Clinio Logo
Clinio
AXIUM › ΠΧΠ

AXIUM — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 2 συσκευασίες 5 πίνακες

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ (S P C)

1. ΟNOMAΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

AXIUM 2 mg/5ml Πόσιμο διάλυμα

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε κουταλάκι του γλυκού (5 ml) περιέχει 2 mg δεξαμεθαζόνης ως νατριούχο φωσφορική δεξαμεθαζόνη. Κάθε ml πόσιμου διαλύματος περιέχει 0,4 mg δεξαμεθαζόνης.

Έκδοχα με γνωστή δράση: προπυλενογλυκόλη, σορβιτόλη, μαλτιτόλη, νάτριο και βενζοϊκό οξύ.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Πόσιμο διάλυμα.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1. Θεραπευτικές ενδείξεις

Η δεξαμεθαζόνη είναι κορτικοστεροειδές. Προορίζεται για χρήση σε μερικές ενδοκρινολογικές και μη ενδοκρινολογικές διαταραχές, σε μερικές περιπτώσεις εγκεφαλικού οιδήματος και για το διαγνωστικό έλεγχο υπερλειτουργίας του φλοιού των επινεφριδίων.

Το AXIUM ενδείκνυται για τη θεραπεία της νόσου από SARS-CoV-2 (COVID- 19) σε ενήλικες και εφήβους ασθενείς (ηλικίας 12 ετών και μεγαλύτερους με σωματικό βάρος τουλάχιστον 40 kg) που νοσηλεύονται στο νοσοκομείο και χρειάζονται συμπληρωματική θεραπεία με οξυγόνο.

Η χορήγηση του AXIUM δεν ενδείκνυται σε μη νοσηλευόμενους ασθενείς με COVID-19, καθώς και σε ασθενείς με διάρκεια συμπτωματικής νόσου μικρότερης των 7 ημερών.

Ενδοκρινολογικές διαταραχές:

Εξόφθαλμος ενδοκρινούς προέλευσης.

Μη ενδοκρινολογικές διαταραχές:

Η δεξαμεθαζόνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη θεραπεία μη ενδοκρινολογικών καταστάσεων με απόκριση στα κορτικοστεροειδή μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται:

Αλλεργία και αναφυλαξία: Αναφυλαξία.

Αρτηρίτιδα, κολλαγόνωση: Ρευματική πολυμυαλγία, οζώδης πολυαρτηριίτιδα.

Αιματολογικές διαταραχές: Αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία, λευχαιμία, μυέλωμα, ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα σε ενήλικες, λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές (βλ. επίσης στην ενότητα ογκολογικές διαταραχές).

Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος: Για θεραπεία κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης στα εξής: ελκώδης κολίτιδα (ορθικού τύπου μόνο), περιοχική εντερίτιδα (νόσος του Crohn), αυτοάνοσες ηπατίτιδες.

Μυϊκές διαταραχές: Πολυμυοσίτιδα.

Νευρολογικές διαταραχές: Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση δευτεροπαθής σε εγκεφαλικούς όγκους, οξείες εξάρσεις της σκλήρυνσης κατά πλάκας.

Οφθαλμολογικές διαταραχές: Πρόσθια και οπίσθια ραγοειδίτιδα, οπτική νευρίτιδα, χοριοαμφιβληστροειδίτιδα, ιριδοκυκλίτιδα, κογχικός ψευδοόγκος.

Νεφρικές διαταραχές: Νεφρωσικό σύνδρομο.

Πνευμονικές διαταραχές: Χρόνιο βρογχικό άσθμα, πνευμονίτιδα λόγω εισρόφησης, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), σαρκοείδωση,

αλλεργική πνευμονοπάθεια όπως πνεύμονας του γεωργού και του εκτροφέα περιστεριών, σύνδρομο Löffler, κρυπτογενής σκληρυντική κυψελίτιδα.

Ρευματικές διαταραχές: Μερικές περιπτώσεις ή ειδικές μορφές (σύνδρομο Felty, σύνδρομο Sjörgen) ρευματοειδούς αρθρίτιδας, συμπεριλαμβανομένης της νεανικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας, οξύς ρευματισμός, διάχυτος ερυθηματώδης λύκος, γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα.

Δερματικές διαταραχές: Κοινή πέμφιγα, πομφολυγώδης πέμφιγα, ερυθροδερμίες, σοβαρές μορφές πολύμορφου ερυθήματος (σύνδρομο Stevens-Johnson), σπογγοειδής μύκωση, πομφολυγώδης ερπητοειδής δερματίτιδα.

Ογκολογικές διαταραχές: Λεμφική λευχαιμία, ιδιαίτερα οξείας μορφής, κακόηθες λέμφωμα (νόσος Hodgkin, Non-Hodgkin λέμφωμα), καρκίνος του μαστού από μετάσταση, υπερασβεστιαιμία ως αποτέλεσμα οστικής μετάστασης ή της νόσου του Kahler, νόσος του Kahler.

Διάφορα: Έντονες αλλεργικές αντιδράσεις, ως ανοσοκατασταλτικό σε μεταμόσχευση οργάνων, ως επικουρικό μέσο στην πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου και στη θεραπεία του καρκίνου με ογκολυτικά που έχουν σοβαρή εμετική δράση.

4.2. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Ενήλικες:

Γενικές θεωρήσεις:

Η δοσολογία πρέπει να τιτλοδοτείται βάσει της μεμονωμένης απόκρισης κάθε ατόμου και της φύσης της νόσου. Προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η ελάχιστη δυνατή αποτελεσματική δοσολογία (βλ. παράγραφο 4.8. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Η αρχική δοσολογία κυμαίνεται από 0,5–9 mg την ημέρα ανάλογα με την υπό θεραπεία νόσο. Στις πιο σοβαρές νόσους, ενδέχεται να απαιτούνται δόσεις μεγαλύτερες από 9 mg. Η αρχική δοσολογία θα πρέπει να διατηρείται

ή να ρυθμίζεται μέχρι να γίνει ικανοποιητική η απόκριση του ασθενούς.

Τόσο η δόση το βράδυ, που είναι χρήσιμη για να καταπραΰνεται η πρωινή δυσκαμψία, όσο και το σχήμα των διηρημένων δόσεων σχετίζονται με μεγαλύτερη καταστολή του άξονα "υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια". Αν δεν υπάρξει ικανοποιητική κλινική απόκριση μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, διακόψτε τη θεραπεία με δεξαμεθαζόνη και χορηγήστε άλλη θεραπεία στον ασθενή.

Αν η αρχική απόκριση είναι ικανοποιητική, η δοσολογία συντήρησης πρέπει να καθοριστεί μειώνοντας βαθμιαία τη δόση μέχρι την ελάχιστη απαιτούμενη για τη διατήρηση επαρκούς κλινικής απόκρισης. Η χρόνια δοσολογία δεν θα πρέπει να υπερβαίνει κατά προτίμηση το 1,5 mg δεξαμεθαζόνης ημερησίως.

Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για τυχόν σημεία που απαιτούν ρύθμιση της δοσολογίας. Αυτά μπορεί να είναι αλλαγές στην κλινική κατάσταση ως αποτέλεσμα υποτροπών ή εξάρσεων της νόσου, μεμονωμένη αντίδραση στο φάρμακο και επίδραση του στρες (π.χ. χειρουργική επέμβαση, λοίμωξη, τραύμα). Κατά τη διάρκεια στρεσογόνων καταστάσεων, ενδέχεται να είναι απαραίτητη η προσωρινή αύξηση της δοσολογίας.

Αν το φάρμακο πρέπει να σταματήσει αφού περάσουν περισσότερες από λίγες ημέρες θεραπείας, η διακοπή θα πρέπει να γίνει σταδιακά.

Οι ακόλουθες ισοδυναμίες διευκολύνουν το πέρασμα στη δεξαμεθαζόνη από άλλα γλυκοκορτικοειδή:

Συγκρίνοντας ποσότητες milligram προς milligram, η δεξαμεθαζόνη είναι περίπου ισοδύναμη με τη βηταμεθαζόνη, 4 έως 6 φορές πιο ισχυρή από τη μεθυλπρεδνιζολόνη και την τριαμσινολόνη, 6 έως 8 φορές πιο ισχυρή από την πρεδνιζόνη και την πρεδνιζολόνη, 25 έως 30 φορές πιο ισχυρή από την υδροκορτιζόνη και περίπου 35 φορές πιο ισχυρή από την κορτιζόνη.

Οξείες, αυτοπεριοριζόμενες αλλεργικές διαταραχές ή οξείες εξάρσεις χρόνιων αλλεργικών διαταραχών.

Προτείνεται το ακόλουθο σχήμα δοσολογίας, το οποίο συνδυάζει παρεντερική και από του στόματος θεραπεία:

1η ημέρα:Ενδομυϊκή ένεση νατριούχου φωσφορικής δεξαμεθαζόνης 4 mg ή 8 mg (1 ml ή 2 ml).
2η ημέρα:1 mg (2,5 ml) AXIUM δύο φορές την ημέρα.
3η ημέρα:1 mg (2,5 ml) AXIUM δύο φορές την ημέρα.
4η ημέρα:500 μικρογραμμάρια (1,25 ml) AXIUM δύο φορές την ημέρα.
5η ημέρα:500 μικρογραμμάρια (1,25 ml) AXIUM δύο φορές την ημέρα.
6η ημέρα:500 μικρογραμμάρια (1,25 ml) AXIUM.
7η ημέρα:500 μικρογραμμάρια (1,25 ml) AXIUM.
8η ημέρα:Επαναξιολόγηση.

Το πρόγραμμα αυτό έχει σχεδιαστεί για να διασφαλίσει την επαρκή θεραπεία κατά τη διάρκεια οξέων επεισοδίων ελαχιστοποιώντας ταυτόχρονα τον κίνδυνο υπερδοσολογίας σε χρόνιες περιπτώσεις.

Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση: Η αρχική θεραπεία είναι συνήθως με ένεση.

Όταν απαιτείται θεραπεία συντήρησης, αυτή πρέπει να μεταβεί σε δεξαμεθαζόνη πόσιμο διάλυμα το συντομότερο δυνατό. Για την παρηγορητική αντιμετώπιση ασθενών με όγκους του εγκεφάλου που επανεμφανίζονται ή δεν επιδέχονται χειρουργικής επέμβασης, η δοσολογία συντήρησης πρέπει να υπολογίζεται για κάθε άτομο ξεχωριστά. Δόση 2 mg δύο ή τρεις φορές την ημέρα μπορεί να είναι αποτελεσματική. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται πάντα η μικρότερη απαραίτητη δόση για τον έλεγχο των συμπτωμάτων.

Για τη θεραπεία του Covid-19 Ενήλικες ασθενείς 6 mg από του στόματος, μία φορά την ημέρα για έως και 10 ημέρες.

Συνιστάται σε παιδιατρικούς ασθενείς (εφήβους ηλικίας 12 ετών και άνω) να λαμβάνουν 6mg/δόση από του στόματος μία φορά την ημέρα για έως και 10 ημέρες.

Η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να καθορίζεται από την κλινική απόκριση και τις ατομικές ανάγκες του ασθενούς.

Ηλικιωμένοι, νεφρική δυσλειτουργία, ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.

Δοκιμασίες καταστολής δεξαμεθαζόνης:

1. Δοκιμασίες για σύνδρομο Cushing:

2 mg (5 ml) AXIUM πρέπει να χορηγούνται στις 11 μ.μ. Κατόπιν λαμβάνονται δείγματα αίματος στις 8 π.μ. το επόμενο πρωί για τον προσδιορισμό της κορτιζόλης στο πλάσμα.

Αν απαιτείται μεγαλύτερη ακρίβεια, θα πρέπει να χορηγούνται 500 μικρογραμμάρια (1,25 ml) AXIUM κάθε 6 ώρες για 48 ώρες. Θα πρέπει να λαμβάνεται αίμα στις 8 π.μ. του τρίτου πρωινού για τον προσδιορισμό της κορτιζόλης στο πλάσμα.

Για τον προσδιορισμό της έκκρισης του 17-υδροξυκορτικοστεροειδούς θα πρέπει να χρησιμοποιείται συλλογή ούρων 24 ωρών.

2. Δοκιμασία για τη διάκριση του συνδρόμου Cushing που προκαλείται από

περίσσεια ACTH της υπόφυσης από το σύνδρομο που προκαλείται από άλλες αιτίες:

2 mg (5 ml) AXIUM πρέπει να χορηγούνται κάθε 6 ώρες για 48 ώρες. Θα πρέπει να λαμβάνεται αίμα στις 8 π.μ. του τρίτου πρωινού για τον προσδιορισμό της κορτιζόλης στο πλάσμα.

Για τον προσδιορισμό της έκκρισης του 17-υδροξυκορτικοστεροειδούς θα πρέπει να χρησιμοποιείται συλλογή ούρων 24 ωρών.

Η δοσολογία θα πρέπει να περιορίζεται σε μία μόνο δόση, μέρα παρά μέρα, για να μειώνεται η καθυστέρηση στην ανάπτυξη και να ελαχιστοποιείται η καταστολή του άξονα "υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια".

Ηλικιωμένοι:

Η θεραπεία ηλικιωμένων ασθενών, ιδιαίτερα αν είναι μακροχρόνια, θα πρέπει να προγραμματίζεται έχοντας κατά νου τις πιο σοβαρές συνέπειες των συχνών παρενεργειών των κορτικοστεροειδών στους ηλικιωμένους.

4.3. Αντενδείξεις

 Υπερευαισθησία στη δεξαμεθαζόνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

 Συστηματική λοίμωξη εκτός και αν χρησιμοποιείται ειδική θεραπεία κατά της λοίμωξης.

 Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις.

 Έλκος στομάχου ή έλκος δωδεκαδακτύλου.

 Λοίμωξη από τροπικούς σκώληκες.

4.4. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Η φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια, που προκαλείται από τη θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή, μπορεί, ανάλογα με τη δοσολογία και τη διάρκεια της θεραπείας, να επιμένει για πολλούς μήνες και σε ορισμένες περιπτώσεις για περισσότερο από ένα χρόνο, μετά τη διακοπή της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με AXIUM για συγκεκριμένες φυσικές συνθήκες στρες (τραύμα, χειρουργική επέμβαση, τοκετό, κ.λ.π.), μπορεί να απαιτείται μια προσωρινή αύξηση στη δόση. Λόγω του πιθανού κινδύνου σε στρεσογόνες συνθήκες, πρέπει να γίνει μια ταυτότητα κορτικοστεροειδούς για τους ασθενείς που υποβάλλονται σε μακροχρόνια θεραπεία. Ακόμη και σε περιπτώσεις παρατεταμένης φλοιοεπινεφριδιακής ανεπάρκειας μετά τη διακοπή της θεραπείας, η χορήγηση γλυκοκορτικοειδών μπορεί να είναι

απαραίτητη σε φυσικές στρεσογόνες καταστάσεις. Η φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια λόγω μιας οξείας θεραπείας, μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με αργή μείωση της δόσης μέχρι την προγραμματισμένη διακοπή. Η θεραπεία με AXIUM πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση των ισχυρότερων ενδείξεων και, αν χρειάζεται, να χορηγείται πρόσθετη στοχευμένη αντι- λοιμώδης θεραπεία για τις ακόλουθες ασθένειες:

 Οξείες ιογενείς λοιμώξεις (έρπης ζωστήρας, απλός έρπης, ανεμεβλογιά, ερπητική κερατίτιδα).

 Χρόνια ενεργός Ηπατίτιδα HBsAg-θετική.

 Περίπου 8 εβδομάδες πριν έως 2 εβδομάδες μετά τους εμβολιασμούς με εμβόλια ζώντος ιού.

 Συστηματικές μυκητιάσεις και παρασιτώσεις (π.χ. Νηματώδεις).

 Πολιομυελίτιδα.

 Λεμφαδενίτιδα μετά από εμβολιασμό BCG.

 Οξείες και χρόνιες βακτηριακές λοιμώξεις.

 Με ιστορικό φυματίωσης (ενεργοποιημένο σπήλαιο). Να χρησιμοποιείται μόνο αφού έχει ληφθεί μέριμνα για την προστασία από φυματίωση.

Επιπλέον, η θεραπεία με AXIUM πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ισχυρών ενδείξεων και, αν χρειάζεται, να εφαρμόζεται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία για:

• Έλκη από το γαστρεντερικό.

• Οστεοπόρωση σοβαρής μορφής.

• Δύσκολα ρυθμιζόμενη υψηλή πίεση αίματος.

• Δύσκολα ρυθμιζόμενος σακχαρώδης διαβήτης.

• Ψυχιατρικές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού).

• Γλαύκωμα κλειστής γωνίας και γλαύκωμα ανοικτής γωνίας.

• Έλκη κερατοειδούς και τραυματισμοί κερατοειδούς.

Εξαιτίας του κινδύνου διάτρησης του εντέρου, το AXIUM πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε επείγουσα ένδειξη και υπό τον κατάλληλο έλεγχο για:

 Σοβαρή ελκώδη κολίτιδα με απειλούμενη διάτρηση  Εκκολπωματίτιδα

 Αναστόμωση εντέρου (αμέσως μετά από επέμβαση)

Σημεία περιτοναϊκού ερεθισμού μετά από διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα μπορεί να απουσιάζουν σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις γλυκοκορτικοειδών. Όταν το AXIUM χορηγείται σε διαβητικούς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μια μεγαλύτερη ανάγκη για ινσουλίνη ή για από του στόματος αντιδιαβητικά. Ο τακτικός έλεγχος της αρτηριακής πίεσης είναι απαραίτητος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με AXIUM, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια χορήγησης υψηλοτέρων δόσεων και σε ασθενείς στους οποίους δύσκολα ρυθμίζεται η υψηλή πίεση του αίματος. Λόγω του κινδύνου επιδείνωσης, οι ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Η θεραπεία με AXIUM μπορεί να συγκαλύψει τα συμπτώματα υπάρχουσας ή την ανάπτυξη λοίμωξης καθιστώντας έτσι τη διάγνωση πιο δύσκολη.

Η παρατεταμένη χρήση ακόμα και μικρών ποσοτήτων δεξαμεθαζόνης οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης, ακόμη και από μικροοργανισμούς που διαφορετικά σπάνια προκαλούν λοιμώξεις (λεγόμενες ευκαιριακές λοιμώξεις).

Είναι πάντα δυνατοί οι εμβολιασμοί με αδρανοποιημένο εμβόλιο. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ανοσολογική αντίδραση και συνεπώς η επιτυχία του εμβολιασμού, μπορεί να επηρεαστεί από υψηλότερες δόσεις κορτικοειδών.

Οι τακτικές γενικές ιατρικές εξετάσεις (που περιλαμβάνουν εξετάσεις όρασης ανά τρίμηνα διαστήματα) συνιστώνται κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας με AXIUM.

Σε υψηλές δόσεις, πρέπει να ελέγχεται η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και ο περιορισμός του νατρίου, καθώς επίσης και τα επίπεδα καλίου στον ορό.

Ανάλογα με τη διάρκεια και τη δοσολογία της θεραπείας, μπορεί να αναμένεται μια αρνητική επίδραση επί του μεταβολισμού του ασβεστίου. Για το λόγο αυτό συνιστάται προφύλαξη από την οστεοπόρωση. Αυτό ισχύει, πάνω απ’ όλα, σε συνυπάρχοντες παράγοντες κινδύνου όπως η οικογενής προδιάθεση, η αυξημένη ηλικία, μετά την εμμηνόπαυση, η ανεπαρκής

πρόσληψη πρωτεϊνών και ασβεστίου, το βαρύ κάπνισμα, η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, καθώς και η ανεπαρκής σωματική άσκηση. Η πρόληψη περιλαμβάνει την επαρκή πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D και τη σωματική δραστηριότητα. Πρόσθετη φαρμακευτική αγωγή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση προϋπάρχουσας οστεοπόρωσης. Οι ακόλουθοι κίνδυνοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μετά από τη διακοπή ή την παύση της μακροχρόνιας χορήγησης γλυκοκορτικοειδών:

 Επιδείνωση ή υποτροπή της υποκείμενης νόσου, οξεία επινεφριδιακή ανεπάρκεια, σύνδρομο στέρησης από κορτικοστεροειδές.

 Ορισμένες ιογενείς ασθένειες (ανεμεβλογιά, ιλαρά) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή, μπορεί να είναι πολύ σοβαρές.

 Παιδιά και ανοσοκατεσταλμένα άτομα χωρίς προηγούμενη λοίμωξη από τον ιό της ανεμεβλογιάς ή ιλαράς κινδυνεύουν ιδιαίτερα. Αν αυτοί οι άνθρωποι έρθουν σε επαφή με άτομα που έχουν μολυνθεί από τον ιό της ιλαράς ή ανεμεβλογιάς ενώ υποβάλλονται σε θεραπεία με AXIUM, θα πρέπει να λάβουν μια προληπτική θεραπεία εάν είναι απαραίτητο.

Τα συστηματικά κορτικοστεροειδή δεν πρέπει να διακόπτονται σε ασθενείς που ήδη λαμβάνουν θεραπεία με συστηματικά (από του στόματος)

κορτικοστεροειδή για άλλες αιτιολογίες (π.χ. ασθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια) και οι οποίοι δε χρειάζονται συμπληρωματική θεραπεία με οξυγόνο.

Η χορήγηση του AXIUM δεν ενδείκνυται σε μη νοσηλευόμενους ασθενείς με COVID-19, καθώς και σε ασθενείς με διάρκεια συμπτωματικής νόσου μικρότερης των 7 ημερών.

Σύμφωνα με την εμπειρία μετά την κυκλοφορία το σύνδρομο λύσης όγκου (ΣΛΟ) έχει αναφερθεί σε ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες μετά τη χρήση μόνο δεξαμεθαζόνης ή σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες. Ασθενείς με υψηλό κίνδυνο ΣΛΟ, όπως ασθενείς με υψηλό ποσοστό πολλαπλασιασμού, υψηλό φορτίο όγκου, και υψηλή ευαισθησία σε

κυτταροτοξικούς παράγοντες, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και θα πρέπει να λαμβάνονται οι κατάλληλες προφυλάξεις.

ΠΠρρόόωωρραα ννεεοογγννάά Τα διαθέσιμα στοιχεία υποδεικνύουν μακροχρόνιες αναπτυξιακές νευρολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την πρώιμη έναρξη της θεραπείας (< 96 ώρες) σε πρόωρα βρέφη με χρόνια πνευμονική νόσο σε δόσεις έναρξης από 0,25 mg/kg δύο φορές την ημέρα.

Τα κορτικοστεροειδή προκαλούν μια δοσοεξαρτώμενη αναστολή της ανάπτυξης κατά τη βρεφική, παιδική και εφηβική ηλικία, που μπορεί να είναι μη αναστρέψιμη. Ως εκ τούτου, κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με AXIUM, η ένδειξη πρέπει να παρουσιάζεται πολύ έντονα στα παιδιά και θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά ο ρυθμός ανάπτυξής τους.

Χρήση στους ηλικιωμένους Οι ανεπιθύμητες ενέργειες των συστημικών κορτικοστεροειδών μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους, κυρίως οστεοπόρωση, υπέρταση, υποκαλιαιμία, διαβήτη, ευαισθησία σε λοιμώξεις και ατροφία του δέρματος. Απαιτείται στενή κλινική παρακολούθηση για την πρόληψη των απειλητικών για τη ζωή αντιδράσεων.

Επίδραση των διαγνωστικών εξετάσεων Τα γλυκοκορτικοειδή μπορεί να καταστείλουν τη δερματική αντίδραση σε ελέγχους αλλεργίας. Μπορούν επίσης να επηρεάσουν τη δοκιμή τετραζολίου nitroblue για βακτηριακές λοιμώξεις και να προκαλέσουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα.

Σημείωση σχετικά με το ντόπινγκ Ο έλεγχος ντόπινγκ κατά τη λήψη AXIUM μπορεί να οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα.

Το AXIUM περιέχει προπυλενογλυκόλη, σορβιτόλη, μαλτιτόλη, νάτριο και βενζοϊκό οξύ ΠΠρροοππυυλλεεννοογγλλυυκκόόλληη: Αυτό το φάρμακο περιέχει 150 mg προπυλενογλυκόλης ανά ml. Σε νεογέννητα βρέφη ηλικίας κάτω των 4 εβδομάδων, θα πρέπει γίνεται έλεγχος πριν τους δοθεί αυτό το φάρμακο, ιδιαίτερα εάν χορηγούνται κι άλλα φάρμακα που περιέχουν προπυλενογλυκόλη ή αλκοόλη.

ΣΣοορρββιιττόόλληη:

Ασθενείς με κληρονομική δυσανεξία στη φρουκτόζη (HFI) δεν πρέπει να πάρουν/ή να τους χορηγηθεί αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

ΜΜααλλττιιττόόλληη::

Ασθενείς με κληρονομική δυσανεξία στη φρουκτόζη (HFI) δεν πρέπει να πάρουν/ή να τους χορηγηθεί αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

ΝΝάάττρριιοο::

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά ml, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

ΒΒεεννζζοοϊϊκκόό οοξξύύ::

Αυτό το φάρμακο περιέχει 1 mg βενζοϊκού οξέος σε κάθε ml. Το βενζοϊκό οξύ μπορεί να αυξήσει τον ίκτερου (κίτρινη χρώση του δέρματος και των ματιών) σε νεογέννητα βρέφη (μέχρι 4 εβδομάδων).

4.5. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές

αλληλεπίδρασης Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη δεξαμεθαζόνη:

Η δεξαμεθαζόνη μεταβολίζεται μέσω του κυτοχρώματος P450 3A4 (CYP3A4).

Η ταυτόχρονη χορήγηση δεξαμεθαζόνης με επαγωγείς του CYP3A4, όπως η φαινυτοΐνη, τα βαρβιτουρικά, η εφεδρίνη, η ριφαβουτίνη, η καρβαμαζεπίνη και η ριφαμπικίνη ενδέχεται να οδηγήσουν σε μειωμένες συγκεντρώσεις δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα και η δόση ενδέχεται να χρειάζεται να αυξηθεί.

Η ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων CYP3A4 όπως η κετοκοναζόλη, η ριτοναβίρη και η ερυθρομυκίνη ενδέχεται να οδηγήσουν σε αυξημένες συγκεντρώσεις δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα.

Αυτές οι αλληλεπιδράσεις ενδέχεται επίσης να παρέμβουν στις δοκιμασίες καταστολής δεξαμεθαζόνης, που θα πρέπει επομένως να ερμηνεύονται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της χορήγησης ουσιών που επηρεάζουν το μεταβολισμό της δεξαμεθαζόνης.

Η κετοκοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα μέσω αναστολής του CYP3A4, αλλά ενδέχεται επίσης να καταστείλει τη σύνθεση των κορτικοστεροειδών στα επινεφρίδια και επομένως να προκαλέσει επινεφριδιακή ανεπάρκεια κατά τη διακοπή της θεραπείας με κορτικοστεροειδή.

Η εφεδρίνη ενδέχεται να αυξήσει τη μεταβολική αποβολή των κορτικοστεροειδών, με αποτέλεσμα μειωμένα επίπεδα στο πλάσμα. Μια αύξηση της δόσης του κορτικοστεροειδούς θα μπορούσε να είναι απαραίτητη.

Έχουν αναφερθεί ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα στη δοκιμασία καταστολής δεξαμεθαζόνης σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία ινδομεθακίνης.

Αντιβιοτικά: Έχει αναφερθεί ότι τα μακρολυδικά αντιβιοτικά προκαλούν σημαντική μείωση στην αποβολή των κορτικοστεροειδών.

Αντιχολινεστεράσες: Ταυτόχρονη χρήση αντιχολινεστερινασικών παραγόντων και κορτικοστεροειδών ενδέχεται να προκαλέσει αδυναμία σε ασθενείς με σοβαρή μυασθένεια. Αν είναι δυνατόν, θα πρέπει να σταματά η χορήγηση αντιχολινεστερινασικών παραγόντων τουλάχιστον 24 ώρες πριν την έναρξη της θεραπείας με κορτικοστεροειδή.

Χολεστυραμίνη: Η χολεστυραμίνη ενδέχεται να μειώσει την απορρόφηση της δεξαμεθαζόνης.

Οιστρογόνα, συμπεριλαμβανομένων των αντισυλληπτικών που λαμβάνονται από το στόμα: Τα οιστρογόνα ενδέχεται να μειώσουν τον ηπατικό μεταβολισμό κάποιων κορτικοστεροειδών, αυξάνοντας έτσι την επίδρασή τους.

Αμινογλουτεθιμίδη: Μείωση της αποτελεσματικότητας της δεξαμεθαζόνης λόγω αύξησης του μεταβολισμού της. Ενδέχεται να απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας της δεξαμεθαζόνης.

Γαστρεντερικά τοπικά, αντιόξινα, ενεργός άνθρακας: Έχει αναφερθεί μείωση στην πεπτική απορρόφηση των γλυκοκορτικοειδών με την πρεδνιζολόνη και τη δεξαμεθαζόνη. Επομένως, τα γλυκοκορτικοειδή θα πρέπει να λαμβάνονται ξεχωριστά από τα γαστρεντερικά τοπικά, τα αντιόξινα ή τον ενεργό άνθρακα και να παρεμβάλλεται χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο ωρών ανάμεσα στις θεραπείες.

Επιδράσεις της δεξαμεθαζόνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα  Η δεξαμεθαζόνη είναι μέτριας έντασης επαγωγέας του CYP3A4.

Ταυτόχρονη χορήγηση δεξαμεθαζόνης με ουσίες που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4 θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυξημένη αποβολή και μειωμένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα των ουσιών αυτών.

 Η νεφρική αποβολή των σαλικυλικών αυξάνεται με τα κορτικοστεροειδή και επομένως, η δοσολογία των σαλικυλικών πρέπει να μειώνεται με τη διακοπή των στεροειδών.

 Τα κορτικοστεροειδή ανταγωνίζονται τις επιθυμητές δράσεις των υπογλυκαιμικών παραγόντων (συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης), των αντι-υπερτασικών και των διουρητικών.

 Ενισχύονται οι υποκαλιαιμικές δράσεις της ακεταζολαμίδης, των διουρητικών της αγκύλης, των θειαζιδικών διουρητικών, της ενέσιμης αμφοτερικίνης B, των μη καλιοσυντηρητικών παραγόντων, των κορτικοστεροειδών (γλυκο-μέταλλο), της τετρακοζακτίδης και της καρβενοξολόνης. Η υποκαλιαιμία δημιουργεί προδιάθεση σε καρδιακή αρρυθμία ιδιαίτερα τύπου “torsade de pointes” (πολύμορφη κοιλιακή ταχυκαρδία) και αύξηση της τοξικότητας των καρδιακών γλυκοσιδών. Η υποκαλιαιμία θα πρέπει να αποκαθίσταται πριν από την έναρξη θεραπείας με κορτικοστεροειδή. Επιπλέον, αναφέρθηκαν και περιπτώσεις όπου την ταυτόχρονη χρήση αμφοτερικίνης Β και υδροκορτιζόνης

ακολούθησε μεγέθυνση της καρδιάς και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.

 Η σουλτοπρίδη έχει συνδεθεί με κοιλιακές αρρυθμίες, ιδιαίτερα τύπου torsade de pointes (πολύμορφη κοιλιακή ταχυκαρδία). Ο συνδυασμός αυτός δεν συνιστάται.

 Ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ πρέπει να παρακολουθούνται επειδή η επίπτωση ή/και σοβαρότητα γαστρικού έλκους μπορεί να αυξηθεί. Σε περιπτώσεις υποπροθρομβιναιμίας, η ασπιρίνη θα πρέπει επίσης να χρησιμοποιείται προσεκτικά σε συνδυασμό με τα κορτικοστεροειδή.

 Αντιφυματικά φάρμακα: Ενδέχεται να μειωθούν οι συγκεντρώσεις στον ορό της ισονιαζίδης.

 Κυκλοσπορίνη: Ενδέχεται να εμφανιστεί αυξημένη δράση τόσο της κυκλοσπορίνης όσο και των κορτικοστεροειδών όταν χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα. Μ' αυτή την ταυτόχρονη χρήση έχουν αναφερθεί σπασμοί.

 Θαλιδομίδη: Η συγχορήγηση με θαλιδομίδη πρέπει να γίνεται με προσοχή, καθώς έχει αναφερθεί τοξική επιδερμική νεκρόλυση με την ταυτόχρονη χρήση.

 Τα κορτικοστεροειδή ενδέχεται να επηρεάσουν τη δοκιμασία ΝΒΤ (nitrobuletetrazolium test) για βακτηριακή λοίμωξη και να προκαλέσουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα.

 Ζωντανά εξασθενημένα εμβόλια: Κίνδυνος θανατηφόρου συστηματικής νόσου.

 Πραζικουαντέλη: Μείωση των συγκεντρώσεων της πραζικουαντέλης στο πλάσμα, με κίνδυνο αποτυχίας της θεραπείας, λόγω του ότι ο ηπατικός μεταβολισμός της αυξάνεται από τη δεξαμεθαζόνη.

 Αντιπηκτικά που λαμβάνονται από το στόμα: Ενδεχόμενη επίδραση της θεραπείας με κορτικοστεροειδή στο μεταβολισμό αντιπηκτικών που λαμβάνονται από το στόμα και σε παράγοντες πήξης. Σε υψηλές δόσεις ή με θεραπεία που διαρκεί περισσότερο από 10 ημέρες, υπάρχει κίνδυνος αιμορραγίας ειδικά με τη θεραπεία με κορτικοστεροειδή (γαστρεντερικός βλεννογόνος, εύθραυστα αγγεία). Οι ασθενείς που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή σε συνδυασμό με αντιπηκτικά από το στόμα θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά (βιολογικές εξετάσεις την 8η ημέρα, κατόπιν

κάθε 2 εβδομάδες κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μετά τη διακοπή της θεραπείας).

 Ινσουλίνη, σουλφανυλουρίες, μετφορμίνη: Αύξηση της γλυκόζης του αίματος, μερικές φορές με διαβητική κέτωση, καθώς τα κορτικοστεροειδή επιδρούν αρνητικά στην ανοχή στους υδατάνθρακες. Επομένως, η αυτο- παρακολούθηση του αίματος και των ούρων θα πρέπει να ενισχύεται στον ασθενή, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας.

 Ισονιαζίδη: Με την πρεδνιζολόνη έχει αναφερθεί μείωση στα επίπεδα της ισονιαζίδης στο πλάσμα. Ο προτεινόμενος μηχανισμός είναι μια αύξηση στον ηπατικό μεταβολισμό της ισονιαζίδης και μια μείωση στον ηπατικό μεταβολισμό των γλυκοκορτικοειδών. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ισονιαζίδη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

4.6. Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Η δεξαμεθαζόνη διαπερνά τον πλακούντα. Η χορήγηση κορτικοστεροειδών σε ζώα κατά την κύηση μπορεί να προκαλέσει ανωμαλίες στην ανάπτυξη του εμβρύου, όπως λυκόστομα, ενδομήτρια καθυστέρηση της ανάπτυξης και επιπτώσεις στην αύξηση και ανάπτυξη του εγκεφάλου. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι τα κορτικοστεροειδή προκαλούν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης συγγενών ανωμαλιών, όπως λαγώχειλος και λυκόστομα στον άνθρωπο (βλ. παράγραφο 5.3. Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια). Η μακροχρόνια ή επαναλαμβανόμενη θεραπεία με κορτικοστεροειδή στην κύηση, αυξάνει τον κίνδυνο επιβράδυνσης της ενδομήτριας ανάπτυξης. Στα νεογέννητα που εκτίθενται σε κορτικοστεροειδή στην προγεννητική περίοδο, υπάρχει ένας αυξημένος κίνδυνος ανεπάρκειας των επινεφριδίων, που υπό κανονικές συνθήκες υφίσταται αυθόρμητη μεταγεννητική παλινδρόμηση και είναι σπάνια κλινικής σημασίας. Η δεξαμεθαζόνη πρέπει να συνταγογραφείται κατά τη διάρκεια της κύησης και ιδιαίτερα στο πρώτο τρίμηνο, μόνο εάν το όφελος υπερτερεί των κινδύνων για τη μητέρα και το παιδί.

Θηλασμός Τα κορτικοστεροειδή απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Δεν είναι γνωστοί οι κίνδυνοι στα βρέφη. Ωστόσο, χρειάζεται επιπλέον προσοχή όταν χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης για ενδείξεις που αφορούν τη μητέρα. Εάν οι συγκεκριμένες συνθήκες απαιτούν υψηλότερες δόσεις, πρέπει να διακόπτεται η αγωγή.

4.7. Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το AXIUM δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

4.8. Ανεπιθύμητες ενέργειες

Η συχνότητα εμφάνισης των αναμενόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως η καταστολή του άξονα "υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια" σχετίζεται με τη σχετική αποτελεσματικότητα της δραστικής ουσίας, τη δοσολογία, την ώρα χορήγησης και τη διάρκεια της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια βραχυχρόνιας θεραπείας που ακολουθείται σύμφωνα με τις δοσολογικές συστάσεις και με τακτικό έλεγχο των ασθενών, ο κίνδυνος εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών είναι μικρός.

Λοιμώξεις και παρασιτώσειςΑυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις ή έξαρση λοιμώξεων (λανθανουσών) με καταστολή των κλινικών συμπτωμάτων, ευκαιριακές λοιμώξεις, επανενεργοποίηση λανθάνουσας φυματίωσης, έξαρση οφθαλμικών λοιμώξεων, καντιντίαση.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματοςΛευκοκυττάρωση, λεμφοπενία, ηωσινοπενία, πολυκυτταραιμία.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας που συμπεριλαμβάνουν αναφυλαξία, ανοσοκαταστολή (βλ. επίσης «Λοιμώξεις και παρασιτώσεις»).
Διαταραχές του ενδοκρινικούΚαταστολή του άξονα "υποθάλαμος-
συστήματοςυπόφυση-επινεφρίδια" και πρόκληση του συνδρόμου Cushing (τυπικά συμπτώματα: σεληνοειδές προσωπείο, ερυθραιμία, παχυσαρκία κορμού), δευτερογενής ανεπάρκεια του φλοιού των επινεφριδίων και της υπόφυσης (ιδιαίτερα σε κατάσταση στρες, όπως σε περίπτωση τραύματος ή χειρουργικής επέμβασης).
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψηςΑύξηση βάρους, αρνητικό ισοζύγιο πρωτεϊνών και ασβεστίου, αυξημένη όρεξη, κατακράτηση νατρίου και υγρών, απώλεια καλίου (προσοχή: διαταραχές του ρυθμού), υποκαλιαιμική αλκάλωση, εκδήλωση λανθάνοντος σακχαρώδους διαβήτη, μειωμένη ανοχή στους υδατάνθρακες με αυξημένη απαίτηση για αντιδιαβητική θεραπεία, υπερχοληστερολαιμία, υπερτριγλυκεριδαιµία.
Ψυχιατρικές διαταραχέςΨυχολογική εξάρτηση, κατάθλιψη, αϋπνία, επιδείνωση σχιζοφρένειας, ψυχικές διαταραχές που κυμαίνονται από ευφορία μέχρι την εκδήλωση ψύχωσης.
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΑυξημένη ενδοκρανιακή πίεση με οίδημα της οπτικής θηλής στα παιδιά (εγκεφαλικός ψευδοόγκος - Pseudotumour cerebri) συνήθως μετά από διακοπή της θεραπείας, εκδήλωση λανθάνουσας επιληψίας, αυξημένοι σπασμοί σε επιληψία.
Οφθαλμικές διαταραχέςΑυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, γλαύκωμα, οίδημα της οπτικής θηλής, καταρράκτης
κυρίως με οπίσθια υποκάψια θολότητα, ατροφία του κερατοειδούς και του σκληρού χιτώνα, αυξημένες οφθαλμικές ιογενείς, μυκητιασικές και βακτηριακές λοιμώξεις, επιδείνωση των συμπτωμάτων που σχετίζονται με έλκη του κερατοειδούς, χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια.
Καρδιακές διαταραχέςΡήξη του καρδιακού μυ μετά από πρόσφατο ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς με προδιάθεση.
Αγγειακές διαταραχέςΥπέρταση, αγγειίτιδα, αυξημένη αρτηριοσκλήρυνση και κίνδυνος θρόμβωσης/θρομβοεμβολής.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιουΛόξυγκας.
Διαταραχές του γαστρεντερικούΔυσπεψία, γαστρικό έλκος με διάτρηση και αιμορραγία, οξεία παγκρεατίτιδα, ελκώδης οισοφαγίτιδα, μετεωρισμός, ναυτία, έμετος.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΔασυτριχισμός, υπερτρίχωση, δερματική ατροφία, τελαγγειεκτασία, ραβδώσεις, ερύθημα, ακμή από στεροειδή, πετέχειες, εκχύμωση, αλλεργική δερματίτιδα, κνίδωση, αγγειονευρωτικό οίδημα, λέπτυνση των τριχών της κεφαλής, διαταραχές χρώσης, αυξημένη ευθραυστότητα των τριχοειδών, περιστοματική δερματίτιδα.
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικούΑναστολή της ανάπτυξης σε βρέφη, παιδιά και εφήβους, πρόωρη σύγκλειση της
ιστούεπίφυσης, οστεοπόρωση, κατάγματα σπονδύλων και μακρών οστών, άσηπτη νέκρωση μηριαίων και βραχιόνιων οστών, ρήξη τενόντων, μυοπάθεια των εγγύς μυών, μυϊκή αδυναμία, απώλεια μυϊκής μάζας.
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστούΑνωμαλίες στην εμμηνορρυσία, αμηνόρροια, ανικανότητα.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΚαθυστερημένη επούλωση των πληγών, δυσφορία, σύνδρομο στέρησης από στεροειδή: μια πολύ ταχεία μείωση της δοσολογίας των κορτικοστεροειδών μετά από παρατεταμένη θεραπεία μπορεί να οδηγήσει σε οξεία ανεπάρκεια των επινεφριδίων, υπόταση και θάνατο. Μπορεί να εμφανιστεί "σύνδρομο στέρησης" με πυρετό, μυαλγία, αρθραλγία, ρινίτιδα, επιπεφυκίτιδα, επώδυνα οζίδια στο δέρμα με κνησμό και απώλεια βάρους.
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμώνΜειωμένη απόκριση στον εμβολιασμό και στα δερματικά τεστ, τάση προς μώλωπες.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος:

http://www.eof.gr

4.9. Υπερδοσολογία

Αναφορές οξείας τοξικότητας ή/και θανάτων μετά από υπερδοσολογία με γλυκοκορτικοειδή είναι σπάνιες. Δεν υπάρχει διαθέσιμο αντίδοτο. Πιθανώς να μην ενδείκνυται θεραπεία για αντιδράσεις που οφείλονται σε χρόνια δηλητηρίαση εκτός και αν ο ασθενής έχει μια κατάσταση που θα τον έκανε ασυνήθιστα ευαίσθητο σε παρενέργειες από τα κορτικοστεροειδή. Στην περίπτωση αυτή, το στομάχι θα πρέπει να αδειάζει και να χορηγείται συμπτωματική θεραπεία, όπως ενδείκνυται. Αναφυλακτικές αντιδράσεις και αντιδράσεις υπερευαισθησίας μπορούν να αντιμετωπισθούν με επινεφρίνη (αδρεναλίνη), τεχνητή αναπνοή θετικής πίεσης και αμινοφυλλίνη. Ο ασθενής θα πρέπει να διατηρείται ζεστός και ήσυχος. Η βιολογική ημιζωή της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα είναι περίπου 190 λεπτά.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1. Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ΓΓλλυυκκοοκκοορρττιικκοοεειιδδέέςς, κωδικός AATTCC:

HH0022AABB0022 Η δεξαμεθαζόνη είναι ένα εξαιρετικά ισχυρό και μακράς δράσης γλυκοκορτικοειδές με αμελητέες ιδιότητες κατακράτησης νατρίου και είναι επομένως ιδιαίτερα κατάλληλο για χρήση σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και υπέρταση. Η αντιφλεγμονώδης δράση του είναι 7 φορές μεγαλύτερη από εκείνη της πρεδνιζολόνης και όπως και άλλα γλυκοκορτικοειδή, η δεξαμεθαζόνη έχει επίσης αντιαλλεργικές, αντιπυρετικές και ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες.

Η μελέτη RECOVERY (Τυχαιοποιημένη αξιολόγηση της θεραπείας της COVID-19) είναι μια προσαρμοσμένη δοκιμαστική πλατφόρμα που ενεργοποιείται από τον ερευνητή, μεμονωμένη τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη, ανοιχτή, για την αξιολόγηση των επιπτώσεων των πιθανών θεραπειών σε ασθενείς που νοσηλεύονται με COVID-19.

Η δοκιμή διεξήχθη σε 176 νοσοκομειακές δομές στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Στη μελέτη έλαβαν μέρος 6425 ασθενείς, οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν είτε να λάβουν δεξαμεθαζόνη (2104 ασθενείς) είτε μόνο τη συνήθη περίθαλψη (4321 ασθενείς). Το 89% των ασθενών είχε εργαστηριακώς επιβεβαιωμένη λοίμωξη από SARS-CoV-2.

Κατά την τυχαιοποίηση, το 16% των ασθενών λάμβαναν επεμβατικό μηχανικό αερισμό ή οξυγόνωση μέσω εξωσωματικής μεμβράνης (ECMO),, το 60% έλαβε μόνο οξυγόνο (με ή χωρίς μη επεμβατικό αερισμό) και το 24% δεν έλαβε τίποτα από τα δύο.

Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν 66,1 +/- 15,7 έτη. Το 36% των ασθενών ήταν γυναίκες. Το 24% των ασθενών είχε ιστορικό διαβήτη, το 27% καρδιακών παθήσεων και το 21% χρόνιας πνευμονικής νόσου.

Πρωτεύον τελικό σημείο Η θνησιμότητα στις 28 ημέρες ήταν σημαντικά χαμηλότερη στην ομάδα της δεξαμεθαζόνης από ό,τι στην ομάδα που ελάμβανε τη συνήθη περίθαλψη, με 482 αναφερόμενους θανάτους από 2104 ασθενείς (22,9%) και 1110 από 4321 ασθενείς (25,7%), αντίστοιχα (αναλογία ποσοστού, 0,83, 95% διάστημα εμπιστοσύνης [CI], 0,75 έως 0,93, P <0,001).

Στην ομάδα της δεξαμεθαζόνης, η συχνότητα εμφάνισης θανάτου ήταν χαμηλότερη από εκείνη της ομάδας που ελάμβανε τη συνήθη περίθαλψη, μεταξύ των ασθενών που έλαβαν επεμβατικό μηχανικό αερισμό (29,3% έναντι 41,4%, αναλογία ποσοστού 0,64, 95% CI, 0,51 έως 0,81) και σε αυτούς που έλαβαν συμπληρωματική θεραπεία με οξυγόνο χωρίς επεμβατικό μηχανικό αερισμό (23,3% έναντι 26,2%, αναλογία ποσοστού 0,82, 95% CI, 0,72 έως 0,94).

Δεν υπήρχε σαφής επίδραση της δεξαμεθαζόνης μεταξύ ασθενών που δε λάμβαναν οποιαδήποτε αναπνευστική υποστήριξη κατά την τυχαιοποίηση (17,8% έναντι 14,0%, αναλογία ποσοστού 1,19, 95% CI, 0,91 έως 1,55).

Δευτερεύοντα τελικά σημεία Οι ασθενείς στην ομάδα της δεξαμεθαζόνης είχαν συντομότερη διάρκεια νοσηλείας από την ομάδα που λάμβανε τη συνήθη περίθαλψη (διάμεση τιμή, 12 ημέρες έναντι 13 ημερών) και μεγαλύτερη πιθανότητα να πάρουν εξιτήριο από το νοσοκομείο εντός 28 ημερών (αναλογία ποσοστού 1,10, 95% CI, 1,03 έως 1.17).

Σύμφωνα με το πρωταρχικό τελικό σημείο, η μεγαλύτερη επίδραση σε σχέση με το εξιτήριο εντός 28 ημερών παρατηρήθηκε σε ασθενείς που έλαβαν επεμβατικό μηχανικό αερισμό κατά την τυχαιοποίηση (αναλογία ποσοστού 1,48, 95% CI 1,16, 1,90), ακολουθούμενο από τους ασθενείς που έλαβαν μόνο οξυγόνο (αναλογία ποσοστού 1,15, 95 % CI 1,06-1,24),με χωρίς καμία ευεργετική επίδραση, όμως, σε ασθενείς που δεν έλαβαν οξυγόνο οξυγόνο (αναλογία ποσοστού, 0,96, 95% CI 0,85-1,08).

* Oι τιμές rate ratio έχουν προσαρμοστεί για την ηλικία σε σχέση με τα αποτελέσματα της θνησιμότητας των 28 ημερών και του εξιτηρίου από το νοσοκομείο. Οι λόγοι κινδύνου έχουν προσαρμοστεί για την ηλικία σε σχέση με το αποτέλεσμα της λήψης επεμβατικού μηχανικού αερισμού ή του θανάτου και των δευτερευόντων στοιχείων του.

+ Εξαιρούνται από αυτήν την κατηγορία οι ασθενείς που έλαβαν επεμβατικό μηχανικό αερισμό κατά την τυχαιοποίηση Ασφάλεια Αναφέρθηκαν τέσσερα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα (ΣΑΣ) που σχετίστηκαν με τη θεραπεία της μελέτης: δύο ΣΑΕ υπεργλυκαιμίας, ένα ΣΑΕ ψύχωσης που προκαλείται από τα στεροειδή και ένα ΣΑΕ αιμορραγίας στο ανώτερο τμήμα της γαστρεντερικής οδού. Όλα τα ανεπιθύμητα συμβάντα που προέκυψαν επιλύθηκαν.

Αναλύσεις υποομάδων

Επιδράσεις από την κατανομή ασθενών στη δεξaμεθαζόνη στην εμφάνιση θνησιμότητας εντός 28 ημερών, βάσει ηλικίας και αναπνευστικής υποστήριξης που ελήφθησαν κατά την τυχαιοποίηση2 Επιδράσεις από την κατανομή ασθενών στη δεξαμεθαζόνη στην εμφάνιση θνησιμότητας εντός 28 ημερών, βάσει της αναπνευστικής υποστήριξης που ελήφθη κατά την τυχαιοποίηση και του ιστορικού οποιασδήποτε χρόνιας νόσου3

2, 3 (source: Horby P. et al., 2020; https://www.medrxiv.org/content/10.1101/2020.06.22.20137273v1; doi:

https://doi.org/10.1101/2020.06.22.20137273)

5.2. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η δεξαμεθαζόνη απορροφάται καλά όταν χορηγείται από το στόμα. Τα ανώτατα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται μεταξύ 1 και 2 ωρών μετά την πρόσληψη και εμφανίζουν ευρείες διακυμάνσεις από άτομο σε άτομο. Σε υγιή άτομα ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα παρατηρήθηκε ότι είναι 3-6 ώρες, ωστόσο σε μελέτες με ασθενείς αυτό μπορεί να μειωθεί έως και κάτω των 2 ωρών. Η δεξαμεθαζόνη δεσμεύεται (περίπου έως 77%) στις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως τις λευκωματίνες.

Η ποσοστιαία δέσμευση της δεξαμεθαζόνης στις πρωτεΐνες, αντίθετα με εκείνη της κορτιζόνης, παραμένει πρακτικά αμετάβλητη με αυξημένες συγκεντρώσεις στεροειδών. Τα κορτικοστεροειδή κατανέμονται ταχέως σε όλους τους ιστούς του σώματος. Η δεξαμεθαζόνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ αλλά και στους νεφρούς. Η δεξαμεθαζόνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στα ούρα.

5.3. Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Σε μελέτες σε ζώα παρατηρήθηκε λυκόστομα στους αρουραίους, τους ποντικούς, τα χάμστερ, τα κουνέλια, τους σκύλους και τα πρωτεύοντα θηλαστικά. Δεν παρατηρείται σε άλογα και πρόβατα. Μερικές φορές οι

ανωμαλίες αυτές συνοδεύονταν από ελαττώματα από το κεντρικό νευρικό σύστημα και την καρδιά. Στα πρωτεύοντα θηλαστικά, παρατηρήθηκαν επιδράσεις στον εγκέφαλο μετά την έκθεση. Επιπλέον, η ενδομήτρια ανάπτυξη μπορεί να καθυστερήσει. Όλες αυτές οι επιδράσεις παρατηρήθηκαν με υψηλές δόσεις.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1. Κατάλογος εκδόχων

 Benzoic acid  Propylene glycol  Citric acid anhydrous  Liquid maltitol  Spearmint flavour  Liquid sorbitol 70%  Trisodium citrate dihydrate  Water purified

6.2. Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3. Διάρκεια ζωής

2 (δύο) χρόνια υπό την προϋπόθεση ότι το προϊόν φυλάσσεται κλειστό, στην αρχική του συσκευασία σύμφωνα με τις οδηγίες διατήρησης.

Μετά το πρώτο άνοιγμα της συσκευασίας διατηρείται για 3 (τρεις) μήνες.

6.4. Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Να φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25 C. Μη καταψύχετε.

6.5. Φύση και συστατικά του περιέκτη

1) Γυάλινη καραμελόχρωμη φιάλη η οποία περιέχει 75 ml πόσιμου διαλύματος και σφραγίζεται με πλαστικό πώμα. Το δε όλον εσωκλείεται σε χάρτινο κουτί συσκευασίας μαζί με το Φύλλο Οδηγιών για το Χρήστη.

2) Γυάλινη καραμελόχρωμη φιάλη η οποία περιέχει 150 ml πόσιμου διαλύματος και σφραγίζεται με πλαστικό πώμα. Το δε όλον εσωκλείεται σε χάρτινο κουτί συσκευασίας μαζί με το Φύλλο Οδηγιών για το Χρήστη.

6.6. Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

UNI-PHARMA ΚΛΕΩΝ ΤΣΕΤΗΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ Α.Β.Ε.Ε.

14º χλμ. Εθνικής Οδού Αθηνών – Λαμίας 1 145 64 Κηφισιά Τηλ.: 210 8072512 Fax: 210 8078907

8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

159088/19/19.06.2020.

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 20.09.2016.

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:3014201_SPC_3014201_2.pdf