Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
ARZERRA 20MG/ML
Διακοπή
|
20 / ML | 750.68 € |
|
ARZERRA 20MG/ML
Διακοπή
|
20 / ML | 2279.48 € |
|
ARZERRA 20MG/ML
Διακοπή
|
20 / ML | 2304.88 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
G35 Πολλαπλή σκλήρυνση
ARZERRA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: υποδόρια ένεση
- Χορήγηση: αρχική χορήγηση τις εβδομάδες 0, 1 και 2, και στη συνέχεια επακόλουθη μηνιαία χορήγηση, με έναρξη την εβδομάδα 4. Οι επόμενες δόσεις θα πρέπει να χορηγηθούν στα συνιστώμενα χρονικά διαστήματα.
- Δόση έναρξης: 20 mg
-
Ενήλικες άνω των 55 ετώνΔεν θεωρείται απαραίτητη κάποια προσαρμογή της δόσης
-
Νεφρική δυσλειτουργίαδεν αναμένεται να χρειαστούν τροποποίηση της δόσης
-
Ηπατική δυσλειτουργίαδεν αναμένεται να χρειαστούν τροποποίηση της δόσης
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Οφατουμουμάμπη σε παιδιά ηλικίας 0 έως 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σοβαρή ανοσοκαταστολήΠληθυσμόςασθενείς
-
Σοβαρή ενεργός λοίμωξηΠληθυσμόςέως την αποδρομή
-
Γνωστή ενεργός κακοήθεια
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΙχνηλασιμότηταΤο όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
-
Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την ένεση (SIRRs)Ήπιες έως μέτριες (συχνότερα), Σοβαρές (σπάνια)ΠληθυσμόςΑσθενείςΝα ενημερώνονται ότι οι συστηματικές αντιδράσεις σχετιζόμενες με την ένεση (SIRRs) θα μπορούσαν να εμφανισθούν γενικά εντός 24 ωρών και κυρίως μετά την πρώτη ένεση. Να παρακολουθούνται για συμπτώματα όπως πυρετός, κεφαλαλγία, μυαλγία, ρίγη, κόπωση, ναυτία, έμετο, εξάνθημα, κνίδωση, δύσπνοια, αγγειοοίδημα και αναφυλαξία. Οι αντιδράσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν με συμπτωματική θεραπεία. Η πρώτη ένεση θα πρέπει να γίνεται υπό την καθοδήγηση καταλλήλως εκπαιδευμένου επαγγελματία υγείας.
-
Αντιδράσεις οξείας υπερευαισθησίας Τύπου 1 (IgE-διαμεσολαβούμενης)Σε περίπτωση πιο σοβαρών ή νέων σοβαρών συμπτωμάτων σε επόμενες ενέσεις, να εξεταστεί η πιθανότητα αντίδρασης υπερευαισθησίας. Οι ασθενείς με γνωστή IgE-διαμεσολαβούμενη υπερευασθησία δεν πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία.
-
Προληπτική χορήγηση στεροειδών για SIRRsΔεν απαιτείται η χρήση προληπτικής φαρμακευτικής αγωγής.
-
Τοπικά συμπτώματα αντίδρασης στο σημείο της ένεσηςΝα παρακολουθούνται για ερύθημα, οίδημα, κνησμό και πόνο.
-
ΛοιμώξειςΑυξημένος κίνδυνοςΝα αξιολογείται η ανοσολογική κατάσταση του ασθενούς πριν από την έναρξη της θεραπείας. Η χορήγηση να καθυστερεί σε ασθενείς με ενεργό λοίμωξη μέχρι την υποχώρησή της. Να μην χορηγείται σε σοβαρά ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς (π.χ. σοβαρή ουδετεροπενία ή λεμφοπενία).
-
Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML)Οι ιατροί να επαγρυπνούν για ιατρικό ιστορικό PML και κλινικά συμπτώματα ή ευρήματα στην MRI. Αν υπάρχει υποψία για PML, η θεραπεία με οφατουμουμάμπη να αναστέλλεται έως ότου αποκλειστεί η PML.
-
Επανενεργοποίηση του ιού της ηπατίτιδας BΟι ασθενείς με ενεργό νόσο ηπατίτιδας B δεν θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με οφατουμουμάμπη. Οι οροθετικοί ασθενείς για ηπατίτιδα B να συμβουλεύονται ειδικό ηπατολόγο πριν την έναρξη της θεραπείας και να παρακολουθούνται και να αντιμετωπίζονται για πρόληψη επανενεργοποίησης.
-
Ταυτόχρονη χρήση άλλων ανοσοκατασταλτικώνΔεν συνιστάται η χρήση άλλων ανοσοκατασταλτικών ταυτόχρονα με την οφατουμουμάμπη, εκτός κορτικοστεροειδών για συμπτωματική θεραπεία υποτροπών.
-
Εμβολιασμοί (γενικά)Όλοι οι εμβολιασμοί να χορηγούνται σύμφωνα με κατευθυντήριες οδηγίες, τουλάχιστον 4 εβδομάδες πριν την έναρξη για ζώντα/ζώντα-εξασθενημένα εμβόλια, και τουλάχιστον 2 εβδομάδες πριν για αδρανοποιημένα εμβόλια. Η οφατουμουμάμπη μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα των αδρανοποιημένων εμβολίων.
-
Εμβολιασμός με ζώντες ή ζώντες-εξασθενημένους μικροοργανισμούςΔεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μετά τη διακοπή της θεραπείας έως την ομαλοποίηση του αριθμού των B-κυττάρων.
-
Εμβολιασμός βρεφών από μητέρες υπό θεραπεία κατά την εγκυμοσύνηΠληθυσμόςΒρέφη από μητέρες που λάμβαναν οφατουμουμάμπη κατά την εγκυμοσύνηΤα εμβόλια με ζώντες ή ζώντες-εξασθενημένους μικροοργανισμούς να μην χορηγούνται πριν από την επιβεβαίωση της αποκατάστασης του αριθμού των B-κυττάρων. Τα αδρανοποιημένα εμβόλια μπορούν να χορηγηθούν, αλλά να αξιολογούνται οι ανοσιακές αποκρίσεις.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΤο φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση ("ελεύθερο νατρίου").
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΕμβολιασμοίπροσοχήΗ ανταπόκριση στον εμβολιασμό θα μπορούσε να διαταραχθεί από τη μείωση των B κυττάρων. Οι ασθενείς συνιστάται να ολοκληρώσουν τις ανοσοποιήσεις πριν από την έναρξη της θεραπείας.
-
Άλλες ανοσοκατασταλτικές ή ανοσοτροποποιητικές θεραπείεςπροσοχήΟ κίνδυνος πρόσθετων επιδράσεων στο ανοσοποιητικό σύστημα θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη συγχορήγηση. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια και ο τρόπος δράσης αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων εξαιτίας των πιθανών πρόσθετων ανοσοκατασταλτικών επιδράσεων.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοιμώξεις ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Ουρολοίμωξη
- Στοματικός έρπης
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
- Τοπική αντίδραση στο σημείο ένεσης
- Σχετιζόμενες με την ένεση αντιδράσεις
- Ναυτία
- Έμετος
- Μειωμένη ανοσοσφαιρίνη Μ στο αίμα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΛοιμώξεις ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΣχετιζόμενες με την ένεση αντιδράσειςΤραυματισμοί
-
Πολύ συχνέςΤοπική αντίδραση στο σημείο ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜειωμένη ανοσοσφαιρίνη Μ στο αίμαΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣτοματικός έρπηςΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ θεραπεία με οφατουμουμάμπη θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν το πιθανό όφελος για τη μητέρα υπερτερεί του πιθανού κινδύνου για το έμβρυο.Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα. Μπορεί να διαπεράσει τον πλακούντα και να προκαλέσει μείωση των Β-κυττάρων του εμβρύου. Έχει αναφερθεί παροδική μείωση των περιφερικών Β-κυττάρων και λεμφοπενία σε βρέφη που γεννήθηκαν από μητέρες που είχαν εκτεθεί σε άλλα αντισώματα αντί-CD20. Η πιθανή διάρκεια της μείωσης των Β-κυττάρων και ο αντίκτυπος στην αποτελεσματικότητα των εμβολίων είναι άγνωστα. Ενθαρρύνεται η αναφορά όλων των περιπτώσεων εγκυμοσύνης και επιπλοκών μέσω του προγράμματος PRIM και του εθνικού συστήματος αναφοράς.
-
ΓαλουχίαΜπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια του θηλασμού αν είναι κλινικά αναγκαίο, μετά την αρχική περίοδο υψηλής απέκκρισης IgG.Δεν έχει μελετηθεί. Είναι άγνωστο αν απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η απέκκριση αντισωμάτων IgG στο γάλα είναι υψηλή τις πρώτες ημέρες μετά τον τοκετό, μειώνεται γρήγορα. Ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί κατά την αρχική αυτή σύντομη περίοδο. Αν η ασθενής λάμβανε θεραπεία έως τους τελευταίους μήνες της εγκυμοσύνης, ο θηλασμός μπορεί να ξεκινήσει αμέσως μετά τον τοκετό.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση της οφατουμουμάμπης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Μη κλινικά δεδομένα δεν ανέδειξαν πιθανούς κινδύνους.Μη κλινικά δεδομένα δεν ανέδειξαν πιθανούς κινδύνους για τους ανθρώπους με βάση τις παραμέτρους αντρικής και γυναικείας γονιμότητας που αξιολογήθηκαν σε πιθήκους.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ανοσοκατασταλτικά, μονοκλωνικά αντισώματα, κωδικός ATC: L04AG12
Μηχανισμός δράσης
Η οφατουμουμάμπη είναι ένα πλήρως ανθρώπινο αντί-CD20 μονοκλωνικό αντίσωμα ανοσοσφαιρίνης G1 (IgG1) με θεωρητικό μέσο μοριακό βάρος 145kDa. Το μόριο CD20 είναι μία διαμεμβρανική φωσφοπρωτεΐνη που εκφράζεται στα Β λεμφοκύτταρα από το στάδιο του προ-Β έως το στάδιο του ώριμου Β λεμφοκυττάρου. Το μόριο CD20 εκφράζεται επίσης σε ένα μικρό κλάσμα των ενεργοποιημένων Τ κυττάρων. Η υποδόρια οδός χορήγησης της οφατουμουμάμπης και η επακόλουθη αποδέσμευση/απορρόφηση από τον ιστό επιτρέπει τη σταδιακή αλληλεπίδραση με τα Β κύτταρα. Η δέσμευση της οφατουμουμάμπης στο CD20 επάγει τη λύση των Β CD20+ κυττάρων κυρίως μέσω της εξαρτώμενης από το συμπλήρωμα κυτταροτοξικότητας (CDC) και σε μικρότερο βαθμό μέσω της αντισωματοεξαρτώμενης κυτταρικής κυτταροτοξικότητας (ADCC). Η οφατουμουμάμπη έχει επίσης αποδειχθεί ότι επάγει τη λύση των κυττάρων τόσο με υψηλή όσο και με χαμηλή έκφραση του CD20. Τα Τ κύτταρα που εκφράζουν το CD20 επίσης μειώνονται από την οφατουμουμάμπη.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Μείωση του αριθμού των Β-κυττάρων
Στις κλινικές μελέτες στην υποτροπιάζουσα πολλαπλή σκλήρυνση με χρήση οφατουμουμάμπης 20 mg κάθε 4 εβδομάδες, μετά το αρχικό δοσολογικό σχήμα των 20 mg τις ημέρες 1, 7 και 14, η χορήγηση οδήγησε σε ταχεία και παρατεταμένη μείωση του αριθμού των Β-κυττάρων έως κάτω του LLN (οριζόμενου ως 40 κύτταρα/µl) ήδη από τις δύο εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας. Πριν από την έναρξη της φάσης συντήρησης την εβδομάδα 4, επιτεύχθηκαν συνολικά επίπεδα Β-κυττάρων της τάξεως των <10 κυττάρων/µl στο 94% των ασθενών, με το ποσοστό των ασθενών να αυξάνεται στο 98% την εβδομάδα 12, και διατηρήθηκαν επί 120 εβδομάδες (δηλαδή καθ’ όλη τη διάρκεια της υπό μελέτη θεραπείας).
Ανάκαμψη των B-κυττάρων
Δεδομένα από κλινικές μελέτες φάσης III στην υποτροπιάζουσα πολλαπλή σκλήρυνση υποδηλώνουν διάμεσο χρόνο έως την ανάκαμψη των Β-κυττάρων στο LLN ή στην τιμή έναρξης 24,6 εβδομάδες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Η δημιουργία μοντέλου PK-Β κυττάρων και η προσομοίωση για την μείωση των Β-κυττάρων επικυρώνουν αυτά τα δεδομένα, προβλέποντας διάμεσο χρόνο έως την ανάκαμψη των Β-κυττάρων στο LLN 23 εβδομάδες μετά την διακοπή της θεραπείας.
Ανοσογονικότητα
Στις μελέτες φάσης III στην υποτροπιάζουσα πολλαπλή σκλήρυνση, η συνολική επίπτωση των επαγόμενων από τη θεραπεία αντισωμάτων κατά του φαρμάκου (ADAs) ήταν 0,2% (2 από 914) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με οφατουμουμάμπη και δεν ανευρέθησαν ασθενείς με ενισχυτικά της θεραπείας ή εξουδετερωτικά ADA. Η επίδραση των θετικών τίτλων ADA στη φαρμακοκινητική, στο προφίλ ασφάλειας ή στην κινητική των B-κυττάρων δεν μπορεί να αξιολογηθεί δεδομένης της χαμηλής επίπτωσης των ADA των σχετιζόμενων με την οφατουμουμάμπη.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της οφατουμουμάμπης αξιολογήθηκαν σε δύο τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με δραστική ουσία βασικές μελέτες φάσης III με ίδιο σχεδιασμό (Μελέτη 1 [ASCLEPIOS I] και Μελέτη 2 [ASCLEPIOS II]) σε ασθενείς με υποτροπιάζουσες μορφές πολλαπλής σκλήρυνσης (RMS) ηλικίας 18 έως 55 ετών, κατάσταση αναπηρίας κατά τη διαλογή με βαθμολογία στην Διευρυμένη Κλίμακα Κατάστασης Αναπηρίας (EDSS) από 0 έως 5,5 και που είχαν εμφανίσει μία τουλάχιστον τεκμηριωμένη υποτροπή κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους ή δύο υποτροπές κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δύο ετών ή μαγνητική τομογραφία (MRI) θετική για βλάβες προσλαμβάνουσες γαδολίνιο (Gd) κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους. Εντάχθηκαν τόσο νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς όσο και ασθενείς οι οποίοι άλλαξαν την τρέχουσα θεραπεία τους. Στις δύο μελέτες, 927 και 955 ασθενείς με υποτροπιάζουσα πολλαπλή σκλήρυνση, αντίστοιχα, τυχαιοποιήθηκαν 1:1 ώστε να λάβουν είτε υποδόριες ενέσεις οφατουμουμάμπης 20 mg κάθε 4 εβδομάδες, ξεκινώντας την εβδομάδα 4 μετά το αρχικό δοσολογικό σχήμα τριών δόσεων 20 mg εβδομαδιαίως τις πρώτες 14 ημέρες (τις ημέρες 1, 7 και 14) είτε καψάκια τεριφλουνομίδης 14 mg από το στόμα μία φορά ημερησίως. Οι ασθενείς έλαβαν επίσης αντίστοιχα το εικονικό φάρμακο που αναλογούσε στο άλλο θεραπευτικό σκέλος ώστε να διασφαλισθεί η τυφλοποίηση (σχεδιασμός με διπλό εικονικό φάρμακο). Η διάρκεια της θεραπείας διέφερε για μεμονωμένους ασθενείς με βάση το πότε πληρούνταν τα κριτήρια για το τέλος της μελέτης. Και στις δύο μελέτες, η διάμεση διάρκεια θεραπείας ήταν 85 εβδομάδες, 33,0% των ασθενών στην ομάδα της οφατουμουμάμπης έναντι 23,2% των ασθενών στην ομάδα της τεριφλουνομίδης έλαβαν θεραπεία για περισσότερο από 96 εβδομάδες. Τα δημογραφικά στοιχεία και τα χαρακτηριστικά κατά την έναρξη ήταν καλά ισορροπημένα σε όλα τα θεραπευτικά σκέλη και στις δύο μελέτες (βλ. Πίνακα 2). Η μέση ηλικία ήταν τα 38 έτη, η μέση διάρκεια της νόσου ήταν τα 8,2 έτη από την εμφάνιση του πρώτου συμπτώματος και η μέση βαθμολογία EDSS ήταν 2,9. Το 40% των ασθενών δεν είχαν λάβει προηγούμενη αγωγή με τροποποιητική της νόσου θεραπεία (DMT) και το 40% είχαν βλάβες Τ1 προσλαμβάνουσες γαδολίνιο (Gd) στην αρχική τους μαγνητική τομογραφία (MRI). Το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας και στις δύο μελέτες ήταν το ετησιοποιημένο ποσοστό επιβεβαιωμένων υποτροπών (ARR) με βάση την EDSS. Τα βασικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας περιελάμβαναν τον χρόνο έως την επιδείνωση της αναπηρίας στην EDSS (επιβεβαιωμένη στους 3 μήνες και στους 6 μήνες), οριζόμενη ως αύξηση στην EDSS κατά ≥1,5, ≥1 ή ≥0,5 σε ασθενείς με αρχική EDSS 0, 1 έως 5 ή ≥5,5, αντίστοιχα. Τα πρόσθετα βασικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν τον αριθμό των βλαβών Τ1 προσλαμβανουσών γαδολίνιο ανά μαγνητική τομογραφία (MRI), το ετησιοποιημένο ποσοστό νέων ή μεγεθυνόμενων βλαβών Τ2 και τη συγκέντρωση νευροϊνιδίων ελαφριάς αλυσίδας (NfL) στον ορό. Τα σχετιζόμενα με την αναπηρία βασικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία αξιολογήθηκαν σε μετα-ανάλυση συνδυασμένων δεδομένων από την Μελέτη 1 και την Μελέτη 2 ASCLEPIOS, όπως οριζόταν στα πρωτόκολλα των μελετών.
Πίνακας 2 Δημογραφικά στοιχεία και χαρακτηριστικά κατά την έναρξη
| Χαρακτηριστικά | Μελέτη 1 (ASCLEPIOS I) Οφατουμουμάμπη (N=465) | Μελέτη 1 (ASCLEPIOS I) Τεριφλουνομίδη (N=462) | Μελέτη 2 (ASCLEPIOS II) Οφατουμουμάμπη (N=481) | Μελέτη 2 (ASCLEPIOS II) Τεριφλουνομίδη (N=474) |
|---|---|---|---|---|
| Ηλικία (μέση ± τυπική απόκλιση, έτη) | 39±9 | 38±9 | 38±9 | 38±9 |
| Φύλο (γυναίκες,%) | 68,4 | 68,6 | 66,3 | 67,3 |
| Διάρκεια ΠΣ από τη διάγνωση (μέση/διάμεση, έτη) | 5,77 / 3,94 | 5,64 / 3,49 | 5,59 / 3,15 | 5,48 / 3,10 |
| Προηγούμενη λήψη τροποποιητικής της νόσου θεραπείας (%) | 58,9 | 60,6 | 59,5 | 61,8 |
| Αριθμός υποτροπών τους τελευταίους 12 μήνες | 1,2 | 1,3 | 1,3 | 1,3 |
| Βαθμολογία EDSS (μέση/διαμέση) | 2,97 / 3,00 | 2,94 / 3,00 | 2,90 / 3,00 | 2,86 / 2,50 |
| Μέσος συνολικός όγκος βλαβών T2 (cm3) | 13,2 | 13,1 | 14,3 | 12,0 |
| Ασθενείς με Gd+ T1 βλάβες (%) | 37,4 | 36,6 | 43,9 | 38,6 |
| Αριθμός Gd+ T1 βλαβών (μέσος) | 1,7 | 1,2 | 1,6 | 1,5 |
Τα στοιχεία για την αποτελεσματικότητα και για τις δύο μελέτες συνοψίζονται στον Πίνακα 3, το Διάγραμμα 1 και το Διάγραμμα 2. Και στις δύο μελέτες φάσης III, η οφατουμουμάμπη σε σύγκριση με την τεριφλουνομίδη παρουσίασε σημαντική μείωση στο ετησιοποιημένο ποσοστό υποτροπών κατά 50,5% και 58,4%, αντίστοιχα. Η προκαθορισμένη μετα-ανάλυση συνδυασμένων δεδομένων έδειξε ότι η οφατουμουμάμπη σε σύγκριση με την τεριφλουνομίδη μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο της επιβεβαιωμένης στους 3 μήνες εξέλιξης της αναπηρίας (CDP) κατά 34,3% και τον κίνδυνο της επιβεβαιωμένης στους 6 μήνες εξέλιξης της αναπηρίας κατά 32,4% (βλ. Διάγραμμα 1). Η οφατουμουμάμπη σε σύγκριση με την τεριφλουνομίδη μείωσε σημαντικά τον αριθμό των βλαβών που προσλαμβάνουν γαδολίνιο στην ακολουθία Τ1 κατά 95,9% και το ποσοστό των νέων ή των μεγεθυνόμενων βλαβών T2 κατά 83,5% (οι τιμές αντιπροσωπεύουν μέσες μειώσεις για τις συνδυασμένες μελέτες). Η οφατουμουμάμπη σε σύγκριση με την τεριφλουνομίδη μείωσε σημαντικά τις συγκεντρώσεις NfL από την πρώτη αξιολόγηση στους 3 μήνες (βλ. Πίνακα 3 και Διάγραμμα 2). Kαθόλη τη διάρκεια των δύο μελετών φάσης ΙΙΙ παρατηρήθηκε στα κύρια αποτελέσματα αποτελεσματικότητας συγκριτικά με την τεριφλουνομίδη παρόμοια επίδραση της οφατουμουμάμπης και σε διερευνητικές υποομάδες, καθοριζόμενες από το φύλο, την ηλικία, το σωματικό βάρος, την προηγούμενη θεραπεία της ΠΣ με μη-στεροειδή και την αναπηρία και την ενεργότητα της νόσου κατά την έναρξη.
Πίνακας 3 Επισκόπηση των βασικών αποτελεσμάτων από μελέτες φάσης III στην υποτροπιάζουσα πολλαπλή σκλήρυνση
| Καταληκτικά σημεία | Μελέτη 1 (ASCLEPIOS I) Οφατουμουμάμπη 20 mg (n=465) | Μελέτη 1 (ASCLEPIOS I) Τεριφλουνομίδη 14 mg (n=462) | Μελέτη 2 (ASCLEPIOS II) Οφατουμουμάμπη 20 mg (n=481) | Μελέτη 2 (ASCLEPIOS II) Τεριφλουνομίδη 14 mg (n=474) |
|---|---|---|---|---|
| Καταληκτικά σημεία με βάση ξεχωριστές μελέτες | ||||
| Ετησιοποιημένο ποσοστό υποτροπών (ARR) (κύριο καταληκτικό σημείο)1 | 0,11 | 0,22 | 0,10 | 0,25 |
| Μείωση ποσοστού | 50,5% (p<0,001) | 58,4% (p<0,001) | ||
| Μέσος αριθμός βλαβών που προσλαμβάνουν γαδολίνιο στην ακολουθία T1 ανά MRI | 0,0115 | 0,4555 | 0,0317 | 0,5172 |
| Σχετική μείωση | 97,5% (p<0,001) | 93,9% (p<0,001) | ||
| Αριθμός νέων ή μεγεθυνόμενων βλαβών Τ2 ανά έτος | 0,72 | 4,00 | 0,64 | 4,16 |
| Σχετική μείωση | 81,9% (p<0,001) | 84,6% (p<0,001) | ||
| NfL στους 3 μήνες (pg/ml) | 8,80 | 9,41 | 8,92 | 10,02 |
| Σχετική μείωση | 7% (p=0,011) | 11% (p<0,001) | ||
| Καταληκτικά σημεία με βάση προκαθορισμένες μετα-αναλύσεις | ||||
| Ποσοστό ασθενών με επιβεβαιωμένη εξέλιξη της αναπηρίας στους τρεις μήνες2 | 10,9% οφατουμουμάμπη έναντι 15,0% τεριφλουνομίδη | |||
| Μείωση κινδύνου | 34,3% (p=0,003) | |||
| Ποσοστό ασθενών με επιβεβαιωμένη εξέλιξη της αναπηρίας στους έξι μήνες2 | 8,1% οφατουμουμάμπη έναντι 12,0% τεριφλουνομίδη | |||
| Μείωση κινδύνου | 32,4% (p=0,012) |
1 Επιβεβαιωμένες υποτροπές (συνοδεύονται από κλινικά σημαντική μεταβολή στην EDSS). 2 Εκτιμήσεις Kaplan-Meier στους 24 μήνες. Οι επιβεβαιωμένες εξελίξεις της αναπηρίας στους 3 και 6 μήνες αξιολογήθηκαν με βάση προοπτικά σχεδιασμένη ανάλυση των συνδυασμένων δεδομένων από τις δύο μελέτες φάσης III και ορίστηκαν ως κλινικά σημαντικές αυξήσεις στην EDSS που διατηρήθηκαν για τουλάχιστον 3 ή 6 μήνες, αντίστοιχα. Μία κλινικά σημαντική αύξηση στην EDSS καθορίζεται ως αύξηση κατά τουλάχιστον 1,5 βαθμούς αν η αρχική βαθμολογία EDSS ήταν 0, αύξηση κατά τουλάχιστον 1,0 βαθμό αν η αρχική βαθμολογία EDSS ήταν 1,0-5,0 και αύξηση κατά τουλάχιστον 0,5 βαθμό αν η αρχική βαθμολογία EDSS ήταν 5,5 ή υψηλότερη.
Διάγραμμα 1 Χρόνος έως την πρώτη εξέλιξη της αναπηρίας επιβεβαιωμένη στους 3 μήνες ανά θεραπεία (ASCLEPIOS Μελέτη 1 και Μελέτη 2 συνδυασμένες, ομάδα πλήρους ανάλυσης)
Εκτίμηση Kaplan-Meier του αθροιστικού ποσοστού συμβάντων (%) 24 22 20 18 15,0%1 16 14 12 10,9%1 10 8 Μείωση κινδύνου: 34,3%, p=0,003
Απορρόφηση
Μετά την υποδόρια χορήγηση, η οφατουμουμάμπη έχει προφίλ παρατεταμένης αποδέσμευσης/απορρόφησης (Τmax 4,3 ημέρες) και απορροφάται κυρίως μέσω του λεμφικού συστήματος. Μία μηνιαία υποδόρια δόση 20 mg οδηγεί σε μέση AUCtau 483 µg*h/ml και μέση Cmax 1,43 µg/ml σε σταθερή κατάσταση.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση εκτιμήθηκε ότι ήταν 5,42 λίτρα μετά από επαναλαμβανόμενη υποδόρια χορήγηση οφατουμουμάμπης σε δόση 20 mg.
Βιομετασχηματισμός
Η οφατουμουμάμπη είναι μία πρωτεΐνη για την οποία το αναμενόμενο μεταβολικό μονοπάτι είναι η αποδόμηση σε μικρά πεπτίδια και αμινοξέα από πανταχού ευρισκόμενα πρωτεολυτικά ένζυμα.
Αποβολή
Η οφατουμουμάμπη αποβάλλεται με δύο τρόπους: μία οδό διαμεσολαβούμενη από το στόχο που σχετίζεται με τη δέσμευση σε Β-κύτταρα και μία οδό ανεξάρτητη από το στόχο που διαμεσολαβείται από μη ειδική ενδοκυττάρωση η οποία συνοδεύεται από ενδοκυττάριο καταβολισμό, όπως συμβαίνει και με άλλα μόρια IgG. Τα Β-κύτταρα που υπάρχουν κατά την έναρξη οδηγούν σε μεγαλύτερη συμμετοχή της κάθαρσης της οφατουμουμάμπης που διαμεσολαβείται από το στόχο κατά την έναρξη της θεραπείας. Η χορήγηση της οφατουμουμάμπης οδηγεί σε ισχυρή μείωση του αριθμού των Β-κυττάρων με αποτέλεσμα τη μειωμένη συνολική κάθαρση. Ο χρόνος ημιζωής σε σταθερή κατάσταση εκτιμήθηκε ότι ήταν περίπου 16 ημέρες μετά την επαναλαμβανόμενη υποδόρια χορήγηση οφατουμουμάμπης σε δόση 20 mg.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η οφατουμουμάμπη είχε μη γραμμική φαρμακοκινητική σχετιζόμενη με την μειωμένη κάθαρσή της με την πάροδο του χρόνου.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ενήλικες άνω των 55 ετών
Δεν υπάρχουν ειδικές φαρμακοκινητικές μελέτες της οφατουμουμάμπης σε ασθενείς άνω των 55 ετών λόγω της περιορισμένης κλινικής εμπειρίας (βλ. Δοσολογία).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για τη διερεύνηση της φαρμακοκινητικής της οφατουμουμάμπης σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών.
Φύλο
Το φύλο είχε μέτρια (12%) επίδραση στον κεντρικό όγκο κατανομής της οφατουμουμάμπης σε ανάλυση πληθυσμών μεταξύ μελετών, με υψηλότερες τιμές Cmax και AUC να παρατηρούνται σε γυναίκες ασθενείς (48% των ασθενών σε αυτή την ανάλυση ήταν άντρες και 52% ήταν γυναίκες). Αυτές οι επιδράσεις δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές και δεν συνιστάται καμία προσαρμογή της δόσης.
Σωματικό βάρος
Με βάση τα αποτελέσματα μίας ανάλυσης πληθυσμού διαμέσου των μελετών, το σωματικό βάρος ταυτοποιήθηκε ως συμμεταβλητή της έκθεσης (Cmax και AUC) στην οφατουμουμάμπη σε άτομα με υποτροπιάζουσα πολλαπλή σκλήρυνση. Ωστόσο, το σωματικό βάρος δεν επηρέασε τις μετρήσεις ασφάλειας και αποτελεσματικότητας που αξιολογήθηκαν στις κλινικές μελέτες. Συνεπώς, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν έχουν διεξαχθεί εξειδικευμένες μελέτες της οφατουμουμάμπης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Στις κλινικές μελέτες συμπεριελήφθησαν ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχει εμπειρία με ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Ωστόσο, επειδή η οφατουμουμάμπη δεν απεκκρίνεται μέσω των ούρων, οι ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία δεν αναμένεται να χρειαστούν τροποποίηση δόσης.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες της οφατουμουμάμπης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Δεδομένου ότι ο ηπατικός μεταβολισμός των μονοκλωνικών αντισωμάτων όπως η οφατουμουμάμπη είναι αμελητέος, η ηπατική δυσλειτουργία δεν αναμένεται να επηρεάσει την φαρμακοκινητική της. Επομένως, οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία δεν αναμένεται να χρειάζονται τροποποίηση της δόσης.