Clinio Logo
Clinio
Αιματολογικές

Μέτρηση Αριθμού Λευκών Αιμοσφαιρίων

WBC

Γνωστή και ως: WBC · Αριθμός Λευκοκυττάρων · Αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων

Κλινική σημασία

Η εξέταση αυτή διενεργείται όταν υπάρχει υποψία λοίμωξης, φλεγμονώδους νόσου, ανοσοανεπάρκειας, παθήσεων του μυελού των οστών ή αλλεργικών αντιδράσεων. Χρησιμεύει επίσης στην παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας. Αποτελεί συχνά μέρος της γενικής εξέτασης αίματος (CBC), η οποία μπορεί να ζητηθεί για ποικίλους διαγνωστικούς λόγους. Για τη διενέργεια της εξέτασης απαιτείται δείγμα αίματος, το οποίο λαμβάνεται είτε με φλεβοκέντηση από περιφερική φλέβα, είτε με τριχοειδική δειγματοληψία, είτε με παρακέντηση φτέρνας σε νεογνά. Δεν απαιτείται καμία ειδική προετοιμασία του ασθενούς πριν τη δειγματοληψία.

Τι ελέγχει η εξέταση

Η εξέταση προσδιορίζει τον αριθμό των λευκών αιμοσφαιρίων (WBC) στο αίμα. Τα λευκά αιμοσφαίρια, που παράγονται στον μυελό των οστών, αποτελούν βασικό συστατικό του ανοσοποιητικού συστήματος, παρέχοντας προστασία έναντι λοιμώξεων και συμβάλλοντας στην ανοσολογική απόκριση. Ο αριθμός τους αποτελεί σημαντικό δείκτη της παρουσίας νόσου. Η συλλογή του δείγματος αίματος πραγματοποιείται είτε μέσω φλεβοκέντησης από φλέβα του άνω άκρου, είτε με λήψη τριχοειδικού αίματος, είτε με παρακέντηση στη φτέρνα για τα νεογνά. Δεν απαιτείται καμία προετοιμασία για τη διασφάλιση της ποιότητας του δείγματος.

Η εξέταση

Η μέτρηση των λευκών αιμοσφαιρίων είναι κρίσιμη για την αξιολόγηση καταστάσεων ή φαρμακευτικών αγωγών, όπως η λοίμωξη HIV ή η χημειοθεραπεία, που μπορεί να οδηγήσουν σε ανοσοκαταστολή και μείωση των λευκών αιμοσφαιρίων. Είναι απαραίτητη για τον εντοπισμό επικίνδυνα χαμηλών επιπέδων. Η εξέταση αποτελεί μέρος της γενικής εξέτασης αίματος και ζητείται για διάφορους λόγους. Μεταβολές στον αριθμό των λευκών αιμοσφαιρίων, είτε αύξηση είτε μείωση, υποδεικνύουν αλλαγές στην κλινική κατάσταση του ασθενούς. Αυξημένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων (λευκοκυττάρωση) μπορεί να οφείλεται σε βακτηριακές λοιμώξεις, φλεγμονές, λευχαιμία, τραύμα, φαρμακευτική αγωγή ή στρες. Τιμές μεταξύ 11.000 και 17.000/μl θεωρούνται ήπια έως μέτρια λευκοκυττάρωση. Μειωμένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων (λευκοπενία) μπορεί να προκληθεί από φαρμακευτική αγωγή (ιδίως χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία), ανεπάρκεια βιταμινών (π.χ. Β12, φυλλικού οξέος), ηπατική νόσο, σπληνομεγαλία, φλεγμονώδεις παθήσεις (όπως ρευματοειδής αρθρίτιδα ή συστηματικός ερυθηματώδης λύκος), ορισμένες λοιμώξεις ή αυτοάνοσα νοσήματα. Τιμές μεταξύ 3.000 και 4.000/μl θεωρούνται ήπια λευκοπενία. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων μπορεί να αυξηθεί στα τελευταία στάδια της εγκυμοσύνης, ενώ μετά από σπληνεκτομή παρατηρείται μόνιμη ήπια έως μέτρια αύξηση. Ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων παρουσιάζει διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας, με χαμηλότερες τιμές το πρωί και υψηλότερες το απόγευμα. Επίσης, εξαρτάται από την ηλικία, καθώς νεογνά και βρέφη έχουν υψηλότερες τιμές από τους ενήλικες. Οι ηλικιωμένοι ενδέχεται να μην εμφανίσουν λευκοκυττάρωση ως απάντηση σε λοίμωξη. Πολλά φάρμακα μπορούν να επηρεάσουν τον αριθμό των λευκών αιμοσφαιρίων, προκαλώντας είτε αύξηση είτε μείωση.

Συχνές ερωτήσεις

  1. Υπάρχουν διάφοροι τύποι λευκών αιμοσφαιρίων; Ναι. Υπάρχουν πέντε κύριοι τύποι: ουδετερόφιλα, λεμφοκύτταρα, μονοκύτταρα, ηωσινόφιλα, και βασεόφιλα.
  2. Πώς αντιμετωπίζονται τα μη φυσιολογικά επίπεδα λευκών αιμοσφαιρίων; Τα λευκά αιμοσφαίρια πρέπει να βρίσκονται σε πολύ υψηλά επίπεδα για να απαιτηθεί θεραπεία (π.χ. 80.000 – 50.000), ανάλογα με τον τύπο τους. Η θεραπεία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και δεν γίνεται πάντα. Η αύξηση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων στις βακτηριακές λοιμώξεις οποία αντιμετωπίζεται με αντιβιοτικά. Οι λευχαιμίες ίσως απαιτήσουν χημειοθεραπεία ή άλλη αντιμετώπιση. Ο χαμηλός αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων του αίματος απαιτεί επίσης θεραπεία αφού η χαμηλή τιμή του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων θέτει τους ασθενείς σε αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης (για παράδειγμα μετά από χημειοθεραπείες). Τότε απαιτείται αγωγή με ενέσεις αυξητικού παράγοντα (GCSF ή GMCSF) που συνήθως γίνονται ενδοδερμικά.