν ο ασθενής αναπαύεται και μπορεί να προκαλέσουν έντονο αλλά παροδικό πόνο. Εάν ο πόνος στο στήθος διαρκεί περισσότερο από λίγα λεπτά, ειδικά εάν συμβαίνει κατά την ανάπαυση, πρέπει να αναζητηθεί άμεση ιατρική φροντίδα.
- Τι είναι οι υπόλοιποι προσδιορισμοί του καρδιακού εμφράγματος? Οι γιατροί συνήθως χρησιμοποιούν περισσότερους από έναν προσδιορισμούς για να προσδιορίσουν εάν ένας ασθενής με πόνο στο στήθος έχει υποστεί καρδιακό έμφραγμα (heartattack). Ο προσδιορισμός της τροπονίνης μπορεί να ανιχνεύσει βλάβη στον καρδιακό μυ ακόμη και όταν δεν υπάρχουν άλλες ενδείξεις ύπαρξης καρδιακού εμφράγματος. Η μυοσφαιρίνη (Myoglobin) και η κρεατινοκινάση (CK), δύο άλλες πρωτεΐνες που ανευρίσκονται στην καρδιά και σε άλλους μυς, συνήθως δεν αυξάνονται με τον παροδικό πόνο στο στήθος. Τα επίπεδα CK συνήθως δεν αυξάνονται όταν η καρδιακή βλάβη είναι ελαφρά. Σε ασθενείς που έχουν υποστεί καρδιακό έμφραγμα, τα επίπεδα αυτών των καρδιακών βιοχημικών δεικτών (cardiacbiomarkers) θα αυξηθούν και θα πέσουν ξανά εντός 12 έως 48 ωρών.
- Και εάν δεν είμαι σίγουρος ότι έχω καρδιακό έμφραγμα? Εάν ο πόνος στο στήθος παραμένει, ειδικά εάν δεν περνάει με την ανάπαυση — ή εάν υπάρχει ήδη διαγνωσμένη στηθάγχη (angina) και τα φάρμακα που έχουν χορηγηθεί δεν απαλύνουν τον πόνο, πρέπει να αναζητηθεί άμεση ιατρική φροντίδα. Πολλοί ασθενείς που εμφάνισαν καρδιακό έμφραγμα (heartattack) απεβίωσαν χωρίς καν να προλάβουν να καλέσουν ασθενοφόρο ή να φθάσουν σε τμήμα επειγόντων.