ΠεριγραφήΣτην κατηγορία αυτή περιγράφονται διάφορες ουσίες ή διαλύματα που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια ορισμένων ενδοφθάλμιων επεμβάσεων ή σε ορισμένες οφθαλμικές παθήσεις.
H ακετυλοχολίνη εγχεόμενη στον πρόσθιο θάλαμο προκαλεί έκδηλη και παρατεταμένη μύση. Xρησιμοποιείται σε επεμβάσεις του πρόσθιου τμήματος του οφθαλμού και ιδιαίτερα μετά από εγχείρηση καταρράκτη. Προτιμάται γιατί η διάρκεια δράσης της είναι μικρότερη εκείνης των άλλων μυωτικών. Σε ανάγκη παρατεταμένης μύσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί η πιλοκαρπίνη.
Η βερτεπορφίνη είναι παράγωγο της βενζοπορφυρίνης. Tο φάρμακο μετά την ενδοφλέβια ένεση ενεργοποιείται με μη θερμικό ερυθρό φως που παράγεται από διοδικά λέϊζερ. Mε την ενεργοποίηση παράγονται κυτταροτοξικά προϊόντα, όπως μονομοριακό οξυγόνο, τα οποία κατευθύνονται και παραλαμβάνονται από τα ταχέως πολλαπλασιαζόμενα κύτταρα της βλάβης.
ΕνδείξειςHλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας σε ασθενείς με προεξάρχουσα ή κρύφια (με στοιχεία προόδου της νόσου) ή προκληθείσα από παθολογική μυωπία υποβοθριακή χοριοειδική νεαγγείωση.
ΑντενδείξειςΠορφυρία, σοβαρή ηπατική βλάβη, γαλουχία.
ΑνεπιθύμητεςΗπιες συνήθως αντιδράσεις σπανίως σοβαρές, παρεμφερείς της φλουοροσκεΐνης και ανάλογες αλλεργικές αντιδράσεις. Γενικώς είναι ατοξικότερη αυτής και η ενδοφλέβια ένεσή της δεν συνοδεύεται από τοπικό ερεθισμό και θρομβοφλεβίτιδα (βλ. Φλουοροσκεΐνη)
ΑλληλεπιδράσειςΠιθανές αντιδράσεις φωτοευαισθησίας εάν συγχορηγηθεί με φάρμακα με παρόμοιες ιδιότητες (π.χ. τετρακυκλίνες, σουλφοναμίδες κλπ.).
ΠροειδοποιήσειςΝα αποφεύγεται σε άτομα με ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια, αλλεργική ιδιοσυγκρασική αντίδραση, αλλεργία σε ιωδιούχα, κατά την κύηση και χρήση οιστρογόνων (βλ. Φλουοροσκεΐνη)
ΔοσολογίαΕνδοφλεβίως χορηγούνται 2-3 mg/kg ταχέως. Η χορήγηση καλόν είναι να ακολουθείται από «έκπλυση» της φλέβας με 5-10 ml φυσιολογικού ορού. x1 ουσίες Πρόκειται για φαρμακολογικά σχετικά αδρανείς ουσίες χρησιμοποιούμενες για σκοπούς αμιγώς διαγνωστικούς. Χρησιμοποιούνται τόσο τοπικά συνήθως υπό την μορφή ειδικών εμποτισμένων ταινιών (φλουορεσκεΐνη, ερυθρόν Βεγγάλης) ή κολλυρίων, όσον και ενδοφλεβίως (φλουορεσκεΐνη, ινδοκυανίνη) για αγγειογραφίες. Αμφότερες εμφανίζουν σχεδόν πλήρη πρωτεϊνοδέσμευση και παραμένουν ενδοαγγειακά επί φυσιολογικών αγγείων. Η φλουορεσκεΐνη λαμβάνει κιτρινοπράσινη χροιά όταν έλθει σε επαφή με τα δάκρυα ή σκούρα πράσινη όταν έλθει σε επαφή με το υδατοειδές (είναι περισσότερο αλκαλικό). H ουσία φθορίζει παρουσία κυανής ή υπεριώδους ακτινοβολίας. Συχνά συνδυάζεται/προστίθεται σε διαλύματα τοπικών αναισθητικών κυρίως για τονομέτρηση. Η ινδοκυανίνη και το κυανούν του τρυπανίου ενίενται διεγχειρητικά, προαμφιβληστροειδικά στη χειρουργική της ωχράς και το δεύτερο ενδοθαλαμικά στη χειρουργική του υπερώριμου/λευκού καταρράκτη. Διατίθενται κατόπιν παραγγελιών.