SUBCUVIA
immunoglobulins, normal human, for extravascular adm.
σuμπcuβηα
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
SUBCUVIA 160MG/ML
Διακοπή
|
160 / ML | 84.44 € |
|
SUBCUVIA 160MG/ML
Διακοπή
|
160 / ML | 1487.92 € |
SUBCUVIA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: υποδόρια
- Χορήγηση: εβδομαδιαία ή μηνιαία (ανάλογα με την ένδειξη)
- Δόση έναρξης: 0,2 έως 0,5 g/kg (1,0 έως 2,5 ml/kg) βάρους σώματος (για θεραπεία υποκατάστασης)
- Τιτλοποίηση: Για θεραπεία υποκατάστασης: Ανάλογα με την κλινική απόκριση, προσαρμογή της δόσης ή/και του χρονικού διαστήματος μεταξύ των δόσεων για επίτευξη υψηλότερων τιμών ελάχιστων επιπέδων IgG. Για θεραπεία CIDP: Η δόση μπορεί να προσαρμοστεί για την επιθυμητή κλινική απόκριση. Σε κλινική επιδείνωση, η δόση μπορεί να αυξηθεί έως τη μέγιστη συνιστώμενη εβδομαδιαία δόση των 0,4 g/kg.
-
Ενήλικες και παιδιά (0-18 ετών) - Θεραπεία υποκατάστασηςΔόση0,4 έως 0,8 g/kg (2,0 με 4,0 ml/kg) βάρους σώματος (μηνιαία αθροιστική)Η δόση μπορεί να χρειαστεί να εξατομικευτεί για κάθε ασθενή ανάλογα με την κλινική απόκριση και τα ελάχιστα επίπεδα IgG στον ορό (στόχος ≥ 6 g/l). Κάθε εφάπαξ δόση μπορεί να χορηγηθεί σε διαφορετικά ανατομικά σημεία.
-
Ενήλικες και παιδιά (0-18 ετών) - Θεραπεία ανοσορρύθμισης στη CIDPΔόση0,2 έως 0,4 g/kg βάρους σώματος εβδομαδιαίωςΜέγ. δόση0,4 g/kg εβδομαδιαίωςΗ θεραπεία αρχίζει 1 εβδομάδα μετά την τελευταία έγχυση με IVIg. Η αρχική υποδόρια δόση μπορεί να είναι 1:1 μετατροπή της προηγούμενης IVIg δόσης (υπολογιζόμενη ως εβδομαδιαία δόση). Η εβδομαδιαία δόση μπορεί να διαιρεθεί. Για χορήγηση κάθε δύο εβδομάδες, διπλασιάστε την εβδομαδιαία δόση. Η διάρκεια της θεραπείας πέραν των 18 μηνών εξατομικεύεται.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ δοσολογία δεν διαφέρει από αυτή των ενηλίκων, καθώς χορηγείται ανάλογα με το σωματικό βάρος και ρυθμίζεται σύμφωνα με την κλινική έκβαση. Δεν υπήρξε ανάγκη προσαρμογής των δόσεων ειδικά για τους παιδιατρικούς ασθενείς με PID.
-
ΗλικιωμένοιΗ δόση δεν διαφοροποιείται από αυτή των ασθενών ηλικίας 18 έως 65 ετών. Δεν υπήρξε ανάγκη για ειδική προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς >65 ετών με PID ή CIDP.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στο τμήμα 6.1
-
Υπερπρολιναιμία τύπου Ι ή ΙΙΠληθυσμόςΑσθενείς με υπερπρολιναιμία τύπου Ι ή ΙΙ
-
Ενδαγγειακή χορήγηση
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΙχνηλασιμότηταΤο όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
-
Οδός χορήγησηςΤο Immunoglobulins, Normal Human, For Extravascular Adm. προορίζεται μόνο για υποδόρια χρήση. Η τυχαία χορήγηση του Immunoglobulins, Normal Human, For Extravascular Adm. σε αιμοφόρο αγγείο μπορεί να προκαλέσει καταπληξία στους ασθενείς.
-
Ρυθμός έγχυσηςΟ συνιστώμενος ρυθμός έγχυσης (βλ. Δοσολογία) πρέπει να τηρείται πιστά.
-
Παρακολούθηση ανεπιθύμητων ενεργειώνΠληθυσμόςασθενείςΑπαιτείται στενή παρακολούθηση και προσεκτική παρατήρηση των ασθενών σε όλη τη διάρκεια της έγχυσης για τυχόν ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
Πρόληψη επιπλοκών σε ειδικές περιπτώσεις (πρώτη φορά, αλλαγή προϊόντος, διακοπή)ΠληθυσμόςασθενείςΠιθανές επιπλοκές μπορούν συχνά να αποφευχθούν διασφαλίζοντας ότι οι ασθενείς: δεν είναι ευαίσθητοι στην ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη, ενίοντας αρχικά το προϊόν αργά (βλ. Δοσολογία). παρακολουθούνται προσεκτικά για οποιαδήποτε συμπτώματα σε όλη τη διάρκεια της έγχυσης.
-
Διάρκεια παρακολούθησηςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν για πρώτη φορά ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη, ασθενείς που έχουν αλλάξει θεραπεία από εναλλακτικό προϊόν ή όταν έχει μεσολαβήσει μεγάλο διάστημα από την προηγούμενη έγχυσηΠρέπει να παρακολουθούνται κατά την διάρκεια της πρώτης έγχυσης και για μία ώρα μετά από την πρώτη έγχυση, έτσι ώστε να εντοπιστούν ενδεχόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις.
-
Διάρκεια παρακολούθησηςΠληθυσμόςΌλοι οι άλλοι ασθενείςΠρέπει να παρακολουθούνται για τουλάχιστον 20 λεπτά μετά τη χορήγηση.
-
Αντιδράσεις αλλεργικού ή αναφυλακτικού τύπουΣε υποψία απαιτείται άμεση διακοπή της ένεσης.
-
ΚαταπληξίαΣε περίπτωση καταπληξίας, θα πρέπει να εφαρμόζεται η πρότυπη ιατρική πρακτική.
-
Υπερευαισθησία (σε ασθενείς με αντί-IgA αντισώματα)ΠληθυσμόςΑσθενείς με αντί-IgA αντισώματαΟι γνήσιες αλλεργικές αντιδράσεις είναι σπάνιες. Μπορεί να παρουσιαστούν ιδιαίτερα σε ασθενείς με αντί-IgA αντισώματα, οι οποίοι πρέπει να αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη προσοχή.
-
Υπερευαισθησία (σε ασθενείς με αντί-IgA αντισώματα)ΠληθυσμόςΑσθενείς με αντί-IgA αντισώματα, για τους οποίους η θεραπεία με προϊόντα IgG υποδόριας χορήγησης παραμένει η μόνη επιλογήΘα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με Immunoglobulins, Normal Human, For Extravascular Adm. μόνο υπό στενή ιατρική επίβλεψη.
-
Αναφυλακτική αντίδραση (πτώση αρτηριακής πίεσης)Σπανίως, η ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη μπορεί να προκαλέσει πτώση της αρτηριακής πίεσης με αναφυλακτική αντίδραση, ακόμα και σε ασθενείς που είχαν ανεχθεί καλά προηγούμενη θεραπεία με ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη.
-
ΘρομβοεμβολήΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου για θρομβωτικά επεισόδια (όπως προχωρημένη ηλικία, υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης και ιστορικό αγγειακής νόσου ή θρομβωτικών επεισοδίων, ασθενείς με επίκτητες ή κληρονομικές θρομβοφιλικές διαταραχές, ασθενείς με παρατεταμένες περιόδους ακινητοποίησης, ασθενείς με σοβαρή υποογκαιμία, ασθενείς με νόσους που αυξάνουν τη γλοιότητα του αίματος)Πρέπει να δίδεται προσοχή. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τα πρώτα συμπτώματα των θρομβοεμβολικών επεισοδίων όπως δύσπνοια, πόνο και οίδημα άκρου, εστιακά νευρολογικά ελλείμματα και πόνο στο στήθος, και να συνιστάται η άμεση επικοινωνία με τον γιατρό τους μόλις εμφανιστούν τα συμπτώματα. Οι ασθενείς πρέπει να είναι επαρκώς ενυδατωμένοι πριν από τη χρήση των ανοσοσφαιρινών.
-
Σύνδρομο άσηπτης μηνιγγίτιδας (AMS)ΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν σημεία και συμπτώματα του AMSΈχει αναφερθεί AMS, με τη χρήση IVIg και SCIg. Το σύνδρομο συνήθως ξεκινάει εντός αρκετών ωρών έως και 2 ημερών μετά τη θεραπεία με ανοσοσφαιρίνη. Το AMS χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα σημεία και συμπτώματα: έντονη κεφαλαλγία, αυχενική δυσκαμψία, υπνηλία, πυρετό, φωτοφοβία, ναυτία και έμετο. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν σημεία και συμπτώματα του AMS πρέπει να υποβληθούν σε ενδελεχή νευρολογικό έλεγχο, συμπεριλαμβανομένων των εξετάσεων εγκεφαλονωτιαίου υγρού, ώστε να αποκλειστούν λοιπές αιτίες μηνιγγίτιδας. Η διακοπή της θεραπείας με ανοσοσφαιρίνη ενδέχεται να οδηγήσει σε ύφεση του AMS μέσα σε μερικές ήμερες χωρίς επακόλουθα.
-
Πληροφορίες για την ασφάλεια όσον αφορά μεταδοτικούς παράγοντεςΤα πρότυπα μέτρα για την πρόληψη λοιφώξεων που προκαλούνται από τη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που παρασκευάζονται από ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα περιλαμβάνουν την επιλογή των δοτών, τον έλεγχο των μεμονωμένων δωρεών και των δεξαμενών πλάσματος για συγκεκριμένους δείκτες λοιφώξεων και την ένταξη αποτελεσματικών σταδίων κατά την παραγωγική διαδικασία για την αδρανοποίηση/εξάλειψη ιών. Παρ’ όλα αυτά, όταν χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που παρασκευάζονται από ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα, η πιθανότητα μετάδοσης λοιμογόνων παραγόντων δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς. Αυτό ισχύει επίσης για άγνωστους ή νεοεμφανιζόμενους ιούς και άλλα παθογόνα. Τα μέτρα που λαμβάνονται θεωρούνται αποτελεσματικά για τους ελυτροφόρους ιούς, όπως οι HIV, HBV, και HCV, και για τους μη ελυτροφόρους ιούς HAV και τον παρβοϊό B19. Υπάρχει καθησυχαστική κλινική εμπειρία σχετικά με την έλλειψη μετάδοσης ηπατίτιδας Α ή παρβοϊού B19 με ανοσοσφαιρίνες και επίσης εικάζεται ότι το περιεχόμενο σε αντισώματα συμβάλλει σε σημαντικό βαθμό στην ασφάλεια από ιούς.
-
Παρεμβολή σε ορολογική δοκιμασίαΜετά από την έγχυση ανοσοσφαιρίνης, η παροδική αύξηση των διαφόρων αντισωμάτων που μεταφέρονται παθητικά στο αίμα του ασθενούς μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα κατά τις ορολογικές δοκιμασίες. Η παθητική μεταφορά αντισωμάτων σε αντιγόνα ερυθροκυττάρων, π.χ. A, B, D, μπορεί να παρεμβαίνει σε κάποιες ορολογικές δοκιμασίες για αλλοαντισώματα ερυθροκυττάρων (π.χ. δοκιμασία Coombs).
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΤο φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φιαλίδιο/σύριγγα, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΟι ίδιες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις ισχύουν για τον παιδιατρικό πληθυσμό.
-
ΗλικιωμένοιΟι ίδιες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις ισχύουν για τους ηλικιωμένους.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Εμβόλια με ζώντες εξασθενημένους ιούς (ιλαράς, ερυθράς, παρωτίτιδας, ανεμοβλογιάς)προσοχήΕξασθένηση της αποτελεσματικότητας του εμβολίου. Για εμβόλια εκτός ιλαράς, για 6 εβδομάδες έως 3 μήνες. Για εμβόλιο ιλαράς, έως 1 χρόνο.ΣύστασηΝα παρέλθει διάστημα 3 μηνών πριν από τον εμβολιασμό. Για το εμβόλιο της ιλαράς, οι ασθενείς θα πρέπει να ελέγχουν την κατάσταση των αντισωμάτων τους.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Ημικρανία
- Άσηπτη μηνιγγίτιδα
- Τρόμος (συμπεριλαμβανομένης της ψυχοκινητικής υπερδραστηριότητας)
- Αίσθημα καύσου
- Πυρεξία
- Θωρακικό άλγος
- Άλγος
- Ταχυκαρδία
- Υπέρταση
- Έξαψη
- Εμβολικά και θρομβωτικά επεισόδια
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Έμετος
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Μυοσκελετικό άλγος
- Αρθραλγία
- Μυϊκός σπασμός
- Μυϊκή αδυναμία
- Αντίδραση στη θέση της έγχυσης
- Κόπωση (συμπεριλαμβανομένης της κακουχίας)
- Ρίγη (συμπεριλαμβανομένης της υποθερμίας)
- Έλκος στη θέση της έγχυσης
- Ασθένεια τύπου γρίπης
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑντίδραση στη θέση της έγχυσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΜυοσκελετικό άλγοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΗμικρανίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωση (συμπεριλαμβανομένης της κακουχίας)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΆλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΆσηπτη μηνιγγίτιδαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑσθένεια τύπου γρίπηςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκός σπασμόςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΡίγη (συμπεριλαμβανομένης της υποθερμίας)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΤρόμος (συμπεριλαμβανομένης της ψυχοκινητικής υπερδραστηριότητας)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΈλκος στη θέση της έγχυσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΑίσθημα καύσουΓενικές
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΕμβολικά και θρομβωτικά επεισόδιαΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΤα στοιχεία που αντλήθηκαν από προοπτικές κλινικές δοκιμές σχετικά με τη χρήση της ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης σε έγκυες γυναίκες είναι περιορισμένα. Για τον λόγο αυτό, το Immunoglobulins, Normal Human, For Extravascular Adm. θα πρέπει να χορηγείται μόνο με προσοχή σε έγκυες γυναίκες. Η κλινική εμπειρία με ανοσοσφαιρίνες υποδηλώνει ότι δεν αναμένονται επιβλαβείς επιδράσεις στην πορεία της εγκυμοσύνης, ή στο έμβρυο ή το νεογνό. Η συνεχιζόμενη θεραπεία της εγκύου γυναίκας διασφαλίζει παθητική ανοσία στο νεογνό.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΤα στοιχεία που αντλήθηκαν από προοπτικές κλινικές δοκιμές σχετικά με τη χρήση της ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης σε θηλάζουσες γυναίκες είναι περιορισμένα. Για τον λόγο αυτό, το Immunoglobulins, Normal Human, For Extravascular Adm. θα πρέπει να χορηγείται μόνο με προσοχή σε θηλάζουσες μητέρες. Η κλινική εμπειρία με ανοσοσφαιρίνες υποδηλώνει ότι δεν αναμένονται επιβλαβείς επιδράσεις στο νεογνό. Οι ανοσοσφαιρίνες εκκρίνονται στο γάλα και ενδέχεται να συμβάλουν στη μεταφορά προστατευτικών αντισωμάτων στο νεογνό.
-
ΓονιμότηταΑσφαλέςΗ κλινική εμπειρία με ανοσοσφαιρίνες υποδηλώνει ότι δεν αναμένονται επιβλαβείς επιδράσεις στη γονιμότητα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άνοσοι οροί και ανοσοσφαιρίνες: ανοσοσφαιρίνες, φυσιολογικές ανθρώπινες, για εξωαγγειακή χορήγηση, κωδικός ATC: J06BA01.
Η φυσιολογική ανθρώπινη ανοσοσφαιρίνη περιέχει κυρίως ανοσοσφαιρίνη G (IgG) με ένα ευρύ φάσμα αντισωμάτων έναντι λοιμογόνων παραγόντων. Η ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη περιέχει αντισώματα IgG τα οποία υπάρχουν στον φυσιολογικό πληθυσμό. Συνήθως παρασκευάζεται από δεξαμενή πλάσματος από τουλάχιστον 1.000 δότες. Έχει κατανομή υπoομάδων ανοσοσφαιρίνης G σε στενή αναλογία με εκείνη που υπάρχει στο εγγενές ανθρώπινο πλάσμα.
Μηχανισμός δράσης
Στην ανοσοανεπάρκεια, επαρκείς δόσεις του Immunoglobulins, Normal Human, For Extravascular Adm. μπορούν να αποκαταστήσουν τα ανώμαλα χαμηλά επίπεδα του αντισώματος ανοσοσφαιρίνης G στο φυσιολογικό εύρος τιμών και να βοηθήσουν στην καταπολέμηση των λοιμώξεων. Ο μηχανισμός δράσης για τις ενδείξεις πέραν της θεραπείας υποκατάστασης δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως, ωστόσο περιλαμβάνει ανοσορρυθμιστικές επιδράσεις.
PID
Σε μια κλινική μελέτη στην Ευρώπη (n=51, ηλικία 3-60 ετών), η μέση δόση 0,12 g/kg ΒΣ/εβδομάδα οδήγησε σε σταθερά ελάχιστα επίπεδα IgG 7,99 - 8,25 g/l. Σε μια μελέτη στις ΗΠΑ (n=49, ηλικία 5-72 ετών), η μέση δόση 0,23 g/kg ΒΣ/εβδομάδα οδήγησε σε σταθερά ελάχιστα επίπεδα IgG 12,53 g/l. Δεν αναφέρθηκαν σοβαρές βακτηριακές λοιμώξεις.
Μια μελέτη φάσης IV HILO (n=49, ηλικία 2-75 ετών) αξιολόγησε την ασφάλεια και ανεκτικότητα υψηλότερων ρυθμών έγχυσης (χειροκίνητη ώθηση και αντλία). Οι ρυθμοί ροής για χειροκίνητη ώθηση ήταν 30, 60, 120 ml/ώρα/θέση και για υποβοηθούμενη με αντλία 25, 50, 75, 100 ml/ώρα/θέση, με όγκους 25, 40, 50 ml/θέση. Το ποσοστό των ασθενών που ανταποκρίθηκαν σε υψηλότερες παραμέτρους έγχυσης κυμάνθηκε. Η ανεκτικότητα ήταν ≥ 0,98 σε όλες τις ομάδες. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετιζόμενες διαφορές στα ελάχιστα επίπεδα IgG.
CIDP
Στη μελέτη PATH (Φάσης ΙΙΙ, διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, n=172 ενήλικες), ασθενείς με CIDP που ανταποκρίθηκαν σε IVIg τυχαιοποιήθηκαν σε Immunoglobulins, Normal Human, For Extravascular Adm. 0,2 g/kg ΒΣ/εβδομάδα, 0,4 g/kg ΒΣ/εβδομάδα ή εικονικό φάρμακο για 24 εβδομάδες. Οι δόσεις Immunoglobulins, Normal Human, For Extravascular Adm. έδειξαν υπεροχή έναντι του εικονικού φαρμάκου. Το ποσοστό υποτροπής CIDP ή απόσυρσης ήταν 32,8% για 0,4 g/kg ΒΣ και 38,6% για 0,2 g/kg ΒΣ, έναντι 63,2% για εικονικό φάρμακο. Η διαφορά μεταξύ των δύο δόσεων Immunoglobulins, Normal Human, For Extravascular Adm. δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Το Immunoglobulins, Normal Human, For Extravascular Adm. παρεμπόδισε την υποτροπή στο 81% (0,4 g/kg ΒΣ) και 67% (0,2 g/kg ΒΣ) των ασθενών, έναντι 44% (εικονικό φάρμακο).
Η καθοδική τιτλοποίηση από 0,4 g/kg σε 0,2 g/kg ΒΣ ήταν επιτυχής στο 67,9% των ασθενών σε μελέτη επέκτασης, χωρίς υποτροπή. Οι βαθμολογίες για δύναμη λαβής, MRC και R-ODS παρέμειναν σταθερές στους ασθενείς χωρίς υποτροπή.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του Immunoglobulins, Normal Human, For Extravascular Adm. έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς (2-18 ετών) με PID. Δεν προέκυψαν διαφορές στα προφίλ φαρμακοκινητικής, ασφάλειας και αποτελεσματικότητας σε σύγκριση με ενήλικες. Δεν αξιολογήθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς με CIDP κάτω των 18 ετών.
Ηλικιωμένοι
Δεν παρατηρήθηκαν γενικά διαφορές στην ασφάλεια και αποτελεσματικότητα μεταξύ ασθενών >65 ετών και 18-65 ετών με PID ή CIDP.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοκινητικές
Απορρόφηση και Κατανομή
Μετά την υποδόρια χορήγηση του Immunoglobulins, Normal Human, For Extravascular Adm., τα μέγιστα επίπεδα συγκέντρωσης στον ορό επιτυγχάνονται μετά από περίπου 2 ημέρες.
Αποβολή
Η IgG και τα συμπλέγματα της IgG διασπώνται στα κύτταρα του δικτυοενδοθηλιακού συστήματος.
PID
Σε κλινική δοκιμή φάσης ΙΙΙ (n=46), επιτεύχθηκαν σταθερά ελάχιστα επίπεδα (διάμεση τιμή 8,1 g/l) σε 29 εβδομάδες με εβδομαδιαίες δόσεις 0,06 έως 0,24 g/kg ΒΣ.
Προσομοιώσεις εμπειρικών φαρμακοκινητικών μοντέλων πληθυσμού υπέδειξαν ότι συγκρίσιμα επίπεδα έκθεσης της IgG (AUC0-14ημέρες, Cmin 14ημέρες) είναι δυνατά με υποδόρια χορήγηση κάθε δύο εβδομάδες (διπλάσια της εβδομαδιαίας δόσης). Επίσης, συγκρίσιμα ελάχιστα επίπεδα ορού της IgG επιτυγχάνονται με συχνότερη χορήγηση της εβδομαδιαίας δόσης (π.χ. 2, 3, 5 φορές την εβδομάδα ή καθημερινά).
Η παράλειψη 2-3 δόσεων οδήγησε σε μείωση της διάμεσης τιμής των επιπέδων ορού της IgG ≤ 4%. Με την αντικατάσταση των παραλειφθέντων δόσεων, το προφίλ της διάμεσης συγκέντρωσης ανακτήθηκε εντός 2-3 ημερών. Χωρίς αντικατάσταση, τα ελάχιστα επίπεδα της IgG επέστρεψαν στη σταθερή κατάσταση εντός 5-6 εβδομάδων.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους μεταξύ ενηλίκων και παιδιατρικών ασθενών με PID.
Ηλικιωμένοι
Δεν παρατηρήθηκαν γενικά διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους μεταξύ ασθενών >65 ετών με PID και ασθενών από 18 έως 65 ετών.
CIDP
Στη μελέτη PATH (n=172), οι ασθενείς πέτυχαν σταθερά ελάχιστα επίπεδα σε 24 εβδομάδες με εβδομαδιαίες δόσεις 0,2 g/kg ΒΣ (μέση Cmin: 15,4 (3,06) g/l) και 0,4 g/kg ΒΣ (μέση Cmin: 204 (3,24) g/l). Προσομοιώσεις υποδεικνύουν συγκρίσιμη έκθεση IgG με διπλή εβδομαδιαία δόση κάθε 2 εβδομάδες, ή με διαίρεση της εβδομαδιαίας δόσης σε πιο συχνές χορηγήσεις (2 έως 7 φορές ανά εβδομάδα).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το Immunoglobulins, Normal Human, For Extravascular Adm. δεν αξιολογήθηκε σε κλινικές μελέτες με παιδιατρικούς ασθενείς με CIDP ηλικίας κάτω των 18 ετών.
Ηλικιωμένοι
Δεν παρατηρήθηκαν γενικά διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους μεταξύ ασθενών >65 ετών με CIPD και ασθενών από 18 έως 65 ετών.