Clinio Logo
Clinio
Βιοχημικές

Δοκιμασία ανοχής ξυλόζης

xylose_abortion

Γνωστή και ως: Δοκιμασία απορρόφησης ξυλόζης · Εξετάσεις για την ασθένεια της κοιλιοκάκης · Λιπώδη κόπρανα

event_repeat Επανάληψη ΕΟΠΥΥ: 1 φορά ανά 20 ημέρες

Γενικός κανόνας για τον ίδιο ΑΜΚΑ (εκτός ειδικών εξαιρέσεων).

euro Τιμή ΕΟΠΥΥ: 2.94€ · συμμετοχή 15%: 0.44€

Όριο για τον ίδιο ΑΜΚΑ · πλήρεις κανόνες & τιμές ΕΟΠΥΥ

Ερμηνεία αποτελέσματος

trending_up Αυξημένα επίπεδα

Υψηλά επίπεδα ξυλόζης στο αίμα με χαμηλά στα ούρα παρατηρούνται σε νεφρική ανεπάρκεια, οπότε η διάγνωση της δυσαπορρόφησης βασίζεται στα επίπεδα αίματος.

trending_down Χαμηλά / φυσιολογικά επίπεδα

Χαμηλά επίπεδα ξυλόζης τόσο στο αίμα όσο και στα ούρα υποδηλώνουν δυσαπορρόφηση.

  • Υπερανάπτυξη βακτηρίων στο έντερο
  • Παρασιτικές λοιμώξεις
  • Εντερικές στενώσεις
  • Κοιλιοκάκη
warningΠαγίδες ερμηνείας (ψευδώς μη φυσιολογικά)
  • Αφυδάτωση
  • Άσκηση
  • Ρυθμός γαστρικής κένωσης

Προαναλυτικοί παράγοντες: Ασπιρίνη · Δακτυλίτιδα · Αναστολείς μονοαμινοξειδάσης · Μετφορμίνη · Ναλιδιξικό οξύ · Οπιούχα αλκαλοειδή · Ατροπίνη · Ινδομεθακίνη

Σημείωση χρήσης: Η εξέταση αυτή δεν είναι ευρέως διαθέσιμη και δεν περιλαμβάνεται στις κατευθυντήριες οδηγίες μεγάλων γαστρεντερολογικών εταιρειών για την αξιολόγηση της δυσαπορρόφησης.

Σχετικές εξετάσεις: Έλεγχος λιπωδών κοπράνων · Εξετάσεις αίματος για αιτιολογία δυσαπορρόφησης · Εξετάσεις κοπράνων για αιτιολογία δυσαπορρόφησης · Βιοψία λεπτού εντέρου

Κλινική σημασία

Η δοκιμασία ανοχής ξυλόζης διενεργείται για την αξιολόγηση της ικανότητας του οργανισμού να απορροφά υδατάνθρακες. Ενδείκνυται σε περιπτώσεις συμπτωμάτων δυσαπορρόφησης, όπως χρόνια διάρροια και λιπώδη κόπρανα. Απαιτείται συλλογή δείγματος αίματος σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές από φλέβα του βραχίονα, καθώς και συλλογή ούρων για συγκεκριμένη χρονική διάρκεια. Για την προετοιμασία, απαιτείται οκτάωρη νηστεία και αποφυγή τροφών πλούσιων σε πεντόζες (π.χ. μαρμελάδες, φρούτα, γλυκά) για 24 ώρες πριν την εξέταση. Συνιστάται η επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό για τυχόν αναπροσαρμογή της φαρμακευτικής αγωγής.

Τι ελέγχει η εξέταση

Η εξέταση αυτή μετρά την απορρόφηση της ξυλόζης, ενός σακχάρου που φυσιολογικά απορροφάται εύκολα από τον οργανισμό. Μετά τη χορήγηση συγκεκριμένης ποσότητας ξυλόζης, προσδιορίζονται τα επίπεδά της στο αίμα και στα ούρα, ώστε να εκτιμηθεί η γενική ικανότητα απορρόφησης υδατανθράκων. Η διαδικασία της πέψης περιλαμβάνει τρία στάδια: διάλυση πρωτεϊνών, λιπών και υδατανθράκων στο στομάχι με οξέα και ένζυμα, περαιτέρω διάσπαση στο λεπτό έντερο με παγκρεατικά ένζυμα και χολή, και τέλος απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών, κυρίως στο λεπτό έντερο, για χρήση ή αποθήκευση. Ανεπαρκής χολή ή παγκρεατικά ένζυμα εμποδίζουν την πέψη, ενώ δυσλειτουργία του εντέρου οδηγεί σε απώλεια θρεπτικών συστατικών μέσω των κοπράνων. Και οι δύο καταστάσεις προκαλούν συμπτώματα δυσαπορρόφησης, και σε σοβαρές περιπτώσεις, υποσιτισμό και ανεπάρκεια βιταμινών. Η εξέταση αυτή δεν είναι ευρέως διαθέσιμη και δεν περιλαμβάνεται στις κατευθυντήριες οδηγίες μεγάλων γαστρεντερολογικών εταιρειών για την αξιολόγηση της δυσαπορρόφησης. Η συλλογή του δείγματος περιλαμβάνει αρχικά λήψη αίματος σε κατάσταση νηστείας. Στη συνέχεια, χορηγείται στον ασθενή συγκεκριμένη ποσότητα ξυλόζης (συνήθως 25 γραμμάρια, ή 5 γραμμάρια αν δεν είναι ανεκτή, ενώ για παιδιά η δόση προσαρμόζεται στο βάρος) διαλυμένη σε νερό. Λαμβάνεται δεύτερο δείγμα αίματος μετά από 2 ώρες (1 ώρα για παιδιά), ενώ τα ούρα συλλέγονται για 5 ώρες από τη στιγμή της χορήγησης. Όλα τα δείγματα (αίματος νηστείας, αίματος μετά τη χορήγηση, και ούρων 5 ωρών) αναλύονται για την περιεκτικότητα σε ξυλόζη. Για την διασφάλιση της ποιότητας του δείγματος, απαιτείται οκτάωρη νηστεία και αποφυγή τροφών πλούσιων σε πεντόζες (π.χ. μαρμελάδες, φρούτα, γλυκά) για 24 ώρες πριν την εξέταση. Συνιστάται η επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό για τυχόν αναπροσαρμογή της φαρμακευτικής αγωγής.

Η εξέταση

Η δοκιμασία απορρόφησης ξυλόζης χρησιμοποιείται για να διαπιστωθεί αν η απορρόφηση των υδατανθράκων είναι φυσιολογική και για να διαφοροδιαγνωστούν δυσαπορροφητικές διαταραχές που οφείλονται σε ανεπάρκεια παγκρεατικών ενζύμων ή χολής από εκείνες που προκαλούνται από εντερική δυσλειτουργία. Μπορεί να ζητηθεί ως συμπληρωματική εξέταση όταν άλλες δοκιμασίες, όπως ο έλεγχος λιπωδών κοπράνων, υποδεικνύουν δυσαπορρόφηση αλλά δεν αποκαλύπτουν την αιτία. Η εξέταση αυτή δεν είναι συχνή και δεν περιλαμβάνεται στις κατευθυντήριες οδηγίες μεγάλων γαστρεντερολογικών εταιρειών. Ενδείκνυται σε ασθενείς με συμπτώματα δυσαπορρόφησης, όπως λιπώδη, υδαρή και δύσοσμα κόπρανα (στεατόρροια), επίμονη διάρροια, κοιλιακό άλγος, κράμπες, φούσκωμα, αέρια, απώλεια βάρους, ή καθυστέρηση ανάπτυξης στα παιδιά. Ο γιατρός μπορεί να ζητήσει την εξέταση για να αξιολογήσει την εντερική απορρόφηση υδατανθράκων ή/και να διαφοροποιήσει τις πιθανές αιτίες δυσαπορρόφησης. Φυσιολογικά επίπεδα ξυλόζης στο αίμα και στα ούρα υποδηλώνουν καλή εντερική απορρόφηση, υποδεικνύοντας ότι τα συμπτώματα οφείλονται πιθανώς σε άλλη αιτία, όπως παγκρεατική ή χοληφόρος ανεπάρκεια. Υψηλά επίπεδα ξυλόζης στο αίμα με χαμηλά στα ούρα παρατηρούνται σε νεφρική ανεπάρκεια, οπότε η διάγνωση της δυσαπορρόφησης βασίζεται στα επίπεδα αίματος. Χαμηλά επίπεδα ξυλόζης τόσο στο αίμα όσο και στα ούρα υποδηλώνουν δυσαπορρόφηση, η οποία μπορεί να οφείλεται σε υπερανάπτυξη βακτηρίων στο έντερο, παρασιτικές λοιμώξεις, εντερικές στενώσεις (π.χ. μετά από χειρουργείο) ή κοιλιοκάκη. Ανάλογα με την κλινική εικόνα, ένα παθολογικό αποτέλεσμα μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω εξετάσεις αίματος ή κοπράνων για την αιτιολογία, ή σε βιοψία λεπτού εντέρου. Αρκετά φάρμακα, όπως ασπιρίνη, δακτυλίτιδα, αναστολείς μονοαμινοξειδάσης, μετφορμίνη, ναλιδιξικό οξύ, οπιούχα αλκαλοειδή, ατροπίνη και ινδομεθακίνη, μπορούν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα. Επίσης, η αφυδάτωση, η άσκηση και ο ρυθμός γαστρικής κένωσης μπορούν να επηρεάσουν την εξέταση. Ορισμένοι ασθενείς ενδέχεται να εμφανίσουν ναυτία, έμετο ή διάρροια μετά τη λήψη ξυλόζης.