1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
AMINOPHYLLINE / /COOPER 250mg/10ml Ενέσιμο Διάλυμα
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ KAIΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε φύσιγγα των 10 ml περιέχει 250mg Aminophylline: 250 mg.
Κάθε 1 ml περιέχει 25 mg Aminophylline.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Ενέσιμο Διάλυμα
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Για τη θεραπεία ασθματικής κρίσης και των εξάρσεων της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Ενήλικες: Μέση δοσολογία για την ενδοφλέβια οδό: 1-3 ενέσεις το 24ωρο.
Γενικά ελέγχεται η ατομική ανοχή στο φάρμακο από τη μη εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών με την έναρξη της χορήγησης από δόσεις 5-7mg/kg το 24ωρο. Σε περίπτωση ανάγκης χορήγησης υψηλών δόσεων του φαρμάκου πρέπει να ελέγχεται η στάθμη του φαρμάκου στο πλάσμα.
Στους παχύσαρκους η δοσολογία καθορίζεται ύστερα από αναγωγή του βάρους στο ιδανικό, χωρίς υπερβάλλον λίπος, βάρος.
Η θεραπεία συντήρησης μπορεί να χορηγηθεί μέσω διαλυμάτων μεγαλύτερου όγκου έγχυσης, ρυθμιζόμενου ρυθμού για την παροχή της απαιτούμενης ποσότητας φαρμάκου κάθε ώρα.Η αμινοφυλλίνη έχει ένα στενό θεραπευτικό δείκτη, επομένως είναι απαραίτητος ο προσεκτικός προσδιορισμός της δοσολογίας. Τα επίπεδα των θεραπευτικών συγκεντρώσεων της θεοφυλλίνης στο πλάσμα θα πρέπει να παραμένουν μεταξύ 10 και 20 mcg/l και επίπεδα υψηλότερα από 20mcg/l είναι πιο πιθανό να σχετίζονται με τοξικές επιδράσεις. Μια δόση που κυμαίνεται από 5 έως 15 mcg/ml μπορεί να είναι αποτελεσματική και να σχετίζεται με λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες.
Υπάρχει έντονη διακύμανση μεταξύ των ασθενών στη δοσολογία που απαιτείται για την επίτευξη επιπέδων θεοφυλλίνης στο πλάσμα που βρίσκονται εντός του επιθυμητού θεραπευτικού εύρους. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για ενδείξεις τοξικότητας και τα επίπεδα της θεοφυλλίνης στον ορό θα πρέπει να ελέγχονται πριν και μετά τη χορήγηση.
1. ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΘΕΟΦΥΛΛΙΝΗΣ
(α) Δόση Εφόδου (μέσω βραδείας ενδοφλέβιας έγχυσης)
5 mg/kg μέσα σε 20-30 λεπτά (μέσω βραδείας ενδοφλέβιας έγχυσης με ρυθμό που να μην υπερβαίνει τα 25mg/min). Εάν οι ασθενείς παρουσιάσουν οξείες ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της έγχυσης της δόσης εφόδου, η έγχυση μπορεί να σταματήσει για 5-10 λεπτά ή να χορηγηθεί με βραδύτερο ρυθμό.
(β) Δόση συντήρησης (μέσω βραδείας ενδοφλέβιας έγχυσης)
Δοσολογία ανάλογα με την ηλικία:
6 μηνών -– 9 χρονών: 1,2 mg/kg/ώρα (μειώνεται στο 1mg/kg/ώρα μετά τις 12 ώρες).
10-16 χρόνων: 1 mg/kg/ώρα (μειώνεται στο 0,8mg/kg/d)pa ώρα μετά τις 12 ώρες).
Ενήλικες: 0,7 mg/kg/ώρα (μειώνεται στο 0,5mg/kg/ώρα μετά τις 12 ώρες).
Ηλικιωμένοι και ασθενείς με πνευμονική καρδιά: 0,6 mg/kg/ώρα (μειώνεται στο 0,3mg/kg/ώρα μετά τις 12 ώρες).
Ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή ηπατική ανεπάρκεια: 0,5 mg/kg/ώρα (μειώνεται στο 0,1-0,2
mg/kg/ώρα μετά τις 12 ώρες).
Δεν χορηγείται σε βρέφη κάτω των 6 μηνών (βλ. παρακάτω «Παιδιατρικός πληθυσμός»).
2. ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΟΥ ΗΔΗ ΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΘΕΟΦΥΛΛΙΝΗΣ
Εάν ο ασθενής έχει ήδη επίπεδα θεοφυλλίνης στο πλάσμα (από προηγούμενη χορήγηση δισκίου ή κάψουλας), μειώστε τη δόση ανάλογα.
Η δόση εφόδου θα πρέπει να ρυθμίζεται βάσει του ότι κάθε 1mg/kg αμινοφυλλίνης θα αυξήσει τη συγκέντρωση στο πλάσμα κατά 2mg/l.
Στην ιδανική περίπτωση, η δόση εφόδου θα πρέπει να αναβληθεί μέχρι να καθοριστούν τα επίπεδα της θεοφυλλίνης στον ορό. Εάν αυτό δεν είναι εφικτό και εάν η κλινική κατάσταση απαιτεί τη χορήγηση του φαρμάκου, μπορεί να εξεταστεί η χορήγηση δόσης 3,1 mg/kg αμινοφυλλίνης (ισοδύναμη με 2,5 mg/kg άνυδρης θεοφυλλίνης) με βάση το γεγονός ότι είναι πιθανό να αυξηθεί η συγκέντρωση θεοφυλλίνης στον ορό κατά περίπου 5 mg/l όταν χορηγείται ως δόση εφόδου.
Στη συνέχεια, οι συστάσεις δοσολογίας συντήρησης είναι οι ίδιες με αυτές που περιγράφονται παραπάνω.
Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν χορηγείται σε βρέφη κάτω των 6 μηνών, λόγω της έντονης διαφοροποίησης του μεταβολισμού της θεοφυλλίνης σε βρέφη (η αποβολή της θεοφυλλίνης σε βρέφη κάτω των 6 μηνών εμφανίζεται μειωμένη, ειδικά στα νεογνά).
Τρόπος Χορήγησης Η αμινοφυλλίνη πρέπει να χορηγείται ΒΡΑΔΕΩΣ με ενδοφλέβια έγχυση με ροή 1 ml ανά λεπτό (τα 10 ml εντός 5-10 λεπτών της ώρας). Μπορεί να εγχυθεί σε μικρό όγκο είτε δ/τος δεξτρόζης 5% είτε δ/τος χλωριούχου νατρίου 0,9%.
Η ένεση δύναται να επαναληφθεί μετά από μισή ώρα ή και αργότερα.
Η ενδομυϊκή ένεση πρέπει να διενεργείται με μακριά βελόνα στο άνω και έξω τέταρτο των γλουτών.
4.3 Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία αμινοφυλλίνη ή στην αιθυλενοδιαμίνη, στις θεοφυλλίνες, την καφεΐνη, τη θεοβρωμίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Η αμινοφυλλίνη δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα ξανθίνης. Όταν οι θεραπευτικές δόσεις Αμινοφυλλίνης και/ή θεοφυλλίνης χορηγούνται ταυτόχρονα σε περισσότερες από μία οδούς ή με περισσότερα από ένα ιδιοσκεύασματα, αυξάνεται ο κίνδυνος σοβαρής τοξικότητας.
- Αντενδείκνυται σε ασθενείς με οξεία πορφυρία.
- Δεν χορηγείται σε βρέφη κάτω των 6 μηνών.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Η αμινοφυλλίνη έχει στενό θεραπευτικό δείκτη και τα επίπεδα στον ορό πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας.
Σε ασθενείς που έχει χορηγηθεί θεοφυλλίνη από το στόμα πριν τη χορήγηση της ενδοφλεβίως, πρέπει επίσης να ελέγχονται τα επίπεδά της στο πλάσμα. Τα όρια στο πλάσμα μεταξύ θεραπείας και τοξικότητας είναι στενά. Τα επίπεδα στο πλάσμα πρέπει να ελέγχονται, με στόχο συγκέντρωσης τα 10-20 mcg/l.
Επίσης, κρίνεται σκόπιμος ο καθορισμός των επιπέδων του φαρμάκου στο αίμα κυρίως σε περιπτώσεις μακροχρόνιας χορήγησης.
Η ένεση αμινοφυλλίνης πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς ηλικίας άνω των 55 ετών. Ηλικιωμένοι ασθενείς ή ασθενείς με καρδιακή ή ηπατική νόσο να παρακολουθούνται προσεκτικά για σημεία τοξικότητας θεοφυλλίνης.
Η απομάκρυνση της αμινοφυλλίνης είναι μειωμένη σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια ή πνευμονικό οίδημα, πνευμονική καρδιά, υποξυγοναιμικές καταστάσεις, νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία και χρόνιο αλκοολισμό και γι’ αυτό η χορήγησή της σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να γίνεται με προσοχή. Η δόση μπορεί να χρειάζεται μείωση σε αυτούς τους ασθενείς για την πρόληψη τοξικότητας.
Η αμινοφυλλίνη θα πρέπει γενικά να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με στηθάγχη, οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ή κυκλοφορική ανεπάρκεια, ηπατική ανεπάρκεια, υπέρταση, υπερθυρεοειδισμό, πεπτικό έλκος, υποξυγοναιμικές καταστάσεις, οξεία εμπύρετη νόσο, γλαύκωμα και διαβήτη, καθώς αυτές οι καταστάσεις μπορεί να επιδεινωθούν.
Οι μεθυλοξανθίνες μπορεί να αυξήσουν τη γαστρική οξύτητα και αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν χρησιμοποιούνται σε ασθενείς με ιστορικό πεπτικού έλκους.
Προσοχή στη χορήγηση με συμπαθομιμητικά φάρμακα. Ο συνδυασμός θεοφυλλίνης με συμπαθομιμητικά
φάρμακα (κυρίως εφεδρίνη) μπορεί να προκαλέσει διέγερση από το ΚΝΣ, ειδικότερα στα παιδιά (βλ. λήμμα 4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).
Κατά τη διάρκεια της κανονικής θεραπείας πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα καλίου στον ορό. Αυτό είναι απαραίτητο κατά τη διάρκεια της συνδυασμένης θεραπείας με β2-αγωνιστές, κορτικοστεροειδή ή διουρητικά, ή παρουσία υποξίας.
Η αμινοφυλλίνη δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα ξανθίνης.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε ασθενείς που υποβάλλονται σε ανοσοποίηση γρίπης (τα επίπεδα της θεοφυλλίνης στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν από το εμβόλιο της γρίπης, βλ. λήμμα 4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης) ή που έχουν ενεργό λοίμωξη από γρίπη ή οξεία εμπύρετη νόσο.
Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο εναλλακτικής θεραπείας σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικής δραστηριότητας, και εάν η ένεση αμινοφυλλίνης χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για ενδεχόμενα συμπτώματα κεντρικής διέγερσης.
Για να μειωθούν οι ανεπιθύμητες διεγερτικές επιδράσεις της αμινοφυλλίνης στο κεντρικό νευρικό και καρδιαγγειακό σύστημα, η ενδοφλέβια χορήγηση του φαρμάκου θα πρέπει να είναι αργή και δεν πρέπει να υπερβαίνει το ρυθμό των 25 mg/min.
Επειδή ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της θεοφυλλίνης είναι μικρότερος στους καπνιστές από ό,τι στους μη καπνιστές, στους καπνιστές απαιτείται 50-100% αύξηση της δοσολογίας της αμινοφυλλίνης (ή σε άτομα που εκτίθενται τακτικά στον καπνό του τσιγάρου).
Μορφές βραδείας αποδέσμευσης Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα χορήγησης της μορφής βραδείας αποδέσμευσης θεοφυλλίνης σε παιδιά κάτω των 6 ετών δεν έχει αποδειχθεί. Ν’ αποφεύγεται η χορήγησή της στην ηλικία αυτή.
Επίσης για τις μορφές βραδείας αποδέσμευσης είναι σκόπιμος ο έλεγχος της πυκνότητας θεοφυλλίνης στο αίμα, ιδίως κατά την έναρξη της θεραπείας και επί πλέον όταν είναι απαραίτητη η προσθήκη και άλλων φαρμάκων, τα οποία επηρεάζουν το μεταβολισμό της θεοφυλλίνης.
Παιδιατρικός πληθυσμός Σε παιδιά κάτω των 30 μηνών απαιτείται εξατομίκευση της δοσολογίας.
Τα παιδιά είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στις επιδράσεις της θεοφυλλίνης και απαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση της αμινοφυλλίνης στα παιδιά.
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις επιληπτικών κρίσεων σε παιδιά με επίπεδα θεοφυλλίνης στο πλάσμα εντός της αποδεκτής θεραπευτικής κλίμακας, Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο εναλλακτικής θεραπείας σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικής δραστηριότητας, και εάν η ένεση αμινοφυλλίνης χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για ενδεχόμενα συμπτώματα κεντρικής διέγερσης.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Αύξηση επιπέδων θεοφυλλίνης στο πλάσμα Τα επίπεδα της θεοφυλλίνης στο πλάσμα και η πιθανότητα αυξημένης τοξικότητας μπορεί να αυξηθούν με τη χρήση των ακόλουθων φαρμάκων:
- μακρολιδικών αντιβιοτικών (π.χ. ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη ή τρολεανδομυκίνη),
- αναστολέων διαύλων ασβεστίου (βεραπαμίλη, διλτιαζέμη) (η θεοφυλλίνη ενισχύει τη διουρητική δράση των θειαζιδικών διουρητικών και της φουροσεμίδης, βλ. παρακάτω «Άλλες επιδράσεις»),
- προπρανολόλης (μείωση δραστικότητας προπρανολόλης -– μείωση βρογχοδιασταλτικής δράσης θεοφυλλίνης),
- ορισμένων κινολονών (σιπροφλοξασίνη, νορφλοξασίνη) (αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης σπασμών, βλ.
παρακάτω «Επιδράσεις στο νευρικό σύστημα»),
- αλλοπουρινόλης (υψηλές δόσεις π.χ. 600 mg ημερησίως),
- φλουκοναζόλης,
- ισονιαζίδης,
- σιμετιδίνης,
- αντισυλληπτικών από του στόματος,
- μεξιλετίνης, προπαφαινόνης,
- φλουβοξαμίνης Η σύγχρονη χρήση φλουβοξαμίνης και αμινοφυλλίνης πρέπει να αποφεύγεται. Όπου αυτό δεν είναι εφικτό, οι ασθενείς πρέπει να μειώνουν στο μισό τη δόση της αμινοφυλλίνης και να ελέγχουν στενά τα επίπεδα αμινοφυλλίνης/θεοφυλλίνης στο πλάσμα.
- βιλοξαζίνης,
- δισουλφιράμης,
- μεθοτρεξάτης,
- ζαφιρλουκάστης,
- τακρίνης,
- θειαβενδαζόλης,
- ορμονών του θυρεοειδούς,
- ιντερφερόνης-Α, του εμβολίου της γρίπης.
Μείωση επιπέδων θεοφυλλίνης στο πλάσμα Τα επίπεδα θεοφυλλίνης στο πλάσμα μειώνονται από τη χρήση των ακόλουθων φαρμάκων:
- ριφαμπικίνη,
- λίθιο (η αμινοφυλλίνη ωστόσο αυξάνει την απέκκριση του λιθίου και μπορεί να μειώσει τη θεραπευτική του αποτελεσματικότητα),
- σουλφιπυραζόνη και από
- αντισπασμωδικά/αντιεπιληπτικά όπως η φαινοβαρβιτάλη (η φαινοβαρβιτάλη αυξάνει το μεταβολισμό της θεοφυλλίνης διότι προκαλεί επαγωγή ενζύμων μεταβολισμού), φαινυτοίνη, καρβαμαζεπίνη και η πριμιδόνη.
- Ριτοναβίρη,
- Αμινογλουτεθιμίδη.
Τα επίπεδα της θεοφυλλίνης στο πλάσμα μπορεί επίσης να μειωθούν με τη χρήση του θεραπευτικού βοτάνου St John's wort (Hypericum perforatum).
Καρδιακές επιδράσεις Ο κίνδυνος καρδιακής αρρυθμίας αυξάνεται με την σύγχρονη χρήση των ακόλουθων φαρμάκων:
- πανκουρόνιου (έχει αναφερθεί επίσης αντίσταση στο νευρομυϊκό αποκλεισμό του πανκουρόνιου σε ασθενείς που λαμβάνουν αμινοφυλλίνη),
- γενικών αναισθητικών όπως αλοθάνιου (αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης αρρυθμιών) (έχει αναφερθεί επίσης αυξημένος κίνδυνος σπασμών με κεταμίνη, βλ. παρακάτω «»),
- β2-αδρενεργικών αγωνιστών (αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης καρδιακών αρρυθμιών). Επίσης, χρειάζεται προσοχή στις περιπτώσεις άσθματος, καθώς η χρήση αμινοφυλλίνης σε συνδυασμό με β-αδρενεργικούς παράγοντες μπορεί να οδηγήσει σε υποκαλιαιμία και τα επίπεδα καλίου στο πλάσμα πρέπει να ελέγχονται στο οξύ άσθμα.
- συμπαθομιμητικών φαρμάκων (η αμινοφυλλίνη μπορεί να εμφανίσει συνεργική τοξικότητα με την εφεδρίνη και άλλα συμπαθομιμητικά και η ταυτόχρονη χρήση μπορεί να εκθέσει τον ασθενή σε καρδιακές αρρυθμίες).
Επίσης, ο συνδυασμός θεοφυλλίνης με συμπαθομιμητικά φάρμακα (κυρίως εφεδρίνη) μπορεί να προκαλέσει διέγερση από το ΚΝΣ, ειδικότερα στα παιδιά.
Η θεοφυλλίνη ανταγωνίζεται το αντιαρρυθμικό αποτέλεσμα της αδενοσίνης.
Η άμεση διεγερτική δράση της αμινοφυλλίνης στο μυοκάρδιο μπορεί να ενισχύσει την ευαισθησία και το δυναμικό τοξικότητας των καρδιακών γλυκοσίδων. Η άμεση διεγερτική δράση της θεοφυλλίνης στο μυοκάρδιο μπορεί να αυξήσει την ευαισθησία του στην δακτυλίτιδα.
Υποκαλιαιμία Η ταυτόχρονη θεραπεία με αμινοφυλλίνη μπορεί να ενισχύσει τις υποκαλιαιμικές επιδράσεις των β2 αδρενεργικών αγωνιστών. Υπάρχει επίσης αυξημένος κίνδυνος υποκαλιαιμίας όταν χορηγούνται παράγωγα θεοφυλλίνης με κορτικοστεροειδή ή διουρητικά (βλ. 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Επιδράσεις στο νευρικό σύστημα Ο κίνδυνος εμφάνισης σπασμών αυξάνεται με την σύγχρονη χρήση των ακόλουθων φαρμάκων:
- κινολονών
- κεταμίνη (γενικό αναισθητικό)
- ρεγαδενοσόνης (η αμινοφυλλίνη ενδέχεται να παρατείνει μια κρίση σπασμών ή να προκαλέσει πολλαπλές κρίσεις σπασμών εξαιτίας της προσπασμωδικής δράσης της και γι’αυτό δεν συνιστάται η χορήγηση αμινοφυλλίνης αποκλειστικά για τον τερματισμό μιας κρίσης που προκλήθηκε από τη ρεγαδενοσόνη).
Ο συνδυασμός θεοφυλλίνης με συμπαθομιμητικά φάρμακα (κυρίως εφεδρίνη) μπορεί να προκαλέσει διέγερση από το ΚΝΣ, ειδικότερα στα παιδιά, ενώ και η συγχορήγηση δοξαπράμης μπορεί να προκαλέσει αυξημένη διέγερση του ΚΝΣ.
Άλλες επιδράσεις
- Ξανθίνες Η ταυτόχρονη χρήση άλλων παραγώγων ξανθίνης, συμπεριλαμβανομένης της θεοφυλλίνης και της πεντοξυφυλλίνης, αντενδείκνυται λόγω του κινδύνου τοξικότητας.
- Β-αποκλειστές Ανταγωνισμός των βρογχοδιασταλτικών επιδράσεων.
- Βενζοδιαζεπίνες Η θεοφυλλίνη μπορεί να μειώσει τις επιδράσεις των βενζοδιαζεπινών.
- Ανταγωνιστές λευκοτριενίων Σε κλινικές δοκιμές, η συγχορήγηση με θεοφυλλίνη είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων της ζαρφιλουκάστης στο πλάσμα κατά περίπου 30%, χωρίς όμως να επηρεάζει τα επίπεδα της θεοφυλλίνης στο πλάσμα. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά, υπήρξαν σπάνιες περιπτώσεις ασθενών που παρουσίασαν αυξημένα επίπεδα θεοφυλλίνης όταν συγχορηγούνταν ζαρφιλουκάστη (βλ. παραπάνω «Αύξηση επιπέδων θεοφυλλίνης στο πλάσμα»).
- Λίθιο Η αμινοφυλλίνη αυξάνει την απέκκριση του λιθίου και μπορεί να μειώσει τη θεραπευτική του αποτελεσματικότητα.
- Διουρητικά
Η θεοφυλλίνη ενισχύει τη διουρητική δράση των θειαζιδικών διουρητικών και της φουροσεμίδης.
- Κάπνισμα Η απομάκρυνση της αυξάνεται κατά 40-60% στους καπνιστές.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Η θεοφυλλίνη διέρχεται τον πλακούντα. Σε περίπτωση χορήγησης κατά το τέλος της εγκυμοσύνης, δυνατόν να παρατηρηθούν ταχυκαρδία και υπερδιέγερση του νεογνού. Σε κάποια νεογνά έχουν αναφερθεί επίσης νευρικότητα, υπερευαισθησία, πνιγμός και τάση για εμετό. Τα νεογνά, των οποίων οι μητέρες έλαβαν θεοφυλλίνη κατά τη διάρκεια της κύησης, πρέπει να ελέγχονται για ενδείξεις τοξικότητας από θεοφυλλίνη.
Δεν είναι γνωστό αν οι θεοφυλλίνες μπορούν να προκαλέσουν βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγούνται σε έγκυες γυναίκες. Παρόλο που δεν έχει αποδειχθεί η ασφαλής χρήση του φαρμάκου κατά την εγκυμοσύνη σε σχέση με τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο, οι θεοφυλλίνες έχουν χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης χωρίς τερατογένεση ή άλλες ανεπιθύμητες επιδράσεις στην ανάπτυξη του εμβρύου. Λόγω του κινδύνου ανεξέλεγκτου άσθματος, η ασφάλεια τους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, όταν είναι σαφώς αναγκαία, γενικά δεν τίθεται σοβαρά υπό αμφισβήτηση. Ωστόσο, όπως και με άλλα φάρμακα, η χρήση της αμινοφυλλίνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης θα αποφασισθεί ύστερα από τη στάθμιση του αναμενόμενου θεραπευτικού οφέλους έναντι των κινδύνων που συνεπάγεται ένα μη ελεγχόμενο άσθμα και μόνο εφόσον θεωρηθεί απαραίτητη από τον ιατρό.
Θηλασμός Η θεοφυλλίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Ανάλογα με το σχετικό βάρος, ένα βρέφος λαμβάνει 10-15% της μητρικής δόσης. Η χρήση αμινοφυλλίνης από μητέρες σε γαλουχία μπορεί να προκαλέσει ευερεθιστότητα ή άλλα συμπτώματα τοξικότητας στα θηλάζοντα βρέφη και συνεπώς δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε θηλάζουσες μητέρες. Όπως και με άλλα φάρμακα, για τη χορήγηση της αμινοφυλλίνης στη θηλάζουσα μητέρα θα πρέπει να σταθμιστεί το αναμενόμενο θεραπευτικό όφελος έναντι του κινδύνου ενός μη ελεγχόμενου άσθματος.
Γονιμότητα Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα με θεοφυλλίνες.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Η αμινοφυλλίνη δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η αμινοφυλλίνη μπορεί να προκαλέσει επιδράσεις στο καρδιαγγειακό σύστημα, διέγερση του κεντρικού νευρικού συστήματος και ερεθισμό του γαστρεντερικού. Η συχνότητα και η σοβαρότητα των παρενεργειών αυξάνεται με την αύξηση των επιπέδων της θεοφυλλίνης στο πλάσμα. Μεγάλες δόσεις θεοφυλλίνης μπορεί να προκαλέσουν καρδιακή ή νευρολογική τοξικότητα, που οδηγεί σε υπόταση, καρδιακή αρρυθμία, οξεία υποξαιμία, καρδιοαναπνευστική ανακοπή και σπασμούς κυρίως μετά ενδοφλέβια έγχυση του φαρμάκου εάν η ένεση χορηγηθεί ταχέως, ή ακόμη και ξαφνικό θάνατο. Σοβαρές παρενέργειες μπορεί να εμφανιστούν πριν από κάθε άλλο σύμπτωμα τοξικότητας και για αυτό είναι σημαντικό να ελέγχονται συνεχώς τα επίπεδα θεοφυλλίνης στο πλάσμα (βλ. επίσης 4.9 Υπερδοσολογία).
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται ανά κατηγορία οργάνου/συστήματος και με βάση τη συχνότητα ως εξής:
Μη γνωστή συχνότητα: Δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Μη γνωστή συχνότητα: αντιδράσεις υπερευαισθησίας (βλ. επίσης Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Διαταραχές του γαστρεντερικού Μη γνωστή συχνότητα: ναυτία, έμετοι, ανορεξία, επιγαστρικό βάρος, πόνος στην κοιλιακή χώρα, διάρροια, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, γαστρεντερική αιμορραγία.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Μη γνωστή συχνότητα: Μπορεί να εμφανιστούν μεταβολικές διαταραχές όπως υποκαλιαιμία, υποφωσφαταιμία και υπονατριαιμία.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Μη γνωστή συχνότητα: Πονοκέφαλος, σύγχυση, ανησυχία, υπεραερισμός, ίλιγγος/ζάλη και τρόμος. Σπασμοί είναι πιθανοί ειδικά όταν η χορήγηση είναι πολύ γρήγορη ή όταν χορηγούνται μεγάλες δόσεις.
Ψυχιατρικές διαταραχές Μη γνωστή συχνότητα: άγχος, αϋπνία. Υψηλότερες δόσεις μπορεί να οδηγήσουν σε μανιακή συμπεριφορά και παραλήρημα.
Καρδιακές διαταραχές Μη γνωστή συχνότητα: Σε μεγαλύτερες δόσεις ή σε πιο ευαίσθητους ασθενείς αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία και αρρυθμίες (ταχυαρρυθμία, βραδυαρρυθμία) μπορεί να εμφανιστούν. Η ταχεία χορήγηση είναι συνδεδεμένη με πτώση της πίεσης.
Οφθαλμικές διαταραχές Μη γνωστή συχνότητα: οπτικές διαταραχές.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Μη γνωστή συχνότητα: Έχουν αναφερθεί εξάνθημα όπως ερύθημα και διάχυτο κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, και κνησμός, κνίδωση, απολεπιστική δερματίτιδα.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Μη γνωστή συχνότητα: Οι ενδομυϊκές ενέσεις είναι επώδυνες κι ο πόνος διαρκεί αρκετές ώρες. Υψηλότερες δόσεις μπορεί να οδηγήσουν σε υπερθερμία και υπερβολική δίψα.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: 21 32040380/337 Φαξ: 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Η αμινοφυλλίνη έχει στενό θεραπευτικό δείκτη. Η τοξικότητα της θεοφυλλίνης είναι πιθανότερο να εμφανιστεί όταν οι συγκεντρώσεις στον ορό υπερβαίνουν τα 20 mcg/ml και γίνεται σταδιακά πιο σοβαρή σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στον ορό. Δόσεις μεγαλύτερες από 3 g μπορεί να είναι επικίνδυνες για έναν ενήλικα (μεγαλύτερες από 40 mg/kg για ένα παιδί). Η θανατηφόρος δόση σε έναν ενήλικα μπορεί να είναι μόλις 4,5 g (σε ένα παιδί 60 mg/kg), αλλά γενικά είναι υψηλότερη.
Συμπτώματα Πρόδρομο τοξικής επίδρασης της αμινοφυλλίνης δυνατόν να αποτελεί η εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών του φαρμάκου.
Συμπτώματα τοξικής επίδρασης του φαρμάκου αποτελούν οι σπασμοί, η υπερθερμία και οι διαταραχές του καρδιακού ρυθμού.
Η ταχυκαρδία, ελλείψει υποξίας, πυρετού ή χορήγησης συμπαθητικομιμητικών φαρμάκων, μπορεί να αποτελεί ένδειξη τοξικότητας της θεοφυλλίνης.
Προσοχή: Σοβαρά συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν έως και 12 ώρες μετά από την υπερδοσολογία με μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης.
Γαστρεντερικά συμπτώματα: ανορεξία, ναυτία, έμετος, αιματέμεση, διάρροια.
Νευρολογικά συμπτώματα: εκνευρισμός, ανησυχία, διεσταλμένες κόρες οφθαλμών, αϋπνία, ευερεθιστότητα, κεφαλαλγία, παραισθήσεις, υπερβολική δίψα, ελαφρύς πυρετός, εμβοές και σπασμοί. Οι επιληπτικές κρίσεις μπορεί να εμφανιστούν ακόμη και χωρίς προηγούμενα συμπτώματα τοξικότητας και συχνά οδηγούν σε θάνατο.
Κώμα μπορεί να αναπτυχθεί σε πολύ σοβαρές περιπτώσεις.
Καρδιαγγειακά συμπτώματα: αίσθημα παλμών, υπόταση και επικίνδυνες για την ζωή καρδιακές αρρυθμίες (υπερκοιλιακές και κοιλιακές).
Μεταβολικά συμπτώματα: Μπορεί να εμφανιστούν χαμηλά επίπεδα καλίου στο αίμα. Η υποκαλιαιμία μπορεί να αναπτυχθεί ταχέως και μπορεί να είναι σοβαρή. Μπορεί επίσης να εμφανιστεί υπεργλυκαιμία, αλβουμινουρία, υπερθερμία, υπομαγνησιαιμία, υποφωσφαταιμία, υπερασβεστιαιμία, αναπνευστική αλκάλωση και μεταβολική οξέωση. Μπορεί επίσης να εμφανιστεί ραβδομυόλυση.
Αντιμετώπιση
Ειδικό αντίδοτο δεν υπάρχει.
Η θεραπεία συνίσταται στην άμεση διακοπή της χορήγησης του φαρμάκου, στη διενέργεια πλύσης του στομάχου εάν το φάρμακο λήφθηκε από το στόμα, και στη συμπτωματική αντιμετώπιση και υποστήριξη σε μονάδα μεγάλου νοσοκομείου.
Συγκεκριμένα:
- Θα πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα θεοφυλλίνης και καλίου στον ορό. Η συγκέντρωση της θεοφυλλίνης στο πλάσμα θα πρέπει να ελέγχεται το λιγότερο κάθε 4 ώρες
- Η επαναλαμβανόμενη από του στόματος χορήγηση ενεργού άνθρακα ενισχύει την αποβολή της θεοφυλλίνης από το σώμα ακόμη και μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Μπορεί να απαιτείται επιθετική αντιεμετική θεραπεία για να επιτρέπεται η χορήγηση και η διατήρηση ενεργού άνθρακα.
- Οι επιληπτικές κρίσεις (σπασμοί) μπορούν να αντιμετωπιστούν με ενδοφλέβια χορήγηση (IV) διαζεπάμης 0,1- 0,3 mg/kg έως και 10 mg ή φαινοβαρβιτάλη. Καταστολή με διαζεπάμη μπορεί να χρειαστεί και σε υπό διέγερση ασθενείς.
- Αποκατάσταση της ισορροπίας υγρών και ηλεκτρολυτών είναι απαραίτητη. Η υποκαλιαιμία πρέπει να διορθώνεται με ενδοφλέβια έγχυση χλωριούχου καλίου.
Για την αντιστροφή της υπερβολικής ταχυκαρδίας, της υποκαλιαιμίας και της υπεργλυκαιμίας, μπορεί να χορηγηθεί προπρανολόλη ενδοφλεβίως υπό την προϋπόθεση ότι ο ασθενής δεν πάσχει από άσθμα. Αιμοκάθαρση μέσω φίλτρου άνθρακα και η αιμοδιάλυση είναι άλλες 2 μέθοδοι θεραπείας.
- Γενικά, η θεοφυλλίνη μεταβολίζεται ταχέως και δεν δικαιολογείται η αιμοκάθαρση. Σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή ηπατική νόσο, η αιμοκάθαρση μπορεί να αυξήσει την κάθαρση της θεοφυλλίνης κατά 2 φορές.
- Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αιμοκάθαρση μέσω φίλτρου άνθρακα εάν:
▪ Η λοίμωξη του ειλεού/εντέρου παρεμποδίζει τη χορήγηση ενεργού άνθρακα πολλαπλών δόσεων.
▪ Η συγκέντρωση της θεοφυλλίνης στο πλάσμα είναι > 80mg/L (οξεία) ή 60mg/L (χρόνια). Σε ηλικιωμένους, θα πρέπει να εξετάζεται η αιμοκάθαρση μέσω φίλτρου άνθρακα σε συγκεντρώσεις θεοφυλλίνης >40 mg/L.
Τα κλινικά χαρακτηριστικά και όχι η συγκέντρωση θεοφυλλίνης είναι ο καλύτερος οδηγός για τη θεραπεία.
- Άλλα μέτρα θα πρέπει να υποστηρίξουν την καρδιακή και την πνευμονική λειτουργία.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία:
Άλλα φάρμακα για τις αποφρακτικές παθήσεις των αεροφόρων οδών, για συστηματική χορήγηση-Ξανθίνες Κωδικός ATC: R03DA05.
Μηχανισμός δράσης Η αμινοφυλλίνη είναι ένα παράγωγο της ξανθίνης και αποτελεί ένα σύμπλεγμα θεοφυλλίνης και αιθυλενοδιαμίνης. Η θεοφυλλίνη, το δραστικό συστατικό της αμινοφυλλίνης, ασκεί βρογχοδιασταλτική, χαλαρωτική των λείων μυϊκών ινών, θετική ινότροπη, αγγειοδιασταλτική, διουρητική και διεγερτική του ΚΝΣ δράση. Σε κυτταρικό επίπεδο, η δράση της θεοφυλλίνης προκύπτει από την αναστολή της φωσφοδιεστεράσης και την αύξηση του ενδοκυτταρικού κυκλικού ΑΜP. Η αμινοφυλλίνη λύει το σπασμό των λείων μυών των βρόγχων. Τονώνει ακόμη τη λειτουργία του μυοκαρδίου, διευρύνει τα στεφανιαία αγγεία και προάγει τη διούρηση.
Η αμινοφυλλίνη είναι ένα από τα αποτελεσματικότερα φάρμακα για την αντιμετώπιση των ασθματικών κρίσεων, ακόμη και σε περιπτώσεις που ανθίστανται στη δράση των αδρενεργικών διεγερτών. Η αμινοφυλλίνη δρα επίσης και στο καρδιακό άσθμα από κάμψη της αριστερής κοιλίας.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Οι θεραπευτικές στάθμες στο πλάσμα κυμαίνονται μεταξύ 10 και 20 mg/ml και η υπέρβαση τους πέρα από τα 20 mg/ml αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών. Για το λόγο αυτό σε αμφίβολες περιπτώσεις συνίσταται η περιοδική μέτρηση της στάθμης της θεοφυλλίνης στο πλάσμα, εφόσον τόσο το θεραπευτικό αποτέλεσμα όσο και η εκδήλωση παρενεργειών είναι δοσοεξαρτώμενα και το θεραπευτικό εύρος του φαρμάκου μικρό.
Κατανομή Η θεοφυλλίνη συνδέεται περίπου σε ποσοστό 60% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, αλλά το ποσοστό μειώνεται σε περίπου 40% σε νεογνά και σε ενήλικες με ηπατική νόσο. Το φάρμακο διανέμεται ευρέως και διασχίζει τον πλακούντα και απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
Βιομετασχηματισμός και Αποβολή
Η θεοφυλλίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ και οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στα ούρα. Στους ενήλικες, περίπου το 10% της δόσης της θεοφυλλίνης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Υπάρχει σημαντική διαπροσωπική μεταβλητότητα στον ρυθμό του ηπατικού μεταβολισμού της θεοφυλλίνης, με αποτέλεσμα μεγάλες διακυμάνσεις της κάθαρσης, των συγκεντρώσεων στον ορό και των χρόνων ημίσειας ζωής. Το κάπνισμα αυξάνει την κάθαρση της θεοφυλλίνης και μειώνει τον χρόνο ημίσειας ζωής στον ορό. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στον ενήλικα ανέρχεται στους μη καπνιστές σε 7-10 ώρες και στους καπνιστές σε 4-5 ώρες (που μπορεί να διατηρείται επί 3 μήνες έως 2 έτη μετά τη διακοπή του καπνίσματος). Η κάθαρση της θεοφυλλίνης εμφανίζεται ασταθής στα βρέφη και μειωμένη στους υπερήλικες, σε ορισμένες παθολογικές καταστάσεις (όπως ο αλκοολισμός, η ηπατική, η νεφρική και η καρδιακή ανεπάρκεια με στάση) και τη λήψη ορισμένων φαρμάκων (όπως η σιμετιδίνη, η τριακετυλοολεανδομυκίνη, η ερυθρομυκίνη κ.α.).
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Δεν υπάρχουν άλλες σχετικές πληροφορίες εκτός από αυτές που περιλαμβάνονται στα άλλα τμήματα της Περίληψης Χαρακτηριστικών Προϊόντος.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1. Κατάλογος εκδόχων
Water for Injection.
6.2. Ασυμβατότητες
Οι ενέσεις της αμινοφυλλίνης δεν πρέπει να αναμιγνύονται με άλλα φάρμακα στην ίδια σύριγγα ούτε να προστίθενται με άλλα φάρμακα στα υγρά των ενδοφλεβίων εγχύσεων.
Εάν χορηγούνται στο «λάστιχο» της συσκευής με την οποία ήδη χορηγείται άλλο φάρμακο, διακόπτεται προσωρινά η ροή του άλλου φαρμάκου.
Η αμινοφυλλίνη είναι γενικά συμβατή με τα περισσότερα από τα διαλύματα που χρησιμοποιούνται για ενδοφλέβιες εγχύσεις στην κλινική πρακτική.
Η ένεση αμινοφυλλίνης δεν είναι σταθερή σε διαλύματα που έχουν pΗ σημαντικά μικρότερο από 8, ωστόσο το φάρμακο φαίνεται ότι είναι σχετικά σταθερό σε παρεντερικά διαλύματα μεγάλου όγκου σε ευρεία κλίμακα pΗ (3,5-8,6) εάν οι συγκεντρώσεις αμινοφυλλίνης δεν υπερβαίνουν τα 40 mg ανά ml. Η δραστικότητα των αλκαλο- ευαίσθητων φαρμάκων θα μειωθεί από την αμινοφυλλίνη, γι’ αυτό τα φάρμακα αυτά δεν θα πρέπει να προστίθενται σε ενδοφλέβια (IV) υγρά που περιέχουν αμινοφυλλίνη.
Ασυμβατότητα έχει αναφερθεί με χλωροπρομαζίνη, κλινδαμυκίνη, κορτικοτροφίνη, διμενυδρινάτη, δοξορουβικίνη, ερυθρομυκίνη gluceptate, υδροχλωρική υδραλαζίνη, υδροχλωρική υδροξυζίνη, οπιοειδή αναλγητικά, υδροχλωρική οξυτετρακυκλίνη, νατριούχο φαινυτοΐνη, υδροχλωρική προκαΐνη, άλατα προχλωρπεραζίνης, υδροχλωρική προμαζίνη, υδροχλωρική προμεθαζίνη, διαιθανολαμινική σουλφαφουραζόλη και υδροχλωρική βανκομυκίνη.
6.3 Διάρκεια ζωής
Κλειστή συσκευασία: 36 μήνες.
Ανοικτή συσκευασία (κουτί): 1 μήνας.
Μετά το άνοιγμα της φύσιγγας το προϊόν χρησιμοποιείται αμέσως.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Να φυλάσσεται σε θερμοκρασία μικρότερη των 25°C.
Διατηρείται στην εξωτερική συσκευασία (κουτί) για να προστατεύεται από το φως.
Να απορρίπτεται τυχόν αχρησιμοποίητο διάλυμα.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Κουτί που περιέχει 10 γυάλινες φύσιγγες των 10 ml.
Κάθε φύσιγγα (10 ml) περιέχει 250 mg Aminophylline.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Χορηγείται ΒΡΑΔΕΩΣ με ενδοφλέβια έγχυση.
Χρησιμοποιείτε σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού.
Να απορρίπτεται τυχόν αχρησιμοποίητο διάλυμα.
Να μη χρησιμοποιείται μετά την ημερομηνία λήξης.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους
ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
ΚΟΠΕΡ Α.Ε.
Αριστοβούλου 64 - 11853, Αθήνα Τηλ: 2103462108 Fax: 2103461611 email: info@koper.gr
8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 02/12/1969 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 09/09/2009 (Ορθή επανάληψη 26-06-2012)