Κλινική σημασία
Η εξέταση αυτή διενεργείται για την ανίχνευση αυξημένων επιπέδων ουρικού οξέος, τα οποία ενδέχεται να υποδηλώνουν ουρική αρθρίτιδα (ποδάγρα). Επίσης, χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση των επιπέδων ουρικού οξέος σε ασθενείς που υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία. Η εξέταση ενδείκνυται όταν υπάρχουν συμπτώματα όπως πόνος στις αρθρώσεις, που μπορεί να σχετίζονται με ουρική αρθρίτιδα, ή κατά τη διάρκεια συγκεκριμένων αντικαρκινικών θεραπειών. Το δείγμα λαμβάνεται από φλεβική παρακέντηση.
Τι ελέγχει η εξέταση
Το ουρικό οξύ αποτελεί τελικό προϊόν του μεταβολισμού των πουρινών, οι οποίες προέρχονται από τη διάσπαση των νουκλεϊκών οξέων (DNA) μέσω της πέψης τροφών ή της φυσιολογικής ανανέωσης των κυττάρων. Η αποβολή του γίνεται κυρίως μέσω των νεφρών (ούρα) και σε μικρότερο βαθμό μέσω των κοπράνων. Η συσσώρευση ουρικού οξέος, είτε λόγω υπερπαραγωγής είτε λόγω μειωμένης αποβολής (συχνά λόγω νεφρικής δυσλειτουργίας ή γενετικής προδιάθεσης), μπορεί να οδηγήσει σε ουρική αρθρίτιδα. Αυτή χαρακτηρίζεται από φλεγμονή των αρθρώσεων λόγω σχηματισμού κρυστάλλων ουρικού οξέος στο αρθρικό υγρό. Η συλλογή του δείγματος πραγματοποιείται με φλεβική παρακέντηση.
Η εξέταση
Η μέτρηση του ουρικού οξέος χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση του ρυθμού καταστροφής κυττάρων ή της αποτελεσματικότητας της νεφρικής αποβολής του. Είναι επίσης σημαντική για την παρακολούθηση ασθενών που λαμβάνουν χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία, καθώς αυτές οι θεραπείες μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα ουρικού οξέος. Η εξέταση παραγγέλλεται όταν υπάρχει υποψία υψηλών επιπέδων, όπως σε περιπτώσεις ουρικής αρθρίτιδας (ποδάγρα), μιας κληρονομικής διαταραχής του μεταβολισμού των πουρινών που προκαλεί έντονο πόνο στις αρθρώσεις, συχνότερα στα δάκτυλα των ποδιών. Επίσης, ενδείκνυται σε ασθενείς με νεφρικά προβλήματα. Υψηλά επίπεδα ουρικού οξέος υποδηλώνουν διαταραχή στον μεταβολισμό των πουρινών, είτε λόγω υπερπαραγωγής είτε λόγω ανεπαρκούς αποβολής. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε σχηματισμό κρυστάλλων στις αρθρώσεις (ουρική αρθρίτιδα) ή σε πέτρες στους νεφρούς, με πιθανή νεφρική βλάβη. Χαμηλά επίπεδα ουρικού οξέος είναι σπανιότερα και συνήθως δεν αποτελούν λόγο ανησυχίας, αν και μπορεί να σχετίζονται με ηπατικές ή νεφρικές παθήσεις, έκθεση σε τοξίνες ή σπάνιες κληρονομικές μεταβολικές διαταραχές, οι οποίες όμως διαγιγνώσκονται με άλλες εξετάσεις και συμπτώματα. Πολλά φάρμακα, όπως τα διουρητικά (π.χ. θειαζίδες), μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα ουρικού οξέος. Η ασπιρίνη έχει διπλή επίδραση: σε χαμηλές δόσεις μπορεί να τα αυξήσει, ενώ σε υψηλές δόσεις (π.χ. για ρευματοειδή αρθρίτιδα) μπορεί να τα μειώσει. Άτομα με ουρική αρθρίτιδα ή πέτρες ουρικού οξέος πρέπει να αποφεύγουν τροφές πλούσιες σε πουρίνες (π.χ. εντόσθια, σαρδέλες, αντζούγιες) και αλκοόλ, καθώς επιβραδύνει την αποβολή του ουρικού οξέος. Η δίαιτα, ο υποσιτισμός και η έντονη άσκηση μπορούν επίσης να αυξήσουν τα επίπεδα. Αν και η εξέταση ουρικού οξέος δεν είναι διαγνωστική για την ουρική αρθρίτιδα, η ανάλυση μονοένυδρου ουρικού νατρίου στο αρθρικό υγρό μπορεί να επιβεβαιώσει τη διάγνωση.