Clinio Logo
Clinio
ALPRAZOLAM-GRINDEKS › ΠΧΠ

ALPRAZOLAM-GRINDEKS — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 3 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Alprazolam/Grindeks 0,25 mg δισκία Alprazolam/Grindeks 0,5 mg δισκία Alprazolam/Grindeks 1 mg δισκία

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Alprazolam/Grindeks δισκία 0,25 mg Κάθε δισκίο περιέχει 0,25 mg, 0,5 mg ή 1 mg αλπραζολάμης.

Alprazolam/Grindeks δισκία 0,50 mg Κάθε δισκίο περιέχει 0,5 αλπραζολάμης.

Alprazolam/Grindeks δισκία 1 mg Κάθε δισκίο περιέχει 1 mg αλπραζολάμης.

Έκδοχα με γνωστή δράση:

Alprazolam/Grindeks δισκία 0,25 mg Κάθε δισκίο περιέχει 92,5mg (λακτόζης (ως μονοϋδρική) και 0,12 mg βενζοϊκού νατρίου (Ε211).

Alprazolam/Grindeks δισκία 0,50 mg Κάθε δισκίο περιέχει 92,2mg (λακτόζης (ως μονοϋδρική) και 0,12 mg βενζοϊκού νατρίου (Ε211)..

Alprazolam/Grindeks δισκία 1 mg Κάθε δισκίο περιέχει 91,7mg (λακτόζης (ως μονοϋδρική) και 0,12 mg βενζοϊκού νατρίου (Ε211)..

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Δισκίο Alprazolam/Grindeks δισκία 0,25 mg Λευκό έως υπόλευκο οβάλ δισκίο (10 mm x 5 mm) με εγκοπή στη μία πλευρά και και εγχάρακτη την ένδειξη «0,25» στην άλλη πλευρά . Το δισκίο μπορεί να χωριστεί σε ίσες δόσεις.

Alprazolam/Grindeks δισκία 0,50 mg Ανοικτο ρόζ έως ροζ οβάλ δισκίο (10 mm x 5 mm) με εγκοπή στη μία πλευρά και και εγχάρακτη την ένδειξη «0,5» στην άλλη πλευρά . Το δισκίο μπορεί να χωριστεί σε ίσες δόσεις.

Alprazolam/Grindeks δισκία 1mg Ανοικτο μπλέ έως μπλέ οβάλ δισκίο (10 mm x 5 mm) με εγκοπή στη μία πλευρά και και εγχάρακτη την ένδειξη «1» στην άλλη πλευρά . Το δισκίο μπορεί να χωριστεί σε ίσες δόσεις.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Alprazolam/Grindeks ενδείκνυται για τη βραχυχρόνια συμπωματική θεραπεία του

άγχους σε ενήλικες. Το Alprazolam/Grindeks ενδείκνυται μόνο όταν η διαταραχή είναι σοβαρού βαθμού, καθιστά το άτομο ανίκανο, ή του προκαλεί έντονη δυσφορία.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Η δόση και η διάρκεια θεραπείας θα πρέπει να εξατομικεύονται ανάλογα με την ανταπόκριση, την ένδειξη και τη σοβαρότητα της νόσου.

Αρχική θεραπεία Στην αρχή της θεραπείας, η δόση είναι 0,25 έως 0,5 mg αλπραζολάμη τρεις φορές την ημέρα.

Θεραπεία συντήρησης Εάν είναι απαραίτητο, η συνολική ημερήσια δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά με μέγιστο 3 mg έως 4 mg αλπραζολάμης, διηρημένη σε δόσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Διάρκεια θεραπείας Το Alprazolam/Grindeks πρέπει να χρησιμοποιείται στη χαμηλότερη δυνατή αποτελεσματική δόση, για το βραχύτερο δυνατό χρονικό διάστημα και για μέγιστο διάστημα 2-4 εβδομάδων, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας μείωσης . Η αναγκαιότητα συνέχισης της θεραπείας πρέπει να επαναξιολογείται συχνά. Η μακροχρόνια θεραπεία δεν συνιστάται.

Ο κίνδυνος εξάρτησης ενδέχεται να αυξηθεί με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας (βλ.

παράγραφο 4.4).

Διακοπή Η διακοπή της αλπραζολάμης θα πρέπει να γίνεται σταδιακά και να μην υπερβαίνει τα 0,5 mg κάθε 3 ημέρες για να αποφευχθούν τα συμπτώματα στέρησης. Σε ορισμένους ασθενείς, μπορεί να απαιτείται ακόμη πιο αργή μείωση της δόσης.

Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι και ευαίσθητοι ασθενείς ή εξασθενημένοι ασθενείς Οι ηλικιωμένοι και ευαίσθητοι ασθενείς ή οι εξασθενημένοι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν μειωμένες δόσεις. Η συνιστώμενη δόση είναι 0,25 mg δύο έως τρεις φορές την ημέρα, η οποία μπορεί να αυξηθεί σταδιακά εάν χρειάζεται και είναι ανεκτή.

Ασθενείς με νεφρική και/ή ηπατική δυσλειτουργία Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με νεφρική και ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και η δόση θα πρέπει να μειωθεί, εάν είναι απαραίτητο. Για ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία η αλπραζολάμη αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3).

Αναπνευστική ανεπάρκεια Χαμηλότερη δόση συνιστάται επίσης για ασθενείς με χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια, λόγω του κινδύνου αναπνευστικής καταστολής.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αλπραζολάμης σε παιδιά και εφήβους έως 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Συνεπώς, η χρήση της αλπραζολάμης δεν συνιστάται σε παιδιά και εφήβους έως 18 ετών.

Τρόπος χορήγησης Το Alprazolam/Grindeks προορίζεται για από του στόματος χορήγηση..

4.3 Αντενδείξεις

- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε άλλες βενζοδιαζεπίνες ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1,

- Μυασθένεια gravis.

- Σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια.

- Σύνδρομο άπνοιας ύπνου.

- Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Σημείωση Δεν απαιτούν φαρμακευτική αγωγή όλες οι καταστάσεις έντασης, διέγερσης και άγχους.

Είναι συχνά σημάδια σωματικών ή ψυχικών ασθενειών και μπορούν να αντιμετωπιστούν με άλλα μέτρα ή θεραπεία της υποκείμενης πάθησης.

Κίνδυνοι από την ταυτόχρονη χρήση οπιοειδών Η ταυτόχρονη χρήση αλπραζολάμης και οπιοειδών μπορεί να οδηγήσει σε καταστολή, αναπνευστική καταστολή, κώμα και θάνατο. Εξαιτίας αυτών των κινδύνων, η ταυτόχρονη συνταγογράφηση ηρεμιστικών φαρμάκων όπως οι βενζοδιαζεπίνες ή σχετικών φαρμακευτικών προϊόντων όπως η αλπραζολάμη με οπιοειδή θα πρέπει να προορίζεται αποκλειστικά για ασθενείς για τους οποίους δεν είναι δυνατές εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές.

Εάν ληφθεί απόφαση να συνταγογραφηθεί το Alprazolam/Grindeks ταυτόχρονα με οπιοειδή, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση και η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να είναι όσο το δυνατόν συντομότερη (βλ. επίσης τη γενική σύσταση δόσης στην παράγραφο 4.2).

Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα αναπνευστικής καταστολής και γενικής καταστολής . Από αυτή την άποψη, συνιστάται ανεπιφύλακτα οι ασθενείς και οι φροντιστές τους (αν υπάρχουν) να ενημερώνονται για αυτά τα συμπτώματα (βλ. παράγραφο 4.5).

Εξάρτηση/Κατάχρηση Η χρήση βενζοδιαζεπινών μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη ψυχικής και σωματικής εξάρτησης. Ο κίνδυνος εξάρτησης αυξάνεται με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας.

Συγκεκριμένα, ο κίνδυνος αυτός είναι αυξημένος σε ασθενείς με ιστορικό εξάρτησης από αλκοόλ ή ναρκωτικά. Αυτό ισχύει ακόμη και για θεραπευτικές δόσεις και ανεξάρτητα από το εάν υπάρχει παράγοντας κινδύνου.

Ο κίνδυνος εξάρτησης αυξάνεται με την ταυτόχρονη χρήση διαφόρων βενζοδιαζεπινών, ανεξάρτητα από το εάν αυτές οι βενζοδιαζεπίνες έχουν αγχολυτική ή υπνωτική δράση.

Η κατάχρηση φαρμάκων είναι ένας γνωστός κίνδυνος με την αλπραζολάμη και τις άλλες βενζοδιαζεπίνες. Οι ασθενείς που λαμβάνουν αλπραζολάμη θα πρέπει να παρακολουθούνται

ανάλογα. Η εκτροπή είναι δυνατή με την αλπραζολάμη. Έχουν αναφερθεί θάνατοι από υπερβολική δόση όταν η αλπραζολάμη λαμβάνεται ταυτόχρονα με άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ, όπως οπιοειδή, άλλες βενζοδιαζεπίνες και αλκοόλ. Αυτοί οι κίνδυνοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη συνταγογράφηση ή τη χορήγηση. Θα πρέπει να επιλεγεί η μικρότερη κατάλληλη ποσότητα για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου (βλ. ενότητες 4.2, 4.8 και 4.9).

Συμπτώματα στέρησης Εάν έχει αναπτυχθεί εξάρτηση, η ξαφνική διακοπή της θεραπείας θα συνοδεύεται από συμπτώματα στέρησης. Αυτά μπορεί να εκδηλωθούν ως κεφαλαλγία, μυϊκός πόνος, υπερβολικό άγχος, καταστάσεις έντασης, εσωτερική ανησυχία, σύγχυση και ευερεθιστότητα.

Σε σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί επίσης να εμφανιστούν τα ακόλουθα συμπτώματα:

αποπραγματοποίηση, αποπροσωποποίηση, υπερακουσία, μούδιασμα και παραισθησία των άκρων, υπερευαισθησία στο φως, τον θόρυβο και τη σωματική επαφή, παραισθήσεις ή επιληπτικές κρίσεις (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.8).

Φαινόμενα υποτροπής Ομοίως, εάν η βραχυπρόθεσμη θεραπεία διακοπεί ξαφνικά, μπορεί να εμφανιστούν παροδικά φαινόμενα υποτροπής, με τα συμπτώματα που οδήγησαν στη θεραπεία με βενζοδιαζεπίνες να επανεμφανίζονται με ενισχυμένη μορφή. Πιθανές συνοδευτικές αντιδράσεις είναι η αστάθεια της διάθεσης, οι καταστάσεις άγχους ή οι διαταραχές του ύπνου και η ανησυχία. Τα φαινόμενα υποτροπής μπορεί επίσης να εκδηλωθούν ως επικίνδυνες σωματικές και ψυχικές αντιδράσεις, όπως επιληπτικές κρίσεις και συμπτωματική ψύχωση (π.χ. παραλήρημα στέρησης).

Καθώς ο κίνδυνος συμπτωμάτων στέρησης ή φαινομένων υποτροπής είναι υψηλότερος μετά από αιφνίδιο τερματισμό της θεραπείας, συνιστάται ο τερματισμός της θεραπείας με σταδιακή μείωση της δοσολογίας.

Διάρκεια θεραπείας Η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να είναι όσο το δυνατόν συντομότερη και όχι μεγαλύτερη από 2-4 εβδομάδες (βλ. παράγραφο 4.2). Δεν πρέπει να δίνεται παράταση του χρόνου θεραπείας, πέραν αυτού, χωρίς επανεκτίμηση της κατάστασης.

Με την έναρξη της θεραπείας, μπορεί να είναι σκόπιμο να ενημερώνεται ο ασθενής ότι η θεραπεία είναι περιορισμένης χρονικής διάρκειας και να του εξηγείται επακριβώς ο τρόπος με τον οποίο η δοσολογία θα μειωθεί σταδιακά. Υπάρχουν ενδείξεις που υποδηλώνουν ότι ενδέχεται να εμφανιστούν συμπτώματα στέρησης εντός του δοσολογικού μεσοδιαστήματος χρησιμοποιούνται βενζοδιαζεπίνες βραχείας δράσης, ειδικά σε υψηλές δόσεις. Όταν χρησιμοποιούνται βενζοδιαζεπίνες μακράς δράσης, είναι σημαντικό να ενημερώνεται ο ασθενής ότι δεν πρέπει να αλλάξει σε βενζοδιαζεπίνες βραχείας δράσης, καθώς ενδέχεται να εμφανιστούν συμπτώματα στέρησης.

Αμνησία Οι βενζοδιαζεπίνες μπορεί να προκαλέσουν προχωρημένη αμνησία. στις περισσότερες περιπτώσεις, αρκετές ώρες μετά τη δόση. Αυτό σημαίνει ότι, μετά τη λήψη του φαρμακευτικού προϊόντος τους, οι ασθενείς μπορεί να κάνουν ενέργειες που δεν μπορούν στη συνέχεια να θυμηθούν.

Αυτός ο κίνδυνος αυξάνεται με το επίπεδο της δόσης και μπορεί να μειωθεί με μια αρκετά μεγάλη διάρκεια αδιάκοπου ύπνου (7 έως 8 ώρες).

Ψυχιατρικές και «παράδοξες» αντιδράσεις Ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς ή παιδιά, μπορεί να εμφανιστούν ψυχιατρικές και «παράδοξες» αντιδράσεις με τη χρήση βενζοδιαζεπινών, όπως ανησυχία,διέγερση, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, αυταπάτες, θυμός, εφιάλτες, παραισθήσεις, ψυχώσεις, ακατάλληλη συμπεριφορά και άλλες διαταραχές συμπεριφοράς. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η θεραπεία με αυτό το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να διακόπτεται.

Αντοχή Μετά από επαναλαμβανόμενη από του στόματος χορήγηση βενζοδιαζεπινών για μερικές εβδομάδες, μπορεί να εμφανιστεί απώλεια αποτελεσματικότητας (αντοχή).

Κατάθλιψη και αυτοκτονική συμπεριφορά Οι βενζοδιαζεπίνες και οι παράγοντες που μοιάζουν με βενζοδιαζεπίνες δεν πρέπει να συνταγογραφούνται ως μονοθεραπεία της κατάθλιψης, καθώς μπορεί να επισπεύσουν ή να αυξήσουν τον κίνδυνο αυτοκτονίας. Η αλπραζολάμη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και η συνταγογράφηση θα πρέπει να περιορίζεται σε ασθενείς με σημεία και συμπτώματα καταθλιπτικής διαταραχής ή τάσεις αυτοκτονίας.

Έχουν αναφερθεί επεισόδια υπομανίας και μανίας σε σχέση με τη χρήση της αλπραζολάμης σε ασθενείς με κατάθλιψη.

Ψυχώσεις Οι βενζοδιαζεπίνες δεν συνιστώνται για την πρωτογενή θεραπεία των ψυχώσεων.

Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι και εξασθενημένοι ασθενείς Οι βενζοδιαζεπίνες και τα συναφή προϊόντα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ηλικιωμένους ασθενείς, λόγω του κινδύνου καταστολής και/ή μυοσκελετικής αδυναμίας που μπορεί να οδηγήσει σε πτώσεις , συχνά με σοβαρές συνέπειες σε αυτόν τον πληθυσμό .

Συνιστάται να τηρείται η γενική αρχή της χρήσης της χαμηλότερης αποτελεσματικής δόσης, ειδικά σε ηλικιωμένους και/ή εξασθενημένους ασθενείς για να αποφευχθεί η ανάπτυξη αταξίας ή υπερβολικής καταστολής.

Νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία Εάν υπάρχει νεφρική ανεπάρκεια ή ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, συνιστάται προσοχή και η δόση θα πρέπει να μειώνεται όπως απαιτείται. Οι ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν πρέπει να λαμβάνουν βενζοδιαζεπίνες, καθώς αυτό αυξάνει τον κίνδυνο εγκεφαλοπάθειας.

Αναπνευστική ανεπάρκεια Χαμηλότερη δόση συνιστάται επίσης για ασθενείς με χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια, λόγω του κινδύνου αναπνευστικής καταστολής.

Ιστορικό κατάχρησης αλκοόλ και ναρκωτικών Σε ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης αλκοόλ ή ναρκωτικών, οι βενζοδιαζεπίνες πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο με εξαιρετική προσοχή (βλ. παράγραφο 4.5).

Έκδοχα Λακτόζη

Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολικής ανεπάρκειας λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

Νάτριο Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, δηλαδή ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».

Βενζοϊκό νάτριο Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 0,12 mg βενζοϊκό νάτριο σε κάθε δισκίο.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές

αλληλεπίδρασης Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις Αλκοόλ Οι βενζοδιαζεπίνες παράγουν αθροιστική δράση όταν συγχορηγούνται με αλκοόλ. Επομένως, δεν συνιστάται η ταυτόχρονη λήψη με αλκοόλ. Ο συνδυασμός με αλκοόλ ενισχύει την ηρεμιστική δράση της αλπραζολάμης.

Ψυχοτρόπα φαρμακευτικά προϊόντα Η αλπραζολάμη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όταν συνδυάζεται με άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ. Μπορεί να προκύψει ενίσχυση του κεντρικού καταθλιπτικού αποτελέσματος και οι βενζοδιαζεπίνες παράγουν αθροιστική δράση όταν συγχορηγούνται με άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ ή ψυχοτρόπα φαρμακευτικά προϊόντα, όπως αντιψυχωσικά (νευροληπτικά), υπνωτικά, αγχολυτικά/ηρεμιστικά, αντικαταθλιπτικά, ναρκωτικά αναλγητικά (π.χ. οπιοειδή), αναισθητικά και ηρεμιστικά αντιισταμινικά.

Ωστόσο, όταν λαμβάνεται αλπραζολάμη σε συνδυασμό με ναρκωτικά αναλγητικά, μπορεί να εμφανιστεί ενίσχυση της ευφορίας που μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη ψυχική εξάρτηση.

Κλοζαπίνη Με την κλοζαπίνη υπάρχει αυξημένος κίνδυνος αναπνευστικής ή/και καρδιακής ανακοπής.

Οπιοειδή Η ταυτόχρονη χρήση ηρεμιστικών όπως οι βενζοδιαζεπίνες ή συναφών φαρμάκων όπως η αλπραζολάμη με οπιοειδή αυξάνει τον κίνδυνο καταστολής, αναπνευστικής καταστολής, κώματος και θανάτου λόγω της αθροιστικής κατασταλτικής δράσης του ΚΝΣ. Η δόση και η διάρκεια της ταυτόχρονης χρήσης θα πρέπει να είναι περιορισμένες (βλ. παράγραφο 4.4).

Θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή με φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν αναπνευστική καταστολή, όπως οπιοειδή (αναλγητικά, κατασταλτικά του βήχα ή θεραπεία υποκατάστασης φαρμάκων). Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό να ληφθεί υπόψη για τους ηλικιωμένους.

Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις Αναστολείς του CYP3A4 Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις μπορεί να εμφανιστούν όταν η αλπραζολάμη χορηγείται μαζί με φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν το ηπατικό ένζυμο CYP3A4 αυξάνοντας τα επίπεδα της αλπραζολάμης στο πλάσμα.

Συνεπώς, η αλπραζολάμη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα και μπορεί να είναι απαραίτητη η μείωση της δόσης όταν αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα.

Η ιτρακοναζόλη, ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4, αυξάνει την βιοδιαθεσιμότητα/AUC και παρατείνει τον χρόνο ημιζωής αποβολής της αλπραζολάμης. Σε μια μελέτη όπου χορηγήθηκαν σε υγιείς εθελοντές, ιτρακοναζόλη 200 mg/ημέρα και 0,8 mg αλπραζολάμη, η βιοδιαθεσιμότητα/AUC αυξήθηκε δύο έως τρεις φορές και ο χρόνος ημιζωής της αποβολής παρατάθηκε σε περίπου 40 ώρες. Έχουν επίσης παρατηρηθεί αλλαγές στην ψυχοκινητική λειτουργία που προκαλούνται από την αλπραζολάμη. Η ιτρακοναζόλη μπορεί να ενισχύσει την επίδραση της αλπραζολάμης στην καταστολή του ΚΝΣ, και η διακοπή της ιτρακοναζόλης, μπορεί να μειώσει τη θεραπευτική αποτελεσματικότητα της αλπραζολάμης..

Δεν συνιστάται συγχορήγηση αλπραζολάμης με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4, όπως η ιτρακοναζόλη, η κετοκοναζόλη, η βορικοναζόλη και οι αναστολείς πρωτεάσης του HIV.

Ωστόσο, εάν απαραίτητη η συγχορήγηση αλπραζολάμης και ενός ισχυρού αναστολέα του CYP3A4 η δόση της αλπραζολάμης πρέπει να μειωθεί στο μισό ή στο ένα τρίτο.

Η θεραπεία με φλουβοξαμίνη παρατείνει τον χρόνο ημιζωής της αλπραζολάμης από 20 ώρες σε 34 ώρες και διπλασιάζει τη συγκέντρωση της αλπραζολάμης στο πλάσμα. Όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό, συνιστάται η μισή δόση της αλπραζολάμης.

Η φλουοξετίνη έχει μέτρια ανασταλτική δράση στον μεταβολισμό της αλπραζολάμης με αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Σαν συνέπεια κατά την ταυτόχρονη χρήση, οι ψυχοκινητικές επιδράσεις της αλπραζολάμης εντείνονται. Μπορεί να απαιτείται προσαρμογή της δόσης.

Η ερυθρομυκίνη αναστέλλει το μεταβολισμό της αλπραζολάμης. Η συγκέντρωση της αλπραζολάμης στο πλάσμα αυξάνεται κατά περίπου 50%. Ο συνδυασμός μπορεί να απαιτεί προσαρμογή της δόσης.

Άλλοι αναστολείς του CYP3A4 που αναμένεται να αυξήσουν τη συγκέντρωση της αλπραζολάμης στο πλάσμα είναι η κλαριθρομυκίνη, η τελιθρομυκίνη, η διλτιαζέμη και η φλουκοναζόλη. Μπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης.

Η σιμετιδίνη μειώνει την κάθαρση της αλπραζολάμης, η οποία μπορεί ενδεχομένως να εντείνει το αποτέλεσμα. Η κλινική σημασία της αλληλεπίδρασης δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί.

Επαγωγείς CYP3A4 Εφόσον η αλπραζολάμη μεταβολίζεται από το CYP3A4, οι επαγωγείς αυτού του ενζύμου μπορεί να αυξήσουν το μεταβολισμό της αλπραζολάμης.

Οι αλληλεπιδράσεις που περιλαμβάνουν αναστολείς πρωτεάσης HIV (π.χ. ριτοναβίρη) και αλπραζολάμη είναι πολύπλοκες και χρονοεξαρτώμενες. Βραχυπρόθεσμα, χαμηλές δόσεις ριτοναβίρης οδήγησαν σε μεγάλη μείωση της κάθαρσης της αλπραζολάμης, παρατείνοντας τον χρόνο ημιζωής της και αποβολής της και ενισχύοντας τις κλινικές επιδράσεις της.

Ωστόσο, μετά από παρατεταμένη έκθεση στη ριτοναβίρη, η επαγωγή του CYP3A4

αντισταθμίζει αυτή την αναστολή. Αυτή η αλληλεπίδραση θα απαιτήσει προσαρμογή της δόσης ή διακοπή της αλπραζολάμης.

Ασθενείς σε ταυτόχρονη θεραπεία αλπραζολάμης και θεοφυλλίνης έχουν σημαντικά χαμηλότερη συγκέντρωση αλπραζολάμης στο πλάσμασε σχέση με τους ασθενείς που λαμβάνουν αλπραζολάμη ως μονοθεραπεία, η οποία πιθανώς προκαλείται από επαγόμενο μεταβολισμό. Η κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί.

Η καρβαμαζεπίνη φαίνεται να επάγει τον μεταβολισμό της αλπραζολάμης με αποτέλεσμα μειωμένο αποτέλεσμα. Η κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί. Παρόμοιες επιδράσεις μπορεί να αναμένονται με την ταυτόχρονη χορήγηση ριφαμπικίνης ή υπερικό (St.John’s Wort).

Η επίδραση της αλπραζολάμης στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμακευτικών προϊόντων Έχει αναφερθεί αύξηση των επιπέδων της διγοξίνης στο πλάσμα σε ταυτόχρονη χορήγηση με αλπραζολάμη 1 mg ημερησίως, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους (>65 ετών). Επομένως, οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αλπραζολάμη και διγοξίνη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα τοξικότητας από διγοξίνη.

Ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται για την αύξηση του μυοχαλαρωτικού αποτελέσματος (κίνδυνος πτώσεων) όταν η αλπραζολάμη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια θεραπείας με μυοχαλαρωτικό, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας.

Η συγκέντρωση της ιμιπραμίνης και του μεταβολίτη της δεμεθυλιμιπραμίνης στο πλάσμα μπορεί να αυξηθεί κατά 30% όταν χορηγείται ταυτόχρονα με αλπραζολάμη λόγω αναστολής του μεταβολισμού.

Επίδραση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη φαρμακοκινητική της αλπραζολάμης Οι παρακάτω συνδυασμοί πρέπει να αποφεύγονται:

Η δεξτροπροποξυφαίνη μπορεί να αναστείλει το μεταβολισμό ή να μειώσει την κάθαρση της αλπραζολάμης το οποίο οδηγεί σε αύξηση των συγκεντρώσεων της αλπραζολάμης στο πλάσμα, γεγονός που μπορεί να ενισχύσει την επίδρασή της. Πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση με δεξτροπροποξυφαίνη.

Η νεφαζοδόνη αναστέλλει την οξείδωση της αλπραζολάμης με τη μεσολάβηση του CYP3A4, η οποία έχει ως αποτέλεσμα το διπλασιασμό της συγκέντρωσης της αλπραζολάμης στο πλάσμα και κίνδυνο ενισχυμένων επιδράσεων στο ΚΝΣ. Σε συνδυασμό, επομένως, συνιστάται η μείωση της δόσης της αλπραζολάμης στο μισό της δόσης.

Αλληλεπιδράσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όπου μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης:

Αντισυλληπτικά: τα αντισυλληπτικά χάπια μπορεί να αναστείλουν το μεταβολισμό των βενζοδιαζεπινών, συμπεριλαμβανομένης της οξείδωσης της αλπραζολάμης, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και σε ενίσχυση της δράσης της αλπραζολάμης.

Ομεπραζόλη: μπορεί να αναστείλει το μεταβολισμό της αλπραζολάμης με αποτέλεσμα υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και ενίσχυση της δράσης της αλπραζολάμης.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση

Δεν είναι δυνατή η εκτίμηση του κινδύνου δυσμορφίας και των επιπτώσεων στην πρώιμη παιδική ανάπτυξη και συμπεριφορά στον άνθρωπο, λόγω του μικρού αριθμού περιπτώσεων μέχρι σήμερα και της ανεπαρκούς τεκμηρίωσης.

Ένας μεγάλος όγκος δεδομένων από μελέτες κοόρτης δείχνει ότι η λήψη βενζοδιαζεπινών στην αρχή της εγκυμοσύνης (1 ο τρίμηνο) δεν σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για μείζονες δυσπλασίες. Ωστόσο, ορισμένες επιδημιολογικές μελέτες ασθενών-μαρτύρων υποδεικνύουν στοιχεία αυξημένου κινδύνου σχιστίας υπερώας.

Τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι, μετά τη θεραπεία της μητέρας με βενζοδιαζεπίνες, ο κίνδυνος σχιστίας υπερώας για ένα παιδί είναι μικρότερος από 2 στα 1.000, με το φυσιολογικό ποσοστό τέτοιων ελαττωμάτων στο γενικό πληθυσμό να είναι περίπου 1 στα 1.000.

Η θεραπεία υψηλής δόσης με βενζοδιαζεπίνες κατά το 2ο ή /και 3ο τρίμηνο οδηγεί σε μείωση των εμβρυϊκών κινήσεων και διακυμάνσεις στον καρδιακό ρυθμό του εμβρύου.

Υπάρχουν αναφορές περιπτώσεων δυσπλασιών και νοητικής καθυστέρησης σε παιδιά που εκτέθηκαν προγεννητικά σε υπερβολική δόση βενζοδιαζεπίνης και δηλητηρίαση.

Εάν, για επιτακτικούς ιατρικούς λόγους, η αλπραζολάμη χορηγηθεί - ακόμη και σε μικρές δόσεις - κατά τη διάρκεια της όψιμης εγκυμοσύνης ή κατά τη διάρκεια του τοκετού, μπορεί να αναμένονται επιδράσεις στο νεογέννητο βρέφος, όπως αξονική υποτονία, μειωμένος μυϊκός τόνος και προβλήματα στο θηλασμό που οδηγούν σε χαμηλότερη αύξηση βάρους ( σύνδρομο υποτονικού βρέφους). Αυτές οι επιδράσεις είναι αναστρέψιμες και μπορεί να διαρκέσουν για 1 έως 3 εβδομάδες σύμφωνα με τον χρόνο ημιζωής της αποβολής.

Σε υψηλές δόσεις, αναπνευστική καταστολή ή άπνοια και υποθερμία μπορεί να εμφανιστεί σε νεογέννητα βρέφη. Επιπλέον, συμπτώματα στέρησης όπως υπερδιέγερση, ανησυχία και τρόμος μπορεί να παρατηρηθούν λίγες ημέρες μετά τη γέννηση, ακόμη και αν δεν παρατηρηθεί σύνδρομο υποτονικού βρέφους. Η εμφάνιση μεταγεννητικών συμπτωμάτων στέρησης εξαρτάται από τον χρόνο ημιζωής της ουσίας.

Η αλπραζολάμη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με αλπραζολάμη . Εάν η αλπραζολάμη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή εάν η ασθενής μείνει έγκυος ενώ λαμβάνει αλπραζολάμη, η ασθενής θα πρέπει να ενημερωθεί για τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Εάν η θεραπεία με Alprazolam/Grindeks είναι απαραίτητη κατά το τελευταίο μέρος της εγκυμοσύνης ή κατά τη διάρκεια του τοκετού, θα πρέπει να αποφεύγονται υψηλές δόσεις και θα πρέπει να παρακολουθούνται πιθανά συμπτώματα στέρησης και/ή σύνδρομο υποτονικού βρέφους στο νεογνό.

Θηλασμός Μικρές ποσότητες αλπραζολάμης απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα, όπου και συσσωρεύεται. Το Alprazolam/Grindeks δεν πρέπει επομένως να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Εάν επαναλαμβανόμενες ή υψηλές δόσεις Alprazolam/Grindeks ενδείκνυνται αυστηρά κατά τη διάρκεια του θηλασμού, απαιτείται διακοπή θηλασμού.

Τα νεογέννητα βρέφη μεταβολίζουν τις βενζοδιαζεπίνες πολύ πιο αργά από τους ενήλικες.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Η αλπραζολάμη έχει σημαντική επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών.

Η καταστολή, η αμνησία, η μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης και η μειωμένη μυϊκή λειτουργία μπορεί να έχουν δυσμενή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανών. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας, μετά την αύξηση της δόσης, μετά από ανεπαρκή διάρκεια ύπνου και σε συνδυασμό με αλκοόλ ή άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ (βλ. παράγραφο 4.5).

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Ανάλογα με την ατομική ευαισθησία του ασθενούς και τη δόση που λαμβάνει, μπορεί να εμφανιστούν οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες, ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας:

συναισθηματική άμβλυνση, ασταθής κίνηση και βάδισμα (κίνδυνος πτώσεων, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς), διαταραχές της όρασης, επακόλουθες επιπτώσεις την επόμενη ημέρα (ελαφριά κεφαλή, μειωμένη ανταπόκριση, κ.λπ.), διαταραχές του αυτόνομου νευρικού συστήματος (δυσλειτουργία της ουροδόχου κύστης) .

Κατά κανόνα, αυτά τα συμπτώματα μειώνονται με την επαναλαμβανόμενη χρήση.

Σπάνια, μπορεί να εμφανιστεί αναπνευστική καταστολή, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Οι ακόλουθες κατηγορίες χρησιμοποιούνται για την έκφραση της συχνότητας των ανεπιθύμητων ενεργειών:

Πολύ συχνές (≥1/10)Συχνές (≥1/100 έως <1/10)Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)Πολύ σπάνιες (<1/10.000 )Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Ενδοκρινικές διαταραχές
Υπερπρολακτιναιμί α*
Διαταραχές του μεταβολισμού και της διατροφής
Μειωμένη όρεξη
Ψυχιατρικές διαταραχές
ΚατάθλιψηΣύγχυση, αποπροσανατολισμό ς, μειωμένη γενετήσια ορμή, άγχος, αϋπνία, νευρικότητα, αυξημένη γενετήσια ορμή*Μανία* (βλ. παράγραφο 4.4), ψευδαισθήσεις *, οργή*, διέγερση*, φαρμακευτική εξάρτησηΥπομανία*, επιθετικότητα*, εχθρότητα*, διαταραχές σκέψης*, ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα *, κατάχρηση φαρμάκου*
Πολύ συχνές (≥1/10)Συχνές (≥1/100 έως <1/10)Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)Πολύ σπάνιες (<1/10.000 )Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Καταστολή, υπνηλία, αταξία, επηρεασμέν η μνήμη, δυσαρθρία, ζάλη, κεφαλαλγίαΔιαταραχή συντονισμού, μειωμένη ισορροπία, δυσκολίες συγκέντρωσης, υπερυπνία, λήθαργος, τρόμος,ΑμνησίαΔιαταραχές του αυτόνομου νευρικού συστήματος*, δυστονία*
Διαταραχές των ματιών
Θαμπή όραση
Γαστρεντερικές διαταραχές
Δυσκοιλιότη τα, ξηροστομίαΝαυτίαΕμετόςΓαστρεντερικές διαταραχές*
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Ηπατίτιδα*, μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία* Ικτερός*
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Δερματίτιδα*Αγγειοοίδημα*, αντίδραση φωτοευαισθησίας*
Διαταραχές του μυοσκελετικού και του συνδετικού ιστού
Μυϊκή αδυναμία
Διαταραχές των νεφρών και του ουροποιητικού συστήματος
ακράτεια ούρων*Κατακράτηση ούρων*
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
Σεξουαλική δυσλειτουργία*Διαταραχές εμμήνου ρύσεως*
Πολύ συχνές (≥1/10)Συχνές (≥1/100 έως <1/10)Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)Πολύ σπάνιες (<1/10.000 )Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις του σημείου χορήγησης
Κόπωση, ευερεθιστότ ητασύνδρομο στέρησης ναρκωτικών*Περιφερικό οίδημα*
Διερευνήσεις
Αλλαγή βάρουςΑυξημένη ενδοφθάλμια πίεση*

*ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά την περίοδο μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά Συμπτώματα εξάρτησης και στέρησης Η χρήση βενζοδιαζεπινών (ακόμη και σε θεραπευτικές δόσεις) μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη σωματικής και ψυχικής εξάρτησης, μπορεί να εμφανιστούν φαινόμενα στέρησης και/ή ανάκαμψης κατά τη λήξη της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4). Τα συμπτώματα στέρησης μπορεί να κυμαίνονται από ήπια δυσφορία και αϋπνία έως ένα μείζον σύνδρομο, το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει κοιλιακές και μυϊκές κράμπες, έμετο, εφίδρωση, τρόμο και σπασμούς.

Έχει αναφερθεί κατάχρηση βενζοδιαζεπινών (βλ. παράγραφο 4.4).

Αμνησία Οι βενζοδιαζεπίνες μπορεί να προκαλέσουν προχωρητική αμνησία (κενά μνήμης για μια περίοδο μετά την κατάποση) (βλ. παράγραφο 4.4).

Ψυχιατρικές και «παράδοξες» αντιδράσεις Ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς ή παιδιά, μπορεί να εμφανιστούν ψυχιατρικές και «παράδοξες» αντιδράσεις με τη χρήση βενζοδιαζεπινών, όπως ανησυχία, διέγερση, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, ψευδαισθήσεις, θυμός, εφιάλτες, παραισθήσεις, ψυχώσεις, ακατάλληλη συμπεριφορά και άλλες διαταραχές συμπεριφοράς. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η θεραπεία με αυτό το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να διακόπτεται.

Κατάθλιψη Η προϋπάρχουσα κατάθλιψη μπορεί να αποκαλυφθεί κατά τη χρήση βενζοδιαζεπινών (βλ.

παράγραφο 4.4).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω:

ΕΟΦ Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων

Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Συμπτώματα Η υπερδοσολογία της αλπραζολάμης δεν πρέπει να αποτελεί απειλή για τη ζωή εκτός εάν συνδυαστεί με άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ, όπως οπιοειδή, άλλες βενζοδιαζεπίνες και αλκοόλ.

Κατά τη διαχείριση της υπερδοσολογίας, θα πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη ότι έχουν ληφθεί πολλές ουσίες ταυτόχρονα (συνδυασμένη φαρμακευτική δηλητηρίαση). Η υπερδοσολογία βενζοδιαζεπινών, συμπεριλαμβανομένης της αλπραζολάμης, συνήθως εκδηλώνεται με βαθμούς καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος, που κυμαίνονται από υπνηλία έως κώμα. Σε ήπιες περιπτώσεις, τα συμπτώματα περιλαμβάνουν υπνηλία, δυσαρθρία, διανοητική σύγχυση και λήθαργο. Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις, τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν αταξία, υποτονία, υπόταση, αναπνευστική καταστολή, σπάνια κώμα και πολύ σπάνια ακόμη και θάνατο.

Τοξικότητα Τα επίπεδα αλπραζολάμης στο αίμα που αναφέρονται για θανατηφόρες δηλητηριάσεις στον άνθρωπο είναι εξαιρετικά ποικίλα. Οι τοξικές συγκεντρώσεις της αλπραζολάμης στο πλάσμα κυμαίνονται μεταξύ 0,1 και 0,4 μg /ml, ενώ ορισμένες αναφορές ανέφεραν ότι η συγκέντρωση της αλπραζολάμης στο αίμα μετά θάνατον κυμαινόταν από 2,1 έως 2,3 μg /ml.

Αντιμετώπιση Η βασική θεραπεία για την οξεία υπερδοσολογία αλπραζολάμης είναι η υποστηρικτική φροντίδα, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει τη διατήρηση επαρκούς αεραγωγού, την παρακολούθηση των αναπνευστικών και κυκλοφορικών λειτουργιών. Θα πρέπει να παρέχονται υγρά, ενδοφλέβια (IV) .

Ασθενείς με ηπιότερα σημάδια δηλητηρίασης που εξακολουθούν να έχουν τις αισθήσεις τους θα πρέπει να αφήνονται να κοιμηθούν υπό ιατρική παρακολούθηση. Εάν ο ασθενής έχει τις αισθήσεις του, μπορεί να χορηγηθεί ενεργός άνθρακας εντός μίας ώρας από την κατάποση του φαρμακευτικού προϊόντος για να μειωθεί η απορρόφηση, αλλά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η σχέση οφέλους-κινδύνου (λόγω κινδύνου αναρρόφησης).

Η εξαναγκασμένη διούρηση ή η αιμοκάθαρση δεν έχουν καμία αξία.

Σε σοβαρές περιπτώσεις η φλουμαζενίλη (ένας ειδικός ανταγωνιστής των βενζοδιαζεπινών)

μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως συμπλήρωμα στη διαχείριση των αναπνευστικών λειτουργιών που σχετίζονται με υπερδοσολογία. Η φλουμαζενίλη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο σπασμών.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγωγα βενζοδιαζεπίνης, κωδικός ATC: N05BA12

Η αλπραζολάμη είναι μια ψυχοτρόπος ουσία της κατηγορίας των 1,4- τριαζολοβενζοδιαζεπινών και συνδέεται με υψηλή συγγένεια με συγκεκριμένους υποδοχείς βενζοδιαζεπίνης στο ΚΝΣ. Η αλπραζολάμη ενισχύει την ανασταλτική δράση της μετάδοσης GABAergic σε διάφορα νευρωνικά συγκροτήματα. Ως αποτέλεσμα έχει ιδιότητες που καταστέλλουν την ένταση, την διέγερση και το άγχος, καθώς και ηρεμιστικά και υπνωτικά αποτελέσματα. Επιπλέον, η αλπραζολάμη επιδεικνύει μυοχαλαρωτικές και αντισπασμωδικές ιδιότητες.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Η αλπραζολάμη απορροφάται γρήγορα και καλά μετά την από του στόματος χορήγηση. Τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από 1 έως 2 ώρες μετά από εφάπαξ χορήγηση από το στόμα. Η βιοδιαθεσιμότητα της αλπραζολάμης είναι 80%.

Κατανομή Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 70 έως 80%.

Ο μέσος όγκος κατανομής είναι 1,0 έως 1,2 L/kg και είναι σημαντικά μεγαλύτερος σε παχύσαρκους ασθενείς.

Βιομετασχηματισμός Επιπρόσθετα από τη μη μεταβολισμένη αλπραζολάμη (περίπου 20%), άλφα- υδροξυαλπραζολάμη (περίπου 17%) και ένα παράγωγο βενζοφαινόνης απεκκρίνονται ως κύριοι μεταβολίτες. Επιπλέον, έχουν εντοπιστεί πολλοί άλλοι μεταβολίτες. Η φαρμακολογική δράση της αλφα-ϋδροξυαλπραζολάμης είναι περίπου 50%, σε σύγκριση με την αλπραζολάμη.

Το παράγωγο βενζοφαινόνης δεν παρουσιάζει φαρμακολογική δράση. Λόγω της χαμηλής συγκέντρωσής τους, είναι πιθανό ότι οι μεταβολίτες μετά βίας συμβάλλουν στο θεραπευτικό αποτέλεσμα.

Η αλπραζολάμη διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα και εκκρίνεται με το μητρικό γάλα.

Αποβολή Ο χρόνος ημιζωής αποβολής μετά από εφάπαξ χορήγηση είναι μεταξύ 12 και 15 ωρών. Ο χρόνος ημιζωής των δύο κύριων μεταβολιτών είναι στο ίδιο εύρος με εκείνο της αλπραζολάμης. Περίπου το 20% της δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο μέσω των νεφρών.

Φαρμακοκινητική σε Ειδικούς πληθυσμούς Ηλικιωμένος Ο χρόνος ημιζωής μπορεί να παραταθεί σε ηλικιωμένους άνδρες ασθενείς.

Νεφρικη δυσλειτουργία Καθώς ο νεφρός αντιπροσωπεύει το κύριο απεκκριτικό όργανο, μπορεί να αναμένεται παράταση του χρόνου ημίσειας ζωής της αποβολής εάν η νεφρική λειτουργία είναι μειωμένη.

Ηπατική δυσλειτουργία Σε περιπτώσεις ηπατικής δυσλειτουργίας, αναμένονται καθυστερημένος μεταβολισμός της δραστικής ουσίας και παράταση του χρόνου ημίσειας ζωής της αποβολής.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Μετά από χορήγηση αλπραζολάμης για διάστημα 24 μηνών, παρατηρήθηκε τάση προς δοσοεξαρτώμενη αύξηση του καταρράκτη σε θηλυκούς αρουραίους και αγγειώσεις κερατοειδούς σε αρσενικούς αρουραίους. Σε μια μελέτη χρόνιας τοξικότητας (12 μηνών) σε σκύλους, εμφανίστηκαν επιληπτικές κρίσεις σε υψηλές από του στόματος δόσεις , οι οποίες αποδείχθηκαν θανατηφόρες σε ορισμένα ζώα. Η συνάφεια για τον άνθρωπο είναι ασαφής.

Οι μελέτες για τη μεταλλαξιογένεση της αλπραζολάμης ήταν αρνητικές. Μακροχρόνιες μελέτες σε αρουραίους και ποντικούς δεν έδειξαν ενδείξεις ογκογενούς δυναμικού για την αλπραζολάμη.

Δεν βρέθηκε καμία έκπτωση της γονιμότητας των αρσενικών και των θηλυκών σε πειραματόζωα, αν και η διέλευση της αλπραζολάμης από τον πλακούντα αποδείχθηκε σε πειράματα σε ζώα. Σε μελέτες σε αρουραίους και κουνέλια, έχουν παρατηρηθεί εμβρυϊκές επιδράσεις και σκελετικές δυσπλασίες μετά από πολύ υψηλές δόσεις. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την περι- και μεταγεννητική ανάπτυξη μετά τη χορήγηση της αλπραζολάμης. Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις διαταραχών συμπεριφοράς στους απογόνους τρωκτικών που εκτέθηκαν στην αλπραζολάμη.

Μελέτες σε ζώα με αλπραζολάμη έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Μονοϋδρική λακτόζη Κυτταρίνη, μικροκρυσταλλική (E460)

Άμυλο αραβοσίτου, προζελατινοποιημένο Νατριούχος δοκουσάτη Βενζοϊκό νάτριο (E211)

Στεατικό μαγνήσιο (E572)

Κολλοειδές άνυδρο πυρίτιο (E551)

Κόκκινο οξείδιο του σιδήρου (E172) (μόνο δισκία 0,5 mg)

Indigo carmine lake (E132) (μόνο δισκία 1 mg)

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

Δισκία 0,25 mg: 18 μήνες Δισκία 0,50 mg: 2 χρόνια Δισκία 1 mg: 2 χρόνια

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Μην φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25 ℃.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κυψέλες OPA/Alu/PVC//Alu που περιέχουν 10, 20, 30, 50, 60 ή 100 δισκία.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Χωρίς ειδικές απαιτήσεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

AS GRINDEKS Krustpils iela 53 Riga, LV-1057 Λετονία Τηλέφωνο : +371 67083205 e- mail : grindeks@grindeks.com

8. ΑΡΙΘΜΟΙ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΩΝ ΕΓΚΡΙΣΕΩΝ/ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΩΝ ΕΓΚΡΙΣΕΩΝ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης:

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

05/2024

Πηγή: eof:3288703_SPC_3288703_1.pdf