Clinio Logo
Clinio
BEGALIN-P › ΠΧΠ

BEGALIN-P — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

farmako Καλύπτει 2 συσκευασίες 6 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

BEGALIN-P

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

• 500 mg Σουλμπακτάμη (ως νατριούχος σουλμπακτάμη) & 1000 mg Αμπικιλλίνη (ως νατριούχος αμπικιλλίνη)

• 1000 mg Σουλμπακτάμη (ως νατριούχος σουλμπακτάμη) & 2000 mg Αμπικιλλίνη (ως νατριούχος αμπικιλλίνη)

Έκδοχα με γνωστή δράση:

Το BEGALIN-P 500 mg/1000 mg κόνις για ενέσιμο διάλυμα περιέχει 115,1 mg νατρίου σε κάθε φιαλίδιο.

Το BEGALIN-P 1000 mg/2000 mg κόνις για ενέσιμο διάλυμα περιέχει 230,2 mg νατρίου σε κάθε φιαλίδιο.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Κόνις για ενέσιμο διάλυμα.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το BEGALIN-P ενδείκνυται για τη θεραπεία λοιμώξεων που προκαλούνται από ευαίσθητους μικροοργανισμούς, όπως:

GRAM+ αερόβιοι στρεπτόκοκκοι και σταφυλόκοκκοι ευαίσθητοι στη μεθικιλλίνη και GRAM- όπως H. influenzae, Moraxella catarhallis και εντεροβακτηριοειδή, όπως: E. coli, είδη Klebsiella (μετά από αντιβιόγραμμα) κλπ.

Τυπικές ενδείξεις είναι: Λοιμώξεις του ανωτέρου και του κατωτέρου αναπνευστικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένων της ιγμορίτιδας, της μέσης ωτίτιδας και της επιγλωττίτιδας, της μικροβιακής πνευμονίας.

Λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος περιλαμβανομένης της πυελονεφρίτιδας.

Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις περιλαμβανομένης της περιτονίτιδας, της χoλoκυστίτιδας, της ενδομητρίτιδας και των φλεγμονών της πυέλου. Βακτηριαιμία. Λοιμώξεις του δέρματος, των μαλακών μορίων των οστών και των αρθρώσεων.

Γoνοκοκκικές λοιμώξεις. Η χορήγηση του BEGALIN σε γονοκοκκικές λοιμώξεις δεν πρέπει να γίνεται εμπειρικά, παρά μόνο όταν με βάση αποτελέσματα από καλλιέργεια και αντιβιόγραμμα είναι γνωστό ότι το στέλεχος του γονοκόκκου είναι ευαίσθητο, δεδομένου ότι πρόσφατα Ελληνικά επιδημιολογικά δεδομένα αναφέρουν αντοχή ή ενδιάμεση ευαισθησία της τάξης του 93%.

Σελίδα 1 από

Το BEGALIN-P μπορεί επίσης να χορηγηθεί ως περιεγχειρητική χημειοπροφύλαξη για τη μείωση της συχνότητας των λοιμώξεων του χειρουργικού πεδίου, σε ασθενείς που υποβάλλονται σε χειρουργικές επεμβάσεις της κοιλίας ή της πυέλου, στις οποίες υπάρχει επιμόλυνση του περιτοναίου.

Σε περιπτώσεις τερματισμού της κύησης ή καισαρικής τομής μπορεί να χρησιμοποιηθεί προφυλακτικά το BEGALIN-P για τη μείωση της πιθανότητας εμφάνισης μετεγχειρητικής σήψης.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Η συνήθης δόση του BEGALIN-P κυμαίνεται από 1,5-12 g ημερησίως, χορηγούμενη ενδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως σε διηρημένες δόσεις, κάθε 6-8 ώρες μέχρι μεγίστης ημερησίας δόσεως της σουλμπακτάμης 4 g, ενώ σε ελαφρότερες λοιμώξεις το φάρμακο μπορεί να χορηγηθεί ανά 12ωρο, σύμφωνα με το ακόλουθο σχήμα:

ΒΑΡΥΤΗΤΑ ΤΗΣ ΛΟΙΜΩΞΗΣΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΟΣΗ Σουλμπακτάμη + Αμπικιλλίνη IM/IV (g)
Ήπια(0,5+1 έως 1+2) συνολικά 1,5 έως 3
Μέτρια(2+4) συνολικά 6
Σοβαρή(4+8) συνολικά 12

Συχνότερα ή αραιότερα διαστήματα χορήγησης είναι δυνατόν να ενδείκνυνται, εξαρτώμενα από τη βαρύτητα της λοίμωξης και από την κατάσταση της νεφρικής λειτουργίας του ασθενή.

Για την προφύλαξη από χειρουργικές λοιμώξεις πρέπει να χορηγούνται 1,5-3 g του BEGALIN-P κατά τον χρόνο εφαρμογής της αναισθησίας, που επιτρέπει την επίτευξη δραστικών πυκνοτήτων στον ορό του αίματος και τους ιστούς κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης. Η δόση μπορεί να επαναληφθεί ανά 6 έως 8 ώρες και η χορήγηση του φαρμάκου διακόπτεται συνήθως μετά 24 ώρες στις περισσότερες χειρουργικές επεμβάσεις εκτός των περιπτώσεων, στις οποίες ενδείκνυται θεραπεία με BEGALIN-P.

Για τη θεραπεία της μη επιπεπλεγμένης γονόρροιας μπορεί να χορηγηθεί μία εφ’ άπαξ δόση 1,5 g του BEGALIN-P. Ταυτόχρονα πρέπει να χορηγείται από του στόματος προβενεσίδη σε δόση 1 g για την παράταση των πυκνοτήτων της σουλμπακτάμης και της αμπικιλλίνης στο πλάσμα.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η δοσολογία του BEGALIN-P για τις περισσότερες λοιμώξεις σε παιδιά είναι 150 mg/kg βάρους ημερησίως ενδοφλεβίως (αντιστοιχούσα σε 50 mg σουλμπακτάμης κατά kg βάρους και 100 mg αμπικιλλίνης κατά kg βάρους).

Σε παιδιά το φάρμακο χορηγείται συνήθως ανά 6 ή 8 ώρες, σύμφωνα προς την πρακτική χορηγήσεως της αμπικιλλίνης.

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του BEGALIN-P σε παιδιά ηλικίας μικρότερης του 1 έτους δεν έχουν τεκμηριωθεί.

Σελίδα 2 από

Διάρκεια θεραπείας Η θεραπεία συνεχίζεται συνήθως επί 48 ώρες μετά την υποχώρηση του πυρετού και των άλλων παθολογικών σημείων της λοίμωξης. Η θεραπεία διαρκεί κανονικά 5 έως 14 ημέρες αλλά το χρονικό διάστημα αυτής μπορεί να παραταθεί, ή να χορηγηθεί επιπρόσθετη ποσότητα αμπικιλλίνης σε σοβαρές περιπτώσεις λοιμώξεων.

Χρήση σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια Σε ασθενείς με σοβαρή διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης  30ml/min) η κινητική αποβολής της σουλμπακτάμης και της αμπικιλλίνης επηρεάζεται παρόμοια και επομένως η σχέση αυτών στο πλάσμα παραμένει σταθερή. Η χορήγηση του BEGALIN-P στους ασθενείς αυτούς πρέπει να είναι λιγότερο συχνή, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική χορήγησης της αμπικιλλίνης και σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:

Κάθαρση Κρεατινίνης (ml/min/1,73m2)Χρόνος ημίσειας ζωής (ώρες) του φαρμάκουΣυνιστώμενη Δοσολογία
 3011,5-3,0 g κάθε 6-8 ώρες
15-2951,5-3,0 g κάθε 12 ώρες
5-1491,5-3,0 g κάθε 24 ώρες

Τρόπος χορήγησης Το BEGALIN-P μπορεί να χορηγηθεί είτε μέσω της ενδομυϊκής είτε μέσω της ενδοφλέβιας οδού.

Οι ακόλουθες αραιώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθούν:

Ολική δόση (g)Ισοδύναμες δόσεις Σουλμπακτάμη / Αμπικιλλίνη (g)ΣυσκευασίαΌγκος διαλύτη (ml)Μέγιστη τελική συγκέντρωση (mg/ml)
1,50,5/1,0Φιάλη 20 ml3,2125-250
3,01,0/2,0Φιάλη 20 ml6,4125-250

Για ενδοφλέβια χορήγηση, το BEGALIN-P πρέπει να διαλύεται με αποστειρωμένο ύδωρ για ενέσιμα ή με οποιοδήποτε συμβατό διάλυμα (βλ. παράγραφο 6.6). Η πλήρης διάλυση του φαρμάκου βεβαιώνεται με οπτικό έλεγχο του διαλύματος, αφού εξαφανιστεί πρώτα ο αφρός που έχει σχηματιστεί. Η δόση μπορεί να χορηγηθεί είτε μέσω μίας (bolus) ένεσης σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 3 λεπτών ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μεγαλύτερες αραιώσεις και να χορηγηθεί ως ενδοφλέβια έγχυση μέσα σε 15-30 λεπτά.

Η παρεντερική μορφή του BEGALIN-P μπορεί επίσης να χορηγηθεί με βαθιά ενδομυϊκή ένεση. Αν εμφανιστεί πόνος, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διάλυση της σκόνης του φαρμάκου άσηπτο διάλυμα για ενέσεις άνυδρης υδροχλωρικής λιδοκαΐνης 0,5%.

4.3 Αντενδείξεις

Η χρήση του παραπάνω συνδυασμού αντενδείκνυται σε άτομα που έχουν ιστορικό αλλεργικής αντίδρασης σε οποιαδήποτε πενικιλλίνη ή πάσχουν από λεμφογενή λευχαιμία.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Σελίδα 3 από

Σοβαρές και ενίοτε θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλακτικές) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που βρίσκονται σε θεραπεία με πενικιλλίνη συμπεριλαμβανομένου του BEGALIN-P. Οι αντιδράσεις αυτές συμβαίνουν συχνότερα σε άτομα με ιστορικό υπερευαισθησίας στην πενικιλλίνη ή υπερευαισθησίας σε πολλαπλά αλλεργιογόνα. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ασθενών με ιστορικό υπερευαισθησίας στην πενικιλλίνη, οι οποίοι παρουσίασαν σοβαρές αντιδράσεις μετά από θεραπεία με κεφαλοσπορίνες. Κατά συνέπεια, πριν τη θεραπεία με οποιαδήποτε πενικιλλίνη, απαιτείται προσεκτικός έλεγχος για την εξακρίβωση τυχόν προϋπάρχουσας αντίδρασης υπερευαισθησίας στις πενικιλλίνες, τις κεφαλοσπορίνες και άλλα αλλεργιογόνα. Εάν εμφανιστεί αλλεργική αντίδραση, πρέπει να διακοπεί η χορήγηση του φαρμάκου και να εφαρμοστεί η κατάλληλη θεραπεία.

Οι σοβαρές αναφυλακτικές αντιδράσεις απαιτούν άμεση, επείγουσα θεραπεία με αδρεναλίνη.

Η χορήγηση οξυγόνου, η ενδοφλέβια χορήγηση κορτικοστεροειδών και η διασφάλιση καλής λειτουργίας των αεροφόρων οδών, συμπεριλαμβανομένης και της διασωληνώσεως της τραχείας, πρέπει να εφαρμόζονται ανάλογα με τις κλινικές ενδείξεις.

Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, όπως η τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN), το σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), η αποφολιδωτική δερματίτιδα, το πολύμορφο ερύθημα και η οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς υπό θεραπεία με αμπικιλλίνη/σουλμπακτάμη. Εάν συμβεί μια σοβαρή δερματική αντίδραση, η αμπικιλλίνη/σουλμπακτάμη πρέπει να διακοπεί και πρέπει να ξεκινήσει η ενδεδειγμένη θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.8).

Όπως και με οποιοδήποτε αντιβιοτικό σκεύασμα είναι απαραίτητη η συνεχής παρακολούθηση για την ανεύρεση σημείων υπεραναπτύξεως μη ευαίσθητων μικροοργανισμών συμπεριλαμβανομένων και των μυκήτων. Σε περίπτωση επιμόλυνσης πρέπει να διακόπτεται η χορήγηση του φαρμάκου και να εφαρμόζεται η κατάλληλη θεραπεία.

Έχει αναφερθεί διάρροια που σχετίζεται με το παθογόνο Clostridium difficile κατά τη χρήση σχεδόν όλων των αντιβακτηριακών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της νατριούχου σoυλμπακτάμης/νατριούχου αμπικιλλίνης, η οποία ενδέχεται να ποικίλλει σε βαρύτητα, από ελαφρά διάρροια ως θανατηφόρο κολίτιδα. Η θεραπεία με αντιβακτηριακά φάρμακα προκαλεί αλλαγές στη φυσιολογική εντερική χλωρίδα, γεγονός που οδηγεί σε υπερανάπτυξη του C. difficile.

Το C. difficile παράγει τοξίνες Α και B που συμβάλλουν στην εμφάνιση ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας (CDAD). Στελέχη C. difficile που παράγουν τοξίνες αυξάνουν τη νοσηρότητα και τη θνητότητα, καθώς αυτές οι λοιμώξεις μπορεί να είναι ανθεκτικές στην αντιμικροβιακή θεραπεία και ενδέχεται να οδηγήσουν σε κολεκτομή. Το ενδεχόμενο νόσησης από CDAD πρέπει να εξετάζεται σε όλους τους ασθενείς που παρουσιάζουν διάρροια μετά από χρήση αντιβιοτικών. Επίσης, χρειάζεται να ληφθεί αναλυτικό ιατρικό ιστορικό εφόσον έχει αναφερθεί ότι η CDAD μπορεί να εμφανιστεί ως και δύο μήνες μετά τη χορήγηση αντιβακτηριακών παραγόντων.

Όπως και με τη χορήγηση οποιουδήποτε ισχυρού συστηματικού παράγοντα συνιστάται o περιοδικός έλεγχος για τυχόν δυσλειτουργία διαφόρων οργανικών συστημάτων κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας. Στον έλεγχο αυτό περιλαμβάνεται και η λειτουργία των νεφρών, του ήπατος και του αιμοποιητικού συστήματος.

Ηπατικές βλάβες προκαλούμενες από φάρμακο, μεταξύ των οποίων η χολοστατική ηπατίτιδα με ίκτερο, έχουν συσχετιστεί με τη χρήση αμπικιλλίνης/σουλμπακτάμης. Στους ασθενείς Σελίδα 4 από

πρέπει να συνιστάται να επικοινωνούν με τον ιατρό τους αν εκδηλώσουν σημεία και συμπτώματα ηπατικής νόσου.

Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται το BEGALIN-P για θεραπεία της λοιμώδους μονοπυρήνωσης δεδομένου ότι αυτή οφείλεται σε ιό. Υψηλό ποσοστό ασθενών με λοιμώδη μονοπυρήνωση που έλαβαν αμπικιλλίνη παρουσίασαν εξάνθημα του δέρματος.

Πληροφορίες σχετικά με τα έκδοχα Το BEGALIN-P 500 mg/1000 mg κόνις για ενέσιμο διάλυμα περιέχει 115,1 mg νατρίου σε κάθε φιαλίδιο, που ισοδυναμεί με 5,8% της μέγιστης συνιστώμενης από τον ΠΟΥ ημερήσιας πρόσληψης (RDI) 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

Το BEGALIN-P 1000 mg/2000 mg κόνις για ενέσιμο διάλυμα περιέχει 230,2 mg νατρίου σε κάθε φιαλίδιο, που ισοδυναμεί με 11,5% της μέγιστης συνιστώμενης από τον ΠΟΥ ημερήσιας πρόσληψης (RDI) 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

Η μέγιστη ημερήσια δόση των 12 g (δηλαδή, 8 g νατριούχου αμπικιλλίνης και 4 g νατριούχου σουλμπακτάμης) (βλ. παράγραφο 4.2) θα οδηγούσε σε μια κατανάλωση νατρίου της τάξης των 920,8 mg νατρίου, που είναι ισοδύναμη με 46% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης νατρίου. Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν θεωρείται ότι έχει υψηλή ποσότητα νατρίου. Η περιεκτικότητα σε νάτριο θα πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη εάν χορηγείται σε ασθενείς που ακολουθούν δίαιτα με χαμηλή πρόσληψη νατρίου.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές

αλληλεπίδρασης Αλλοπουρινόλη Η ταυτόχρονη χορήγηση αλλοπουρινόλης ή άλλων αναστολέων της σύνθεσης του ουρικού οξέος (όπως η TISOPURINE) και αμπικιλλίνης αυξάνει σημαντικά τη συχνότητα εμφάνισης εξανθημάτων σε ασθενείς που λαμβάνουν και τα δύο φάρμακα σε σύγκριση με τους ασθενείς που λαμβάνουν μόνο αμπικιλλίνη. Δεν υπάρχουν δεδομένα όσον αφορά την ταυτόχρονη χορήγηση BEGALIN-P και αλλοπουρινόλης.

Αμινογλυκοσίδες Η ανάμειξη της αμπικιλλίνης με αμινογλυκοσίδες in vitro οδήγησε σε σημαντική αμοιβαία αδρανοποίηση αυτών. Σε περίπτωση ταυτόχρονης χρήσης αντιβιοτικών που ανήκουν στις παραπάνω ομάδες, η παρεντερική χορήγησή τους πρέπει να γίνεται από διαφορετικά σημεία με χρονική διαφορά τουλάχιστον μίας ώρας (βλ. παράγραφο 6.2).

Αντιπηκτικά Οι παρεντερικώς χρησιμοποιούμενες πενικιλλίνες μπορεί να προκαλέσουν μεταβολές της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων και των δοκιμασιών πηκτικότητας του αίματος. Συνιστάται προσοχή όταν συγχορηγούνται με αντιπηκτικά.

Βακτηριοστατικά φάρμακα (χλωραμφαινικόλη, ερυθρομυκίνη, σουλφοναμίδες και τετρακυκλίνες)

Τα βακτηριοστατικά φάρμακα μπορεί να επηρεάσουν τη βακτηριοκτόνο δράση της πενικιλλίνης και επομένως είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση αυτής με τα παραπάνω φάρμακα.

Αντισυλληπτικά από του στόματος που περιέχουν οιστρογόνα Σελίδα 5 από

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μειωμένης αποτελεσματικότητας των από του στόματος αντισυλληπτικών σε γυναίκες λαμβάνουσες αμπικιλλίνη, με αποτέλεσμα ανεπιθύμητη κύηση.

Παρότι η παραπάνω συσχέτιση είναι ασαφής, οι ασθενείς πρέπει να έχουν τη δυνατότητα επιλογής, που αφορά στη χρήση εναλλακτικών ή επιπρόσθετων μεθόδων αντισύλληψης κατά τη διάρκεια λήψης της αμπικιλλίνης.

Μεθοτρεξάτη Η ταυτόχρονη χρήση με πενικιλλίνες είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της αποβολής της μεθοτρεξάτης και την αντίστοιχη αύξηση της τοξικής επίδρασης αυτής. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Μπορεί να χρειαστεί αύξηση της δοσολογίας της λευκοβορίνης και παράταση του χρονικού διαστήματος της χορήγησής της.

Προβενεσίδη Η προβενεσίδη μειώνει τη σωληναριακή απέκκριση της αμπικιλλίνης και της σουλμπακτάμης από τους νεφρούς, όταν χορηγείται ταυτόχρονα με αυτές. Αποτέλεσμα της επίδρασης αυτής είναι η αύξηση των συγκεντρώσεων και η παράταση του χρόνου ανεύρεσης των ουσιών αυτών στον ορό του αίματος, η αύξηση της ημιπεριόδου αποβολής τους και η αύξηση του κινδύνου τοξικότητας.

Αλληλεπιδράσεις σε Εργαστηριακές Δοκιμασίες Ψευδώς θετική αντίδραση γλυκοζουρίας μπορεί να παρατηρηθεί κατά την ανάλυση ούρων με τη χρήση αντιδραστηρίων Benedict, Fehling και Clinitest. Μετά από χορήγηση αμπικιλλίνης σε εγκύους παρατηρήθηκε μια παροδική μείωση στις συγκεντρώσεις της συνολικής συζευγμένης οιστριόλης, του γλυκουρονιδίου της οιστριόλης, της συζευγμένης οιστρόνης και οιστραδιόλης στο πλάσμα. Οι επιδράσεις αυτές μπορεί επίσης να παρατηρηθούν με τη χρήση του BEGALIN-P.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Γονιμότητα Κατόπιν μελετών αναπαραγωγής σε πειραματόζωα δεν παρατηρήθηκαν ενδείξεις βλαπτικής επιδράσεως στη γονιμότητα ή στο έμβρυο που να οφείλονται στη σουλμπακτάμη και την αμπικιλλίνη.

Κύηση Η σουλμπακτάμη και η αμπικιλλίνη διαπερνούν τον πλακούντα. Η ασφάλεια χρήσης του φαρμάκου κατά τη διάρκεια της κύησης δεν έχει καθοριστεί. Ως εκ τούτου, ο συνδυασμός νατριούχου σουλμπακτάμης/ νατριούχου αμπικιλλίνης θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εάν τα δυνητικά οφέλη υπερτερούν των δυνητικών κινδύνων.

Θηλασμός Χαμηλές συγκεντρώσεις σουλμπακτάμης (~ 0,13 έως και 2,8 mg/L) και αμπικιλλίνης (~ 0,11 έως και 3 mg/L) απεκκρίνονται στο γάλα. Η χρήση του συνδυασμού νατριούχου σουλμπακτάμης/νατριούχου αμπικιλλίνης από μια θηλάζουσα μητέρα μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες επιδράσεις όπως διάρροια στο παιδί. Ο συνδυασμός νατριούχου σουλμπακτάμης/νατριούχου αμπικιλλίνης μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια του θηλασμού εάν τα δυνητικά οφέλη υπερτερούν των δυνητικών κινδύνων.

Σελίδα 6 από

4.7 Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το BEGALIN-P μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Ανεπιθύμητες αντιδράσεις που συνοδεύουν αποκλειστικά τη χρήση της αμπικιλλίνης μπορεί να παρατηρηθούν με τη χρήση του BEGALIN-P.

Όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατίθενται στην Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος εμφανίζονται ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα MedDRA. Σε κάθε κατηγορία συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά σειρά σοβαρότητας. Η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών προσδιορίστηκε βάσει κλινικής σπουδαιότητας.

Σελίδα 7 από

Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειώνi

Κατηγορία/οργανικό σύστημαΣυχνές ≥ 1/100 έως < 1/10Όχι συχνές ≥ 1/1.000 έως < 1/100Σπάνιες ≥ 1/10.000 έως < 1/1.000Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματοςΑναιμία Θρομβοπενία ΗωσινοφιλίαΛευκοπενία ΟυδετεροπενίαΑιμολυτική αναιμία Ακοκκιοκυτταραιμία Θρομβοπενική πορφύρα
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΑναφυλακτική καταπληξία Αναφυλακτική αντίδραση Αναφυλακτοειδής καταπληξία Αναφυλακτοειδής αντίδραση Σύνδρομο Κούνης Υπερευαισθησία
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΚεφαλαλγίαΣπασμοί Ζάλη Υπνηλία Καταστολή
Αγγειακές διαταραχέςΦλεβίτιδα
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιουΔύσπνοια
Διαταραχές του γαστρεντερικούΔιάρροιαΈμετοςΚοιλιακό άλγος Ναυτία ΓλωσσίτιδαΨευδομεμβρανώδης κολίτιδα Εντεροκολίτιδα Μέλαινα Δυσπεψία Στοματίτιδα Δυσχρωματισμός της γλώσσας
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρωνΥπερχολερυθριναιμία (βλ. παράγραφο 4.4)Ηπατίτιδα χολοστατική Χολόσταση Ηπατική λειτουργία μη φυσιολογική Ίκτερος (βλ. παράγραφο 4.4)

Σελίδα 8 από

Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειώνi

Κατηγορία/οργανικό σύστημαΣυχνές ≥ 1/100 έως < 1/10Όχι συχνές ≥ 1/1.000 έως < 1/100Σπάνιες ≥ 1/10.000 έως < 1/1.000Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΕξάνθημα ΚνησμόςΣύνδρομο Stevens- Johnson Τοξική επιδερμική νεκρόλυση Πολύμορφο ερύθημα Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση Δερματίτιδα αποφολιδωτική (βλ. παράγραφο 4.4) Αγγειοοίδημα Ερύθημα Κνίδωση Δερματίτιδα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΣωληναριοδιάμεση νεφρίτιδα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΆλγος της θέσης ένεσηςΚόπωση Αίσθημα κακουχίαςΑντίδραση της θέσης ένεσης
Παρακλινικές εξετάσειςΑμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη (βλ. παράγραφο 4.4)

Κατηγορίες συχνότητας κατά CIOMS III, V: Συχνές:  1/100 έως < 1/10 ( 1% και < 10%), Όχι συχνές:  1/1.000 έως < 1/100 ( 0,1% και < 1%), Σπάνιες:  1/10.000 έως < 1/1.000 ( 0,01% και < 0,1%), Μη γνωστές: η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω:

Ελλάδα Κύπρος Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Μεσογείων 284 Υπουργείο Υγείας GR-15562 Χολαργός, Αθήνα CY-1475 Λευκωσία Τηλ: + 30 21 32040380/337 Τηλ: +357 22608607 Φαξ: + 30 21 06549585 Φαξ: + 357 22608669 Ιστότοπος: http://www.eof.gr Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs

4.9 Υπερδοσολογία

Σελίδα 9 από

Περιορισμένες μόνο πληροφορίες είναι διαθέσιμες όσον αφορά την οξεία τοξικότητα της νατριούχoυ σουλμπακτάμης και της νατριούχου αμπικιλλίνης στον άνθρωπο. Η υπερβολική δόση του φαρμάκου αναμένεται να προκαλέσει κλινικές εκδηλώσεις που αποτελούν κυρίως προέκταση των ανεπιθύμητων ενεργειών που έχουν αναφερθεί για το φάρμακο. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι οι υψηλές συγκεντρώσεις των β-λακταμικών αντιβιοτικών στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό μπορεί να προκαλέσουν νευρολογικές εκδηλώσεις περιλαμβάνουσες και τους σπασμούς. Δεδομένου ότι τόσο η αμπικιλλίνη όσο και η σουλμπακτάμη απομακρύνονται από την κυκλοφορία με αιμοδιύλιση, η διαδικασία αυτή μπορεί να ενισχύσει την αποβολή του φαρμάκου από τον οργανισμό σε περίπτωση λήψης υπερβολικής δόσης από ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: συνδυασμοί πενικιλλινών, συμπεριλαμβανομένων αναστολέων β-λακταμασών, κωδικός ATC: J01CR01 Βιοχημικές μελέτες, με χρησιμοποίηση ελευθέρων από κύτταρα μικροβιακών συστημάτων, απέδειξαν ότι η σουλμπακτάμη αποτελεί μη αναστρέψιμο αναστολέα για τις πιο σημαντικές β-λακταμάσες που υπάρχουν σε μικροοργανισμούς ανθεκτικούς στις πενικιλλίνες. Το φάρμακο παρουσιάζει σημαντική αντιμικροβιακή δραστηριότητα μόνο εναντίον των ακολούθων μικροοργανισμών: Neisseriaceae, Acinetobacter calcoaceticus (εκτός του είδους anitratus), ειδών Bacteroides, Moraxella catarrhalis και Pseudomonas cepacia.

Η δυνατότητα της νατριούχου σουλμπακτάμης να προλαμβάνει την καταστροφή των πενικιλλινών και των κεφαλοσπορινών από ανθεκτικούς μικροοργανισμούς, επιβεβαιώθηκε σε μελέτες που χρησιμοποιήθηκαν ολόκληρα στελέχη ανθεκτικών μικροοργανισμών, στις οποίες η σουλμπακτάμη παρουσίαζε έντονο συνεργικό αποτέλεσμα όταν χορηγούταν μαζί με πενικιλλίνες και κεφαλοσπορίνες. Δεδομένου ότι η σουλμπακτάμη δεσμεύεται επίσης από μερικές πενικιλλινοδεσμευτικές πρωτεΐνες, μερικά ευαίσθητα μικροβιακά στελέχη καθίστανται περισσότερο ευαίσθητα στο συνδυασμό, παρά στο β-λακταμικό αντιβιοτικό που χρησιμοποιείται μόνο του.

Το βακτηριoκτόνo στοιχείο του προϊόντος είναι η αμπικιλλίνη, η οποία όπως και η βενζυλοπενικιλλίνη δρα εναντίον ευαίσθητων μικροοργανισμών, κατά τη διάρκεια του ενεργού σταδίου του πολλαπλασιασμού αυτών, μέσω της αναστολής της βιοσύνθεσης των βλεννοπεπτιδίων του μικροβιακού τοιχώματος.

Το BEGALIN-P είναι δραστικό εναντίον μεγάλης κλίμακας θετικών και αρνητικών κατά Gram μικροβίων, συμπεριλαμβανομένων των Staphylococcus aureus και epidermidis (συμπεριλαμβανομένων και ανθεκτικών στην πενικιλλίνη στελεχών), Streptococcus pneumoniae, Streptococcus faecalis και άλλων ειδών Streptococcus, Haemophilus influenzae και parainfluenzae (στελέχη παράγοντα ή μη β-λακταμάση), Βranhamella catarrhalis, αναεροβίων μικροβίων, συμπεριλαμβανομένων του Βacteroides fragilis και παρομοίων ειδών, Εscherichia coli, ειδών Κlebsiella, ειδών Ρroteus (με θετική ή αρνητική αντίδραση ινδόλης), Morganella morganii, ειδών Citrobacter, ειδών Εnterobacter, Neisseria meningitidis και Νeisseria gonorrhoeae.

Όρια ευαισθησίας Σελίδα 10 από

Παρατίθενται κατωτέρω τα όρια των ελέγχων ευαισθησίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δοκιμών Ευαισθησίας στους Αντιμικροβιακούς Παράγοντες για την αμπικιλλίνη/σουλμπακτάμη (EUCAST).

ΟργανισμόςΕυαίσθητο (mg/l)Ανθεκτικο (mg/l)
Enterobacteriaceae≤ 8> 8
Staphylococcus είδη 1)- 1)- 1)
Enterococcus είδη 4> 8
Streptococcus είδη (Groups A, B, C, G) 2- 2)- 2)
Streptococcus pneumoniae 2- 2)- 2)
Haemophilus influenza 1> 1
Moraxella catarrhalis 1> 1
Gram-αρνητικοί αναερόβιοι 4> 8
Gram-θετικοί αναερόβιοι 4> 8

1) Για τα Staphylococcus είδη, χρησιμοποιήθηκε το αποτ 4έλ εσμα της δοκιμασίας για οξακιλλίνη ή εναλλακτικά κεφοξιτίνη. Οι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη (οξακιλλίνη/κεφοξιτίνη) σταφυλόκοκκοι θεωρούνται ανθεκτικοί, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της δοκιμασίας.

2) Για τα Streptococcus είδη (ομάδες A, B, C, G) και Streptococcus pneumoniae, χρησιμοποιήθηκε το αποτέλεσμα της δοκιμασίας για πενικιλλίνη G.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Ο συνδυασμός σουλμπακτάμη/αμπικιλλίνη διαχέεται εύκολα στους περισσότερους ιστούς και στα υγρά του σώματος του ανθρώπου. Η διείσδυση στον εγκέφαλο και το εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι μικρή εκτός των περιπτώσεων που υπάρχει φλεγμονή των μηνίγγων. Υψηλές πυκνότητες της σουλμπακτάμης και της αμπικιλλίνης επιτυγχάνονται στο αίμα μετά την ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της αμπικιλλίνης που κυμαίνονται από 109 έως 150 mcg/mL επιτυγχάνονται μετά από χορήγηση ενδοφλεβίως 2000 mg αμπικιλλίνης και 1000 mg σουλμπακτάμης και από 40 έως 71 mcg/mL μετά από χορήγηση 1000 mg αμπικιλλίνης και 500 mg σουλμπακτάμης. Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις για τη σουλμπακτάμη κυμαίνονται από 48 έως 88 mcg/mL και 21 έως 40 mcg/mL αντίστοιχα.

Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση 1000 mg αμπικιλλίνης και 500 mg σουλμπακτάμης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της αμπικιλλίνης κυμαίνονται από 8 έως 37 mcg/mL και της σουλμπακτάμης από 6 έως 24 mcg/mL.

Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής και των δύο φαρμάκων είναι περίπου 1 ώρα σε υγιείς εθελοντές.

Το μεγαλύτερο μέρος (75 έως 85%) της νατριούχου σουλμπακτάμης/νατριούχου αμπικιλλίνης απεκκρίνεται αναλλοίωτο μέσω των ούρων εντός των πρώτων 8 ωρών μετά τη χορήγησή του σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Αν και παρατηρήθηκε αναστρέψιμη γλυκογόνωση σε πειραματόζωα, το φαινόμενο αυτό ήταν δοσοεξαρτώμενο και χρονοεξαρτώμενο και δεν αναμένεται να αναπτυχθεί στις θεραπευτικές δόσεις και τα αντίστοιχα επίπεδα στο πλάσμα, τα οποία επιτυγχάνονται κατά τη διάρκεια των σχετικά σύντομων περιόδων συνδυασμένης θεραπείας με αμπικιλλίνη/σουλμπακτάμη στους ανθρώπους.

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μακροχρόνιες μελέτες σε ζώα για την εκτίμηση της ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης. Τα μεμονωμένα συστατικά, αμπικιλλίνη και σουλμπακτάμη, δοκιμάστηκαν αρνητικά για μεταλλαξιογένεση.

Μελέτες αναπαραγωγής έχουν πραγματοποιηθεί σε ποντίκια και αρουραίους με σουλταμικιλλίνη, ένα χορηγούμενο από στόματος προφάρμακο το οποίο υδρολύεται in vivo Σελίδα 11 από

προς απελευθέρωση αμπικιλλίνης και σουλμπακτάμης, σε δόσεις που υπερβαίνουν την ανθρώπινη δόση, και οι οποίες μελέτες δεν έχουν αποκαλύψει καμία ένδειξη διαταραχής της γονιμότητας ή βλάβης στο έμβρυο.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Ουδέν.

6.2 Ασυμβατότητες

Τα διαλύματα του BEGALIN-P και των αμινογλυκοσιδών δεν πρέπει να αναμειγνύονται αλλά να χορηγούνται χωριστά λόγω του ότι έχει παρατηρηθεί in vitro αδρανοποίηση των αμινογλυκοσιδών από τις αμινοπενικιλλίνες.

Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

6.3 Διάρκεια ζωής

3 χρόνια

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Το φιαλίδιο με την κόνι να μη φυλάσσεται σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25C.

Μετά την ανασύσταση βλ. παράγραφο 6.6.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κουτί με ένα φιαλίδιο που περιέχει το προϊόν υπό μορφή ξηράς κόνεως για ανασύσταση.

Το προϊόν BEGALIN-P (0,5+1) g/vial κόνις για ενέσιμο διάλυμα δεν έχει άδεια κυκλοφορίας στην Κύπρο.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Η νατριούχος σουλμπακτάμη είναι συμβατή με τα περισσότερα ενδοφλέβια διαλύματα, αλλά η νατριούχος αμπικιλλίνη και κατά συνέπεια το BEGALIN-P είναι λιγότερο σταθερά σε διαλύματα που περιέχουν γλυκόζη ή άλλους υδατάνθρακες και δεν πρέπει να αναμιγνύονται με προϊόντα αίματος ή διαλύματα που προκαλούν υδρόλυση πρωτεϊνών. Η αμπικιλλίνη και επομένως και το BEGALIN-P δεν είναι συμβατά με τις αμινoγλυκoσίδες και επομένως δεν πρέπει να αναμιγνύονται στον ίδιο περιέκτη (βλ. παράγραφο 4.2).

Το διάλυμα για ενδομυϊκή χορήγηση πρέπει να χρησιμοποιείται μέσα σε 1 ώρα από την παρασκευή του. Οι χρονικές περίοδοι μέσα στις οποίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί το φάρμακο για ενδοφλέβια έγχυση μετά τη διάλυσή του σε διάφορους διαλύτες είναι οι ακόλουθες:

Σελίδα 12 από

Συγκέντρωση Χρονικές περίοδοι Σουλμπακτάμης + χρησιμοποίησης Διαλύτης Αμπικιλλίνης (ώρες)

25C 4C

------------ ------------------- -------------- ------ Αποστειρωμένο Ύδωρ μέχρι 45 mg/ml 8 για Ενέσιμα 45 mg/ml 48 μέχρι 30 mg/ml 72 Ισοτονικό Διάλυμα μέχρι 45 mg/ml 8 Χλωριούχου Νατρίου 45 mg/ml 48 μέχρι 30 mg/ml 72 Μ/6 Διάλυμα μέχρι 45 mg/ml 8 Γαλακτικού Νατρίου μέχρι 45 mg/ml 8 Διάλυμα Γλυκόζης 15 έως 30 mg/ml 2 5% σε Ύδωρ μέχρι 3 mg/ml 4 μέχρι 30 mg/ml 4 5% Γλυκόζη σε μέχρι 3 mg/ml 4 0,45% Χλωριούχου Νατρίου μέχρι 15 mg/ml 4 Διάλυμα 10% μέχρι 3 mg/ml 4 Ιμβερτoσακχάρoυ σε Ύδωρ μέχρι 30 mg/ml 3 Διάλυμα Γαλακτικού μέχρι 45 mg/ml 8 Ringer μέχρι 45 mg/ml 24 Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Pfizer Ελλάς A.E., Λ. Μεσογείων 243, 154 51 Ν. Ψυχικό Τηλ: 210 6785800 Κύπρος – Τοπικός αντιπρόσωπος Pfizer Ελλάς Α.Ε. (Cyprus Branch), Τηλέφωνο: +357 22 817690

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

BEGALIN-P (0,5G+1G)/VIAL: 42504/14-10-2008 BEGALIN-P (1G+2G)/VIAL: 42506/14-10-2008

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 03 Μαΐου 1988 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 14 Οκτωβρίου 2008 Σελίδα 13 από

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Σελίδα 14 από

Πηγή: farmako:SPC_0589203.pdf